Γ Βιζυηνός (8 Μαρτίου 1849 – 15 Απριλίου 1896)

Βιζύη ΔΙΑΤΙ Η ΜΗΛΙΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΜΗΛΕΑ

  Αγαθή τύχη, ανεκινήθη εσχάτως το περί νεοελληνικής γλώσσης ζήτημα, το ουσιωδέστερον, κατ’ εμέ, των όσα έπρεπε να επασχολούν το ημέτερον έθνος, ουσιωδέστερον ίσως και αυτού ακόμη του ανατολικού ζητήματος. Πλην, αναγνώσται και αναγνώστριαι, όσοι υπολείπεσθε ακόμη της Μεγάλης ημών Ιδέας θιασώται, μη εκπλαγείτε δια την άμεσον ταύτην συσχέτισιν του ζωτικοτέρου των ζητημάτων με την γραμματικήν των σχολαστικών της Ελλάδος. Το γνωρίζω: Οι καλόγηροι φρονούν ότι θα υπάγομεν όλοι εις τον διάβολον, όσοι δεν αποκληρούμεν τους υιούς και τας θυγατέρας ημών, δια ν’ αφιερώσομεν τα κτήματά μας εις τα μοναστήρια, προς ψυχικήν σωτηρίαν. Οι συγγραφείς πρεσβεύουν, ως άρθρο πίστεως ιδίας, ότι πρόοδος εθνική δεν είναι δυνατό να γίνει, ενόσω έκαστος των Ελλήνων δεν σπεύδει να εγγραφεί συνδρομητής εις τα βιβλία των, προπληρώνων, εννοείται, την συνδρομήν του. Και εγώ λοιπόν ημπορώ να φανώ υποθέτων ότι η Ελλάς δεν θα λύσει το ανατολικόν ζήτημα υπέρ εαυτής, ειμή δια των απολύτων γενικών και των απαρεμφάτων. Και έρχομαι επομένως ενταύθα να παραστήσω το σύνθημα του μέλλοντος μεγαλείου της πατρίδος ως συνιστάμενον εις ουδέν άλλο, ει μη εις λέξεις, λέξεις, λέξεις! «Όχι! Ο λόγος, δια τον οποίον συνδέω το γλωσσικόν της Ελλάδος ζήτημα με το άλλο, το αποβλέπον τουτ’ αυτό την ύπαρξίν της, είναι… Αλλά καλύτερα να τον μαντεύσητε μόνοι σας εν τω μεταξύ αναγινώσκοντες. Το ανάγνωσμα όμως, όπερ σας προσφέρω, δεν είναι παρά μία ιστορία. Μία ιστορία τόσον απλή και συνήθης, ώστε απορώ πως δεν την έχει καμμία εκ των μεγάλων επιφυλλίδων, κανένα από τα ογκώδη βιβλία, όσα εγράφησαν εσχάτως περί του οποία πρέπει να είναι η γλώσσα των σημερινών Ελλήνων! Ιδού η ιστορία.

          Όταν ήμουν μαθητής του αλληλοδιδακτικού σχολείου της πατρίδος μου, είχον ιδιαιτέραν αδυναμίαν εις την μηλιά. Δεν εννοώ την Μηλιά την θυγατέρα του γείτονός μου, αλλά την γλυκομηλιά, το δένδρον, το οποίον εστόλιζε τον κήπο μας. Ήτο πολύ περίεργον δένδρον αυτή η μηλιά: Έκαμνεν άνθη και καρπούς, όπως πάσα εξαδέλφη της, κατά το θέρος και πάλιν άνθη και καρπούς κατά το φθινόπωρον. Επειδή δε ήτο η πρώτη μηλιά, την οποίαν εγνώρισα εις την ζωήν μου, και η μόνη, ήτις με ήρεσκε πλέον των άλλων, έμαθον να ονομάζω και όλα τα δένδρα μηλιές, όσα είχον τα αυτά χαρακτηριστικά και έκαμνον μήλα όπως τα της ιδικής μας, αν και δεν εκαρποφόρουν εκείναι, όπως αυτή, δύο φοράς το έτος. Εν τούτοις, με όλην την μεταξύ εμού και της μηλιάς παλαιάν φιλίαν και συμπάθειαν, δεν ημπορώ να είπω ότι εγνώριζε καλά- καλά ο είς τον άλλον. Δεν ηξεύρω αν και η μηλιά προσεπάθησε ποτέ να εννοήσει τι πράγμα ημήν εγώ, όστις έπαιζον τόσον συχνά υπό την σκιάν της ή εκαθήμην ιππαστί επί των κλάδων της. Ενθυμούμαι όμως πολύ καλά ότι εγώ, προ πάντων κατά τον καιρόν της ανθήσεώς της, εσυνήθιζον να ίσταμαι εν τινί απ’ αυτής αποστάσει, με τας χείρας εστηριγμένας επί των λαγόνων, τους οφθαλμούς ατενείς προς τον θαυμάσιον, τον ερυρθρόλευκον αυτής στολισμόν, απορών κατ’ εμαυτόν επί πολλήν ώραν τι πράγμα να είναι άραγε αυτό το δένδρον! Τι πράγμα να είναι. Αλλ’ όσω και αν ηπόρουν, όσο και αν ηρώτων τους περί εμέ, η απόκρισις ήτο πάντοτε η αυτή, ότι δηλαδή το δένδρον εκείνο ήτο μηλιά. Καλά! Αλλά η μηλιά τι πράγμα είναι;…

