Δημοσιεύθηκε στην Λογοτεχνία Α΄Λυκείου - Παράδοση και Μοντερνισμός,Λογοτεχνικά ρεύματα,Υπερρεαλισμός

ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Νίκος Εγγονόπουλος, «Ποιητής και μούσα», υδατογραφία και μελάνι σε χαρτί [πηγή: Εικαστικόν]

Ο υπερρεαλισμός (σουρεαλισμός) είναι το τελευταίο και χωρίς αμφιβολία το πλέον σημαντικό από τα κινήματα της πρωτοπορίας. Γεννιέται το 1924 στη Γαλλία, ως συνέχεια του γαλλικού νταντά. Όπως ακριβώς και οι άλλες πρωτοπορίες, δεν περιορίστηκε στη λογοτεχνία αλλά αναπτύχθηκε σε όλες σχεδόν τις τέχνες. Επηρέασε την ποίηση, τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τον κινηματογράφο, τη διακόσμηση κ.ά. Είχε ως σκοπό την υπέρβαση του πραγματικού κόσμου με την καταγραφή ή την παράσταση των υποσυνείδητων ενεργειών της ψυχής και των ονειρικών της εντυπώσεων χωρίς την επέμβαση της λογικής. Παράλληλα ο υπερρεαλισμός απέβλεπε και στην ανανέωση όλων των ηθικών αξιών, της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Αρχηγός του κινήματος και συγγραφέας του υπερρεαλιστικού μανιφέστου είναι ο André Breton, ενώ μεταξύ των σημαντικών εκπροσώπων του κινήματος θα είναι οι ποιητές Louis Aragon, Paul Eluard, Antonin Artaud και Philippe Soupault, οι ζωγράφοι Max Ernst, Salvador Dali, André Masson και Juan Miró, ο σκηνοθέτης Luis Buñuel κ.ά.

Οι υπερρεαλιστές αξιοποιούν τα διδάγματα όχι μόνο του νταντά αλλά και του συμβολισμού, ενώ είναι έντονα επηρεασμένοι από την ψυχανάλυση: σύμφωνα με τους υπερρεαλιστές, ο καλλιτέχνης —αλλά και ο άνθρωπος γενικότερα— δεν πρέπει να μένει εγκλωβισμένος στην πραγματικότητα της καθημερινής ζωής αλλά να χρησιμοποιεί τη φαντασία, την τύχη, το όνειρο και το ασυνείδητο, σπάζοντας τα δεσμά του ρεαλισμού, της αληθοφάνειας και της ευλογοφάνειας· μόνον έτσι θα μπορέσει να αντικρίσει νέους ορίζοντες, να φτάσει σε μια «υπερ-πραγματικότητα», ξεφεύγοντας οριστικά από τον έλεγχο της λογικής και από τις κάθε είδους προκαταλήψεις, τόσο στη ζωή όσο και στην τέχνη.

Γενικά, ο υπερρεαλισμός διαμόρφωσε σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο σκέψης του σύγχρονου ανθρώπου: μας έκανε πολύ πιο δεκτικούς σε κάθε πειραματισμό, έδωσε σημαντική θέση στο χιούμορ και την ελευθερία του πνευματικού ανθρώπου, συμφιλίωσε κατά κάποιο τρόπο το όνειρο με την πραγματικότητα, το υποσυνείδητο με τη λογική και τη φαντασία με την καλλιτεχνική οργάνωση, ανανεώνοντας την ανθρώπινη έκφραση (από την άλλη πλευρά, βέβαια, καταργώντας οριστικά κάθε περιορισμό έδωσε ίσως την εντύπωση ότι η καλλιτεχνική δημιουργία είναι κάτι πολύ απλό και εύκολο, πράγμα που ασφαλώς και δεν αληθεύει).

Ο υπερρεαλισμός είχε σημαντική επιρροή στη νεοελληνική λογοτεχνία, ιδιαίτερα από το 1935 και μετά. Παρά τις θυελλώδεις αντιδράσεις που προκάλεσαν τα πρώτα αυτά ποιήματα, ο υπερρεαλισμός βρήκε γόνιμο έδαφος στη χώρα μας, καθώς τον υιοθέτησαν σημαντικοί ποιητές, όπως ο Νίκος Εγγονόπουλος, ο Νίκος Γκάτσος και ως ένα σημείο ο Οδυσσέας Ελύτης. Υπερρεαλιστικά στοιχεία μπορούμε, άλλωστε, να βρούμε σε πολλούς ακόμη ποιητές, μέχρι και σήμερα: τον Έκτορα Κακναβάτο, το Μίλτο Σαχτούρη, το Δ. Π. Παπαδίτσα, το Νάνο Βαλαωρίτη.

Χαρακτηριστικά:

  • Υπέρβαση των κανόνων της λογικής πραγματικότητας: ο υπερρεαλισμός θέλει να σπάσει τους κοινωνικούς και ηθικούς φραγμούς, ώστε να αναδυθεί ελεύθερα στην επιφάνεια το ένστικτο, το υποσυνείδητο και η πρωτογενής φαντασία, χωρίς καμία παρέμβαση της λογικής.
  • Τεχνικές που απελευθερώνουν από τους λογικούς κανόνες: αυτόματη γραφή, εξερεύνηση του κόσμου των ονείρων (ακόμα και των ψυχικών αντιδράσεων υπό την επήρεια του υπνωτισμού), συνειρμική σύνδεση των νοημάτων.
  • Ονειρικό ύφος. Εικόνες που παραπέμπουν στον κόσμο των ονείρων, ανατρεπτικές, τολμηρές στη σύλληψή τους. Χαρακτηριστική είναι η συνδρομή των χρωμάτων.
  • Αισθησιοκρατία: αφηρημένες έννοιες και νοήματα αποδίδονται με εικόνες (οπτικές, ακουστικές, κινητικές, οσφρητικές) και μέσω αυτών προσεγγίζονται με τη συνδρομή των αισθήσεων.
  • Γλωσσική απελευθέρωση: η λογική, όπως καταδυναστεύει τη ζωή, με ανάλογο τρόπο θεωρήθηκε ότι καταδυναστεύει και τη γλώσσα. Το άτομο χρησιμοποιεί, δηλαδή, τις λέξεις μόνο με τη συμβατική, πρακτική σημασία τους για την καθημερινή επικοινωνία, χωρίς να τις προσέχει. Οι υπερρεαλιστές αναζητούν το γνήσιο περιεχόμενο των λέξεων μέσα από απροσδόκητες συνάψεις που δημιουργούν ποικίλους σημασιολογικούς συνδυασμούς και αποκαλύπτουν την πολυσημία της γλώσσας.
  • Καταστρατήγηση των κανόνων της παραδοσιακής στιχουργικής

Για τις συνθήκες γέννησης του κινήματος του υπερρεαλισμού και την εμφάνισή του στην Ελλάδα, μπορείτε να παρακολουθήσετε δύο σύντομα αποσπάσματα από το ντοκιμαντέρ της Εκπαιδευτικής Τηλεόρασης «Ελληνικός υπερρεαλισμός. Εμπειρίκος-Εγγονόπουλος»: Το κίνημα του υπερρεαλισμού στην Ευρώπη (διάρκεια: 2΄19΄΄) και Ο υπερρεαλισμός στην Ελλάδα: Ανδρέα Εμπειρίκου, Υψικάμινος (διάρκεια: 1΄30΄΄). Μπορείτε, επίσης, να συμβουλευτείτε το αφιέρωμα της εφημερίδας Η Καθημερινή με τίτλο «Ελληνικός Υπερρεαλισμός» (ένθετο: Επτά Ημέρες, 7 Ιουλ. 2002).

Παράλληλα, μπορείτε να διαβάσετε πώς όριζε τον υπερρεαλισμό ο ίδιος ο Α. Μπρετόν στο Μανιφέστο του το 1924, αλλά και με ποιο τρόπο εξηγούσαν τη δική τους σχέση με το κίνημα ο Α. Εμπειρίκος («Αμούρ-Αμούρ») και ο Οδ. Ελύτης («Τέχνη – Τύχη – Τόλμη»).

Πηγές

Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, ΟΕΔΒ

Αγάθη Γεωργιάδου, Η ποιητική περιπέτεια, Μεταίχμιο, 2005

http://photodentro.edu.gr/photodentro/surrealism_pidx0051850/

Advertisements
Δημοσιεύθηκε στην Λογοτεχνία Α΄Λυκείου - Παράδοση και Μοντερνισμός,Λογοτεχνικά ρεύματα,Μοντερνισμός

ΜΟΝΤΕΡΝΙΣΜΟΣ-ΝΕΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Fernand Léger “Bird in Landscape”

Με τον όρο «μοντερνισμός» δηλώνουμε συνήθως μια σειρά από τάσεις και κατευθύνσεις στην ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης, που η αρχή τους τοποθετείται στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και η πλήρης ανάπτυξή τους στις τέσσερις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Πρόκειται στην ουσία για ένα πνευματικό κίνημα, που εξεγέρθηκε ενάντια στον παραδοσιακό αστικό πολιτισμό, με στόχο την κατάλυση των αξιών του Διαφωτισμού και του ορθού λόγου. Για παράδειγμα, αμφισβήτησε τις παραδοσιακές αξίες και επιχείρησε να καταργήσει όλους τους καθιερωμένους κανόνες και συμβάσεις μέσα από ριζοσπαστικούς πειραματισμούς κάθε είδους, ενώ έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στην υποκειμενική συνείδηση του ατόμου και την αλλοτρίωσή της.

Ποιητές όπως οι Γάλλοι Charles Baudelaire, Lautréamont, Stéphane Mallarmé, Arthur Rimbaud, Paul Verlaine εγκαινιάζουν τη μοντέρνα ποιητική γραφή ήδη από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Εξάλλου, οι Γάλλοι Guillaume Apollinaire και Paul Valéry,ο Γερμανός Reiner Maria Rilke, ο Βρετανός Τ. S. Eliot, ο Αμερικανός Ezra Pound και ο Ιρλανδός W. Β. Yeats αποτελούν τους επιφανέστερους εκπροσώπους της ποίησης του μοντερνισμού στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Τέλος, οι Γερμανοί εξπρεσιονιστές, οι Γάλλοι υπερρεαλιστές, ο Ρώσος φουτουριστής Vladimir Maïakovski και πολλοί ακόμη ποιητές τοποθετούνται άλλοτε στο εσωτερικό του μοντερνισμού και άλλοτε στους αντίποδές του, θεωρούμενοι ως βασικές φυσιογνωμίες της πρωτοπορίας.

Βασικό γνώρισμα της ποίησης του μοντερνισμού είναι η διάλυση της μορφής και η διάθεση για πειραματισμό. Ο ελεύθερος στίχος εξοστρακίζει το μέτρο και την ομοιοκαταληξία· οι γραμματικοί και οι συντακτικοί κανόνες παραβιάζονται· οι προτάσεις γίνονται αποσπασματικές και ελλειπτικές, τα σημεία στίξης καταργούνται. Τα διακοσμητικά στοιχεία και η φροντίδα για το «ωραίο ύφος» εγκαταλείπονται και συχνά επιλέγονται στοιχεία που ως τότε θεωρούνταν αντι-ποιητικά. Οι τολμηρές μεταφορές και οι απροσδόκητοι και ετερόκλητοι συνδυασμοί λέξεων κυριαρχούν· οι εικόνες ή οι ελεύθεροι συνειρμοί αφθονούν, ιδίως στην υπερρεαλιστική ποίηση. Η ποιητική γλώσσα γίνεται συμβολική, ελλειπτική, υπαινικτική, πολύσημη, ενώ αδιαφορεί για τις συμβάσεις και την ανάγκη κατανόησης.