          Όταν έφερον εις το χωρίον μας νέον διδάσκαλον ήλπισα ενδομύχως ότι θα εμάνθανον πλέον τι πράγμα είναι η μηλιά, διότι πριν φτάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος εις το χωρίον μας διεδόθη μεταξύ των παιδίων ότι ήτο πολύ καλύτερος από τον παλαιόν και τα ήξευρε όλα περιγραμμάτου. Η φήμη δεν διεψεύσθη. Διότι, μόλις ελθών ο καχεκτικός εκείνος νεανίσκος, ανέγνωσε τα ονόματά μας εκ του καταλόγου και αμέσως εύρεν ότι ήσαν όλα εσφαλμένα και ότι ο πρώην ημών διδάσκαλος ήτο χαϊβάνι. Και επήρε λοιπόν το κονδύλι και ήρχισε να μας διορθώνει τα ονόματά μας.

   ― Πως σε λέγουν εσένα;

   ― Θεόδωρο Μπεράτογλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πως σε λέν;

   ― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Συμπληρωματικό υλικό για τα πεζογραφήματα του Γ. Ιωάννου

«Στο σπίτι στο Επταπύργιο και ο Λωτρέκ : Μια “μαρτυρία”»

 

Ένα σπίτι παλιό, χτισμένο με το τούρκικο αρχιτεκτονικό σχέδιο• ένα σπίτι στο Επταπύργιο όπου κατέφυγε η οικογένεια του γιατρού Αντωνιάδη απ’ το Νέβσεχιρ της Καππαδοκίας. Τι βρίσκουν οι απόγονοί του, όταν το ανοίγουν μετά από χρόνια; Είναι κάτι ξένο πια γι’ αυτούς κι άσχετο με τη ζωή τους; Και τι απομένει απ’ αυτή τη μαρτυρία, όταν ακολουθεί η κατεδάφιση;2003419.499