Η νεοελληνική ποίηση, με κριτήριο ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά, διακρίνεται σε δυο μεγάλες κατηγορίες ή είδη: την παραδοσιακή και τη νεωτερική ποίηση. Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα και χαρακτηριστικά που ξεχωρίζουν την παραδοσιακή από τη νεωτερική ποίηση, είναι: το μέτρο, ο ρυθμός, η ύπαρξη συνήθως ομοιοκαταληξίας, η κατανομή του ποιήματος σε στροφές με σταθερό αριθμό στίχων (η πιο συνηθισμένη είναι η τετράστιχη) και το γεγονός ότι ο στίχος έχει ένα ορισμένο ποιητικό ανάπτυγμα που καθορίζεται από τον αριθμό των συλλαβών του. π.χ. Έπεσε το πούσι αποβραδίς το καραβοφάναρο χαμένο κι έφτασες χωρίς να σε προσμένω μες στην τιμονιέρα να με δεις. Οι στίχοι αυτοί του Νίκου Καββαδία ανήκουν στην παραδοσιακή ποίηση: έχουν μέτρο (τροχαϊκό), ρυθμό, ομοιοκαταληξία (σταυρωτή), ο ποιητικός λόγος είναι οργανωμένος στο σχήμα της τετράστιχης στροφής και οι στίχοι έχουν σταθερό ποιητικό ανάπτυγμα: εναλλάσσονται εννεασύλλαβοι με δεκασύλλαβους στίχους.

Αντίθετα με την παραδοσιακή ποίηση, η νεωτερική ποίηση δεν έχει κανένα από αυτά τα γνωρίσματα και χαρακτηριστικά. Πιο συγκεκριμένα, τα βασικά εξωτερικά χαρακτηριστικά της νεωτερικής ποίησης είναι τα ακόλουθα:

  • ο λεγόμενος ελεύθερος στίχος που δεν έχει τα γνωρίσματα του μέτρου, του ρυθμού κτλ.
  • το νεωτερικό ποίημα, ως εικόνα και μορφή γραπτού λόγου, δεν κατανέμεται και δεν οργανώνεται σε στροφές σταθερής μορφής. Συνήθως αναπτύσσεται και κατανέμεται σε άνισα «στροφικά» σύνολα ή ενότητες που μοιράζουν το ποίημα σε ανισομερείς ποιητικές περιοχές. Πολλές, όμως, φορές συμβαίνει ένα νεωτερικό ποίημα να αναπτύσσεται σε ένα ενιαίο, συνεχές, αδιάσπαστο και συμπαγές σύνολο στίχων
  • οι στίχοι δεν έχουν ορισμένο αριθμό συλλαβών (δεν είναι π.χ. εννεασύλλαβοι, ενδεκασύλλαβοι, δεκαπεντασύλλαβοι κτλ.). Στο ίδιο ποίημα μπορεί κάλλιστα οι στίχοι να έχουν άνισο ποιητικό ανάπτυγμα. Μπορεί λ.χ. ένας στίχος να είναι μονόλεξος (ακόμη και μονοσύλλαβος, όπως συμβαίνει συχνά στον ποιητή Νίκο Εγγονόπουλο) ή και υπερβολικά πολύλεξος
  • ορισμένες φορές ένα νεωτερικό ποίημα δεν αναπτύσσεται σε μια ορισμένη στιχοποιημένη μορφή· δεν κατανέμεται, δηλαδή, σε στίχους αλλά γράφεται με ένα τρόπο που σχεδόν θυμίζει πεζό λόγο. Στην περίπτωση αυτή, το νεοτερικό ποίημα ονομάζεται πεζόμορφο. Ο Γ. Σεφέρης π.χ. έχει γράψει και τέτοια πεζόμορφα ποιήματα.
  • μεταβάλλεται ριζικά η ποιητική γλώσσα. Ο νεωτερικός ποιητής δε θηρεύει πια τη σπάνια, την εντυπωσιακή, τη λάμπουσα και την ιδιαίτερα ποιητική λέξη. Η νεωτερική ποιητική έκφραση πλησιάζει πολύ τους τόνους, το χαρακτήρα και το ύφος που έχει η γλώσσα της καθημερινής μας ομιλίας. Γι’ πολλοί μιλούν για μια ποίηση που, ενώ βρίσκεται πολύ κοντά στο εκφραστικό ήθος του καθημερινού λόγου, εντούτοις δε χάνει την ποιητικότητα και τη μουσικότητά της
  • η ποιητικότητα της νεωτερικής ποίησης στηρίζεται, μεταξύ των άλλων, και στην εκφραστική της τόλμη. Λέξεις και έννοιες που στην τρέχουσα λογική της γλώσσας φαίνονται αταίριαστες και ασύμβατες, στη νεωτερική ποίηση συσχετίζονται και συνδέονται μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας σύνδεσης είναι ομολογουμένως εκπληκτικό: οι λέξεις μοιάζουν να ξαναγεννιούνται και να αποκτούν μια καινούρια νοηματική ταυτότητα π.χ.– οξειδώθηκα μες στη νοτιά των ανθρώπων (Οδ. Ελύτης)– ο ουρανός αρχίζει απ’ το ψωμί (Γ. Ρίτσος)– διψάμε όλοι για ουρανό (Μ. Σαχτούρης)

Στην Ελλάδα ο μοντερνισμός εκφράστηκε με τη νεωτερική ποίηση. Η οριστική επικράτηση και καθιέρωση της μοντέρνας ποιητικής γραφής στη χώρα μας, έρχεται με τη λεγόμενη «Γενιά του Τριάντα». Πολλοί μάλιστα θεωρούν ως συμβατική αφετηρία της νεωτερικής ποίησης το 1931. Είναι η χρονιά που ο Γ. Σεφέρης δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον τίτλο «Στροφή». Η συλλογή αυτή θεωρείται ότι εγκαινιάζει μια στροφή, μιαν αλλαγή στα ποιητικά μας πράγματα και σημαδεύει το πέρασμα από την παραδοσιακή στη νεωτερική ποίηση.  Οι ποιητές της γενιάς αυτής ελευθερώνουν τους στίχους από τα δεσμά της αληθοφάνειας. Στην πραγματικότητα, όμως, το πέρασμα από τη μια ποίηση στην άλλη προετοιμάστηκε σταδιακά. Οι ποιητές που προκάλεσαν τα πρώτα ρήγματα και υπονόμευσαν την κυριαρχία της παραδοσιακής ποίησης, είναι ο Κ. Π. Καβάφης, ο Κ. Γ. Καρυωτάκης, ο Τ. Παπατσώνης. Πάντως, γύρω στα 1930, τα πρώτα σημάδια της αλλαγής έχουν φανεί και μέχρι το τέλος αυτής της δεκαετίας η νεωτερική ποίηση έχει παγιωθεί οριστικά.

Ο ελληνικός μοντερνισμός έβλεπε τη λογοτεχνία μέσα από το πρίσμα της ελληνικότητας, ενώ παράλληλα οι ποιητές επιθυμούσαν να συνδυαστούν με μια σημαντική λογοτεχνική αλλαγή, γι’ αυτό κινούνται προς την κατεύθυνση της εκφραστικής ανανέωσης.

Γνωρίσματα ελληνικού μοντερνισμού

  • Υπέρβαση του «καρυωτακισμού» και της παραδοσιακής στιχουργικής.
  • Μοντέρνος ποιητικός λόγος μαζί με στοιχεία της παράδοσης
  • Απόλυτη καθαρότητα της εικόνας
  • Μουσικός ποιητικός λόγος
  • Υπαινιγμοί στο αρχαίο παρελθόν
  • Έμφαση στο φως και το τοπίο (Σεφέρης, Ελύτης)
  • Αναπόληση παρελθόντος-αναζήτηση αυθεντικής ζωής
  • Απελευθέρωση της ατομικότητας
  • Συνειρμικής λειτουργία της μνήμης
  • Ερμητικότητα, σκοτεινότητα, δραματικότητα. Ποίηση των υπαινιγμών, πυκνή, όχι αναλυτική, κρυπτική, όχι άπλετα φωτισμένη
  • Τραγική θεώρηση της ιστορίας
  • Μορφικές ελευθερίες

Πηγές

Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, ΟΕΔΒ

Αγάθη Γεωργιάδου, Η ποιητική περιπέτεια, Μεταίχμιο, 2005

Δημοσιεύθηκε στην Λογοτεχνία Α΄Λυκείου - Παράδοση και Μοντερνισμός,Λογοτεχνικά ρεύματα,Συμβολισμός

ΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ

Claude Monet, Impression, soleil levant, 1872, ελαιογραφία 48 x 63 εκ – Μουσείο Marmottan, Παρίσι

Το Σεπτέμβριο του 1886, ο Γάλλος ποιητής Jean Μοréas (πρόκειται για τον ελληνικής καταγωγής Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο), δημοσιεύει το μανιφέστο του συμβολισμού στην παρισινή εφημερίδα Le Figaro. Αυτή είναι η επίσημη εμφάνιση μιας νέας λογοτεχνικής σχολής, που θα κυριαρχήσει στη γαλλική ποίηση ως και τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Γνωστοί εκπρόσωποι ο Μπωντλέρ και ο Πόε. Η ονομασία «συμβολισμός» προέρχεται από τη συχνή και ιδιόμορφη χρήση των συμβόλων, στην οποία πιστεύουν ιδιαίτερα οι εκπρόσωποι του κινήματος.

Ο συμβολισμός εμφανίζεται ως αντίδραση στη ρομαντική ποίηση και στη νατουραλιστική πεζογραφία. Το εννοιολογικό περιεχόμενο του ποιήματος πρέπει να περιοριστεί στο ελάχιστο.

Βασικά στοιχεία του ποιήματος είναι η μουσικότητα και η υποβλητικότητα. Αυτό σημαίνει ότι ο ποιητής προσπαθεί να υποβάλει τις ψυχικές του διαθέσεις δίνοντας στο ποίημά του ένα τόνο μουσικό, που εξαρτάται από την ακουστική ποιότητα των λέξεων και την κατάλληλη τοποθέτησή τους. Υπάρχει συσχέτιση αντικειμένων και ψυχικών καταστάσεων. Τα αντικείμενα, δηλαδή, εκφράζουν τις ψυχικές καταστάσεις, γίνονται σύμβολά τους. Ο συμβολισμός προσπάθησε και πέτυχε :

α) να εκφράσει τις πιο μύχιες, ρευστές και ακαθόριστες ψυχικές καταστάσεις,  β) να συσχετίσει αυτές τις καταστάσεις με τα αντικείμενα που τις εκφράζουν και γ) να πετύχει μια αρμονική ανταπόκριση ανάμεσα στο αντικείμενο (το σύμβολο στο ποίημα είναι το τοπίο) και το συμβολιζόμενο (την ψυχική κατάσταση του ποιητή) με την όλη οργάνωση του ποιήματος, τη διάταξη δηλαδή των λέξεων, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εκφράζεται η εσωτερική διάθεση μουσικά.

  • Ο συμβολισμός εμφανίζεται ως διπλή αντίδραση τόσο στον ρομαντικό στόμφο και τη ρητορεία, όσο στην παρνασσική απάθεια, αντικειμενικότητα και ακαμψία στον στίχο.
  • Επιπλέον διαφοροποιείται από τον ρεαλισμό και κυρίως, από το νατουραλισμό που αρέσκεται στην λεπτομερή περιγραφή του πραγματικού κόσμου και έχει κοινωνικούς στόχους.

Έλληνες συμβολιστές

Οι αυθεντικοί συμβολιστές στη χώρα μας είναι ελάχιστοι και αξίζει ίσως να  αναφέρουμε τους Γιάννη Καμπύση, Σπήλιο Πασαγιάννη και Κωνσταντίνο Χατζόπουλο.  Ο τελευταίος είναι και ο μόνος που προσπάθησε να εφαρμόσει το συμβολισμό στην πεζογραφία, στο μυθιστόρημα του «Το Φθινόπωρο». Στους συμβολιστές ανήκουν επίσης και ο Κ.Π.Καβάφης, ο Κωστής Παλαμάς κ.ά.  Συμβολιστικά στοιχεία ή επιρροές μπορούμε να εντοπίσουμε σε πολλούς ακόμη ποιητές, όχι μόνο στις αρχές του αιώνα μας αλλά και αργότερα· χαρακτηριστικά αναφέρουμε τους Λορέντζο Μαβίλη, Ιωάννη Γρυπάρη, Λάμπρο Πορφύρα, Κωστή Παλαμά, Κ. Π. Καβάφη, Μιλτιάδη Μαλακάση, Ζαχαρία Παπαντωνίου, Απόστολο Μελαχροινό κ.ά.

Χαρακτηριστικά

  • Συχνή και ιδιόμορφη χρήση συμβόλων (από δω προέρχεται και η ονομασία του κινήματος)
  • Η προσπάθεια απόδοσης των ψυχικών καταστάσεων με τρόπο έμμεσο και συμβολικό
  • Περιορισμός του νοηματικού περιεχομένου του ποιήματος στο ελάχιστο
  • Αποφυγή της σαφήνειας. Υπαινικτική και υποβλητική χρήση της γλώσσας
  • Μουσικότητα
  • Δημιουργία ενός κλίματος ρευστού, ασαφούς και θολού
  • Διάθεση ρεμβασμού, μελαγχολία, ονειροπόληση
  • Άφθονες εικόνες και μεταφορές
  • Πολλά και πρωτότυπα σχήματα λόγου
  •  Καθαρή ποίηση γεμάτη μαγεία και γοητεία

ΝΕΟΣΥΜΒΟΛΙΣΜΟΣ  (1920-1030)

Γύρω στα 1920, κάνουν την εμφάνισή τους ορισμένοι ποιητές βαθύτατα επηρεασμένοι απ’ το γαλλικό συμβολισμό, τους οποίους συνήθως κατατάσσουμε στη λεγόμενη ομάδα του νεοσυμβολισμού. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι αυτής της ομάδας είναι οι Κώστας Ουράνης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Τέλλος Άγρας, Μήτσος Παπανικολάου, Μαρία Πολυδούρη, Κώστας Γ. Καρυωτάκης, καθώς και ορισμένοι άλλοι ελάσσονες ποιητές. Όλοι αυτοί, κυρίως στο διάστημα της δεκαετίας 1920-1930, γίνονται συντελεστές ορισμένων ουσιαστικών αλλαγών στο χώρο της νεοελληνικής ποίησης, την οποία ανανεώνουν και θεματικά και μορφικά. Πιο συγκεκριμένα:

  • απομακρύνονται και αποδεσμεύονται από την παλαμική μεγαλοστομία και από τον ποιητικό ρητορισμό
  • εισάγουν το χαμηλόφωνο και ιδιαίτερα μουσικό τόνο στην ποίησή τους
  • εκφραστές κυρίως τραυματικών συναισθημάτων και ψυχικών καταστάσεων.
  • Προχωρούν στην εκφραστική ανανέωση, εισάγουν πεζολογικά στοιχεία στην ποίησή τους
  • Χαρακτηρίζονται από ένα αίσθημα διάλυσης, απαισιοδοξίας, απόγνωσης, κόπωσης από τη ζωή

Απ’ αυτό το κλίμα της νεορομαντικής και ουτοπικής νοσταλγίας ξεφεύγει κάπως μόνον ο Καρυωτάκης, ο οποίος δε γράφει ποίηση ερήμην της ιστορίας και της τραυματικής πραγματικότητας που τον περιβάλλει. Σε αντίθεση με τους άλλους νεοσυμβολιστές, γίνεται εκφραστής αυτής της πραγματικότητας που τη σατιρίζει και τη σαρκάζει. Γι’ αυτό και είναι ο κορυφαίος ποιητής του νεοσυμβολισμού.

Πηγές

Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, ΟΕΔΒ

Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τ. Β΄, Β΄ λυκείου, ΟΕΔΒ

Αγάθη Γεωργιάδου, Η ποιητική περιπέτεια, Μεταίχμιο, 2005

Δημοσιεύθηκε στην Λογοτεχνικά ρεύματα,Παρνασσισμός

ΠΑΡΝΑΣΣΙΣΜΟΣ

Εξώφυλλο του γ΄ τόμου της ανθολογίας «Ο σύγχρονος Παρνασσός» (1876) [πηγή: Βικιπαίδεια].

Ευρωπαϊκός Παρνασσισμός

Ο παρνασσισμός εμφανίζεται στη Γαλλία στα μέσα του 19ου αιώνα ως αντίδραση στη θεματική του ξεπεσμένου ρομαντισμού αλλά και στο ατημέλητο ύφος και τους υπερβολικούς αισθηματισμούς του.  

Γενάρχης του θεωρείται ο Theophile Gautier.  Δόγμα των παρνασσιστών η αυτονομία της τέχνης από κάθε πολιτική ή κοινωνική σκοπιμότητα.

Η ονομασία του οφείλεται σε μια ποιητική ανθολογία που εκδόθηκε στη Γαλλία με τον τίτλο  «Σύγχρονος Παρνασσός». Στη Γαλλία, τη χώρα της γέννησής του, ο παρνασσισμός εκπροσωπείται από ποιητές όπως οι Leconte de Lisle, Théophile Gautier, François Coppée, Théodore de Banville, Sully Prudhomme, ενώ κάποια παρνασσικά στοιχεία μπορούμε να εντοπίσουμε και σε ορισμένους πολύ σημαντικούς ποιητές του 19ου αιώνα, όπως στο Charles Baudelaire,  Stéphane Mallarmé, Lautréamont.

 Αναζήτησε την έμπνευσή του στην κλασική παράδοση, κυρίως στον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό πολιτισμό. Πρόβαλε ως έμβλημά του την απάθεια και ως ιδανικό του την άψογη μορφική εμφάνιση των ποιημάτων. Οι Παρνασσιστές αγαπούν τον ηχηρό και ρωμαλέο στίχο, επιμένουν στην πλαστική του επεξεργασία και την πλούσια ομοιοκαταληξία και αποδίδουν μεγάλη σημασία στην ανεύρεση και τη χρήση της μοναδικής λέξης, αλλά και στις πολύ έντονες εκρηκτικές εικόνες και φράσεις, οργανωμένες όμως σε αυστηρή ισορροπία. Επιδιώκουν, επίσης, τον ηχητικό πλούτο και γενικότερα την εκμετάλλευση ως την ακρότητα των ρυθμικών και πλαστικών στοιχείων του στίχου. Η επίμονη όμως προσπάθεια για τη μορφική τελειότητα του στίχου οδήγησε τελικά σε επίδειξη ικανότητας στο χειρισμό των ποιητικών κανόνων και μόνο, με αποτέλεσμα να λείπει από τα ποιήματά τους η ζωή και η ανθρώπινη τρυφερότητα. 

Χαρακτηριστικά ευρωπαϊκού Παρνασσισμού

  • Αρχαίος κόσμος κι εξωτικοί πολιτισμοί
  • Χαλιναγώγηση του πάθους και του συναισθήματος
  • Έμφαση στη μορφή, ακριβολογία, πλαστική επεξεργασία στίχου. Αυτό οδήγησε στη σε ποιήματα σταθερής μορφής, όπως το σονέτο
  • Απεικόνιση εξωτικών τοπίων, ζώων, έργων τέχνης, τελετουργιών
  • Θρησκευτικοί και πολεμικοί μύθοι

Ελληνικός Παρνασσισμός

Εμφανίστηκε περίπου στα 1880, με τη Νέα Αθηναϊκή Σχολή. Οι Έλληνες ποιητές εμπνεύστηκαν απευθείας από τη γαλλική ποίηση· προσπάθησαν, όμως, να προσαρμόσουν τα θέματα και τις ποιητικές τους ιδέες στα ελληνικά δεδομένα. Παρνασσικά ποιήματα έγραψαν κυρίως οι Κωστής Παλαμάς, Ιωάννης Γρυπάρης, Γεώργιος Δροσίνης, Ν. Καμπάς, Αριστομένης Προβελέγγιος, Λορέντζος Μαβίλης κ.ά., καθώς και οι κάπως μεταγενέστεροι Άγγελος Σικελιανός και Κώστας Βάρναλης.

Χαρακτηριστικά ελληνικού Παρνασσισμού

  • Αντίδραση στον ρομαντισμό
  • Αρχαιολατρία
  • Προσπάθεια αποτύπωσης του εξωτερικού κόσμου
  • Έντεχνη επεξεργασία των στίχων, ορφική τελειότητα, ακρίβεια στην έκφραση
  • Χαλιναγώγηση του πάθους
  • Συμπύκνωση νοημάτων

Οι Έλληνες παρνασσιστές όσο κι αν ακολουθούσαν τους Γάλλους συναδέλφους τους, δεν έφτασαν ποτέ στην τέλεια απάθεια. Διατήρησαν την αρκετή αισθηματολογία, όχι τόσο με τη ρομαντική έννοια, όσο με την έννοια της κάποιας υποκειμενικής στάσης απέναντι στα θέματά τους. Κοντά στην επιμέλεια του στίχου εισάγουν στα ποιήματά τους την καθημερινότητα, την απλότητα στην έκφραση και τη θέρμη της κοινής ομιλίας.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι με τον παρνασσισμό, η ποίηση, και ιδιαίτερα η ελληνική, επανέρχεται σε μια ισορροπία, μετά το ξέφρενο συναισθηματικό και πολύ συχνά αρρωστημένο ξέσπασμα του ρομαντισμού. Από την άποψη αυτή, ο παρνασσισμός συνιστά ένα είδος νεοκλασικισμού. Έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εποχή του αλλά δεν είχε μεγάλη διάρκεια ή συνέχεια, ούτε στην Ευρώπη ούτε στη χώρα μας. Εξάλλου, περιορίστηκε στην ποίηση ορισμένων μόνο χωρών και δε γνώρισε τη μεγάλη διάδοση του ρομαντισμού σε πολλές χώρες ή σε πολλές τέχνες. Ειδικά για τη νεοελληνική λογοτεχνία, ιδιαίτερη σημασία έχει η υιοθέτηση της δημοτικής γλώσσας, καθώς και η επεξεργασία του στίχου, στοιχείων που απέρριπταν ή δε φρόντιζαν οι ρομαντικοί.

Πηγές

Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τ. Α, Α΄ τάξη Λυκείου

Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, ΟΕΔΒ

Αγάθη Γεωργιάδου, Η ποιητική περιπέτεια, Μεταίχμιο, 2005

Δημοσιεύθηκε στην Λογοτεχνικά ρεύματα

Ρομαντισμός

Ο ρομαντισμός είναι ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά και καλλιτεχνικά κινήματα όλων των εποχών. Εκδηλώθηκε και κυριάρχησε στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία, στην Αγγλία, τη Γερμανία και τη Γαλλία, από τα τέλη του 18ου αιώνα έως τα μέσα του 19ου αιώνα (1790-1850). Με κάποια καθυστέρηση εμφανίζεται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Ο ρομαντισμός δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση σε ορισμένα θέματα (ο έρωτας, η ελευθερία, η περιπέ­τεια, η φύση, ο θεός), σε ορισμένα σκηνικά (ηλιοβασιλέματα, βρο­χή, φεγγάρι, ερείπια, λίμνες, παρελθόν, έντονο τοπικό χρώμα) και σε ορισμένα εκφραστικά μέσα δηλωτικά του πάθους (πρώτο πρόσω­πο, επιφωνήματα, ρητορικές μεγαλοστομίες, αναφωνήσεις κτλ.).  Τέ­λος εκφράζει (και καλλιεργεί) μια μελαγχολία χωρίς συγκεκριμένο αντικείμενο αναφοράς και μια απαισιοδοξία χωρίς πραγματικό υπόβαθρο συνήθως. Αυτό το τελευταίο έδωσε στο ρομαντισμό το χαρα­κτηρισμό «αρρώστια του αιώνα» (mal du siecle).

Χαρακτηριστικά Ευρωπαϊκού ρομαντισμού

  • Αντίθεση προς τον κλασικισμό και απομάκρυνση από τον ορθολογισμό
  • Απελευθερωτική δύναμη της φαντασίας και του συναισθήματος
  • Έντονος ρυθμός, χειμαρρώδης λόγος, ελευθερία στη μορφή, ποικίλα εκφραστικά μέσα και κυρίως δυνατές εικόνες
  • Άντληση θεμάτων από τον έρωτα, τον θάνατο, τον ηρωισμό, τη μυθολογία
  • Ατομικισμός- έκφραση προσωπικών συναισθημάτων του «εγώ» του ήρωα ή του δημιουργού
  • Αυθορμητισμός, άδολη εσωτερικότητα
  • Πάθος και λυρισμός
  • Προσωπική εμπειρία της φύσης, βαθιά εκτίμηση της ομορφιάς της φύσης και θέασή της ως πνευματικής δύναμης
  • Οραματισμός, αναπόληση, νοσταλγία
  • Διχασμός της συνείδησης ανάμεσα στην επαναστατική δημιουργία και την ανία
  • Περιπέτειες, ηρωισμός και αγώνες για την ελευθερία
  • Έρωτας, που συνήθως παρουσιάζεται εξιδανικευμένος, μελαγχολικός, ανολοκλήρωτος και καταδικασμένος,
  • Θάνατος και το πένθος-εξιδανίκευση του πρόωρου θανάτου
  • Απαισιόδοξη αντίληψη του κόσμου, μελαγχολική αποξένωση από τον πραγματικότητα
  • Θέματα από τους μεσαιωνικούς ευρωπαϊκούς θρύλους (π.χ. οι ιστορίες του ιππότη Λάνσελοτ και του βασιλιά Αρθούρου), την παράδοση και την εθνική ιστορία των λαών
  • Ροπή προς το παράδοξο, το εξωτικό, το υπερφυσικό, το μεταφυσικό
  • Υποβλητικά σκηνικά, όπως τα νυχτερινά φεγγαρόλουστα τοπία, σκιερά δάση, μυστηριώδεις λίμνες και ποτάμια, θάλασσα, άνεμος, ομίχλη, φυσικά τοπία σ’ όλες τις εποχές του χρόνου, τα ερείπια και οι αρχαιολογικοί χώροι, τα νεκροταφεία και οι τάφοι.

Ελληνικός ρομαντισμός

Ο ρομαντισμός μεταφέρθηκε στην Ελλάδα όταν σχεδόν είχε παρακμάσει στην Ευρώπη κι επηρέασε την ελληνική ποίηση την περίοδο από το 1830-1880.

  • Οι επτανήσιοι Ανδρέας Κάλβος, Διονύσιος Σολωμός, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης αντλούν απευθείας από τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό και επιλέγουν να γράφουν στη δημοτική γλώσσα.
  • Στην Αθήνα (αθηναϊκός ρομαντισμός) σημειώνεται στροφή στην καθαρεύουσα, επιλέγονται θέματα από το ένδοξο παρελθόν,  προβάλλεται εθνική ιδεολογία. Κυριότεροι εκπρόσωποι: Αλέξανδρος Σούτσος, Παναγιώτης Σούτσος, Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Ηλίας Τανταλίδης, Θεόδωρος Ορφανίδης, Γεώργιος Παράσχος, Αχιλλεύς Παράσχος, Άγγελος Βλάχος, Σπυρίδων Βασιλειάδης κ.ά.

Χαρακτηριστικά ελληνικού ρομαντισμού

  • Μελαγχολία
  • Ερωτική θλίψη
  • Νοσταλγία για το παρελθόν
  • Ανεκπλήρωτος έρωτας
  • Φυγή, έξαρση ελευθερίας
  • Εκφραστικές υπερβολές
  • Στροφή προς την αρχαιότητα
  • Επιτηδευμένος λόγος

Πηγές:

Αγάθη Γεωργιάδου, Η ποιητική περιπέτεια, Μεταίχμιο, 2005

Κώστας Μπαλάσκας, Νεοελληνική Ποίηση, Κείμενα, Ερμηνεία, Θεωρία, Επικαιρότητα

Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τ. Α,  Α΄ τάξη Λυκείου

Λεξικό Λογοτεχνικών Όρων, ΟΕΔΒ

Δημοσιεύθηκε στην Λογοτεχνία Γ΄ λυκείου,Σινόπουλος

Ο Καιόμενος- Κριτήριο σύμφωνα με τις νέες οδηγίες

Τάκης Σινόπουλος
Ο καιόμενος
Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένος να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

Α1.  μονάδες 15

Να επιβεβαιώσετε ή να απορρίψετε το περιεχόμενο των παρακάτω προτάσεων σημειώνοντας «Σωστό» ή «Λάθος»:

α) Ο Καιόμενος «φωτογραφίζει» ένα συγκεκριμένο πρόσωπο που αυτοπυρπολήθηκε την εποχή του ποιητή.

β) Το κίνητρο της πράξης του καιόμενου δεν δηλώνεται φανερά.

γ) Ο ποιητής εκφράζει ανοιχτά τον θαυμασμό του για τον Καιόμενο στον τέταρτο στίχο.

δ) Το πλήθος προσπαθεί να αποτρέψει τον Καιόμενο από την παράτολμη πράξη του.

ε) Το πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται το περιστατικό παραπέμπει στην περίοδο του Εμφυλίου πολέμου ή τα πρώτα χρόνια μετά από αυτόν.

Α2. μονάδες 15

Να εξηγήσετε τη στάση του πλήθους και του ποιητή όπως διαφαίνονται στους στίχους 15 και 16.

Β1.  μονάδες 15

Γνωρίσματα της ποιητικής τέχνης του Τάκη Σινόπουλου είναι μεταξύ άλλων: ο λιτός και απέριττος λόγος, ο πεζολογικός τόνος και η χρήση συμβόλων.  Να εντοπίσετε τα χαρακτηριστικά αυτά στο ποίημα «Ο καιόμενος»  και να αναφέρετε από ένα παράδειγμα για κάθε περίπτωση.

Β2.  μονάδες 15

«Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο. Γινόταν ήλιος». Να δικαιολογήσετε την επιλογή της συγκεκριμένης εικόνας για να αποδοθεί η ολοκλήρωση της θυσίας του Καιόμενου

Γ. μονάδες 40

Προσπαθήστε να γράψετε το σημείωμα που υποτίθεται ότι άφησε ο Καιόμενος και βρέθηκε μετά την αυτοπυρπόλησή του. Σ’ αυτό εξηγεί τους λόγους που τον οδήγησαν στην παράτολμη αυτή πράξη. Το κείμενό σας να στηριχτεί κυρίως σε στοιχεία του ποιήματος. (Μία παράγραφος 100-150 λέξεων).

Πηγή: http://afterschoolbar.blogspot.com/2014/01/blog-post_19.html

Δημοσιεύθηκε στην Λογοτεχνία Γ΄ λυκείου

Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μΧ – Κριτήριο σύμφωνα με τις νέες οδηγίες

Μανόλης Αναγνωστάκης

Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μΧ

Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων.

(από το Ποιήματα 1941-1971, Νεφέλη 2000)

Α1. μονάδες 15

Το ποίημα προχωρεί από το συγκεκριμένο του 1ου στίχου  («Στην οδό Αιγύπτου») στο ευρύτερο του τελευταίου στίχου («Η Ελλάς των Ελλήνων»). Πώς ερμηνεύετε αυτή  αυτή τη διεύρυνση; Πού τοποθετείται η Θεασσαλονίκη του 1969 σε σχέση με αυτά τα δύο άκρα;

Α2. μονάδες 15

Το ποίημα κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα (το παρόν και το παρελθόν) με επίκεντρο την οδό Αιγύπτου. Το επίπεδο του παρόντος διαγράφεται ρητά, ενώ το επίπεδο του παερλθόντος συνάγεται έμμεσα κατά τη διαδρομή του ποιήματος. Με βάση τους υπαινιγμούς που γίνονται και τις αντιθέσεις με το παρόν, προσπαθήσετε να ανασυνθέσετε την εικόνα του παρελθόντος

Β1. μονάδες 15

«Εγώ, εσύ, αυτός» (στιχ. 15), «Εμείς, εσείς, αυτοί» (στιχ. 17): πώς ερμηνεύετε την αλλαγή από τον ενικό του στίχου 15 στον πληθυντικό του στίχου 17;

Β2. μονάδες 15

Τι εξυπηρετεί η επανάληψη του επιθέτου «ωραίος» στον στίχο 19; Πώς συνδέεται με τον προηγούμενο και τον επόμενο στίχο του ποιήματος;

Γ. μονάδες 40

Με αφορμή το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη και μιμούμενοι το ύφος του, καταγράψτε σε ένα πεζό (150 λέξεων) ή σε ένα ποίημα πεζολογικού τόνου (20 περίπου στίχων) την εικόνα που έχετε εσείς για την πόλη και τη χώρα σας σήμερα, με τίτλο «Κατερίνη, μέρες του 2018 μ.Χ»

εικ. 1.jpeg