Το σπίτι ήταν πολύ παλιό, χτισμένο με το τούρκικο αρχιτεκτονικό σχέδιο: είχε μια μικρή αυλή όπου φύτρωνε μια συκιά, αριστερά ένα δωματιάκι και δεξιά την κουζίνα και το μπάνιο. Πάνω από το μικρό δωμάτιο υπήρχε ένας διάδρομος κι ένα μεγάλο δωμάτιο μ’ ένα παράθυρο στο δρόμο.
Μαζί μ’ όσα ήσαν γύρω του και πίσω του έφραζε το δρόμο και μόνο ένα μονοπάτι ανάμεσά τους συνεχιζόταν προς τα πάνω ‒ εκεί στο Επταπύργιο. Και σ’ αυτό το παλιό τούρκικο σπίτι κατέφυγε ό,τι απέμεινε από την οικογένεια του γιατρού Αντωνιάδη από το Νέβσεχιρ της Καππαδοκίας στα 1923.
Όταν άρχισε η ανάπλαση της περιοχής, επειδή το σπίτι κατέρρεε τόσα χρόνια κλειστό κι ήταν πια επικίνδυνο, αποφασίστηκε από το Δήμο Θεσσαλονίκης να το κατεδαφίσουν• ως το τέλος οι φοιτητές της Αρχιτεκτονικής ανέβαιναν ωστόσο και μελετούσαν τη γραμμή του.
Στη θέση του έγινε αργότερα ένα παρκάκι και σ’ έναν εναπομείναντα τοίχο του σπιτιού μπορεί να δεις και σήμερα ακόμα τη ζωγραφική που κάποιος έφτιαξε.
Είναι ίσως ενδιαφέρον πως το σπίτι φανέρωσε τη σχέση του με τη ζωγραφική διατηρώντας την και μετά το θάνατό του, όπως ακριβώς τόσα χρόνια σχετιζόταν μαζί της κι ας την έκρυβε κάτω, στο σομιέ ενός κρεβατιού, αδιάφορη για όλους, απαρατήρητη απ’ όλους, άνευ αξίας, άνευ σημασίας, ένα «κάτι» που κανείς δεν τόλμησε να πετάξει, που σώθηκε κι απ’ την Καταστροφή, που άντεξε στην Ανταλλαγή, μεταφέρθηκε, έφτασε ως το σπίτι του Επταπυργίου και έμεινε εκεί• το καναβάτσο διπλωμένο στα τέσσερα και στη γωνία κάτω η υπογραφή: Τουλούζ Λωτρέκ.
Θα πρέπει τώρα να γυρίσω στο γιατρό Αντωνιάδη, πριν γίνει ζωγραφιά, για να δούμε στη μαρτυρία αυτήν τη ροή της ιστορίας του και πώς έστω και ως πορτραίτο χωρίς κορνίζα, ταπεινά διπλωμένος στα τέσσερα κατοίκησε, ενοίκησε το Επταπύργιο, έγινε μια κρυφή μαρτυρία όπως όλα είναι ή μπορούν να είναι ίσως στην απώτατή τους διύλιση: μαρτύρια. Μαρτυριάτικα μιας βάπτισης της ιστορίας, της κάθε ιστορίας μέσα σε κάτι που την υπερβαίνει αποκαθιστώντας την εν τούτοις και ενώνοντάς την (αποπειρώμενο τουλάχιστον να την ενώσει) με ό,τι δεν είναι μόνο Ιστορία αλλά η ίδια η Σωτηρία της Ιστορίας, η αναγωγή της σε μιαν άλλη σύνθεση των πραγμάτων. Στη Μεταμόρφωσή τους.

[…]

Ο Γεώργιος Αντωνιάδης λοιπόν ήταν ένα ορφανό παιδί στην Καππαδοκία και, επειδή ήταν γερός μαθητής, ο επίσκοπος του Ικονίου Παρθένιος ανέλαβε τα έξοδα των σπουδών του. Έτσι ο νεαρός Αντωνιάδης ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στη σχολή της Ιατρικής. Ατυχώς ο επίσκοπος πέθανε, όταν ο Γεώργιος βρισκόταν ακόμα στο τρίτο έτος της Ιατρικής, πράγμα που ανάγκασε το νεαρό φοιτητή να επιστρέψει στην Καισάρεια σε κατάσταση απόγνωσης.

[…]

Συνέχεια ανάγνωσης

Νεοελληνική μετρική

 

Τα κυριότερα μέτρα της νεοελληνικής ποίησης

1. Ίαμβος: το συνταίριασμα μιας άτονης και μιας τονισμένης συλλαβής (○●). Έτσι, ο στίχος που είναι γραμμένος σε ιαμβικό μέτρο στηρίζει το ρυθμό του στον τόνο των ζυγών συλλαβών του. Δεν είναι, βέβαια, απαραίτητο να τονίζονται όλες οι ζυγές συλλαβές, αλλά τουλάχιστον κάποιες από αυτές. Η πρώτη συλλαβή κάθε ιαμβικού στίχου μπορεί να τονιστεί (τον πρώτο ίαμβο μπορεί να τον αντικαταστήσει τροχαίος). Οι ιαμβικοί στίχοι που ο αριθμός των συλλαβών τους είναι μονός έχουν πάντα τονισμένη την προτελευταία τους συλλαβή και λέγονται παροξύτονοι. Εκείνοι που ο αριθμός των συλλαβών τους είναι ζυγός έχουν τονισμένη ή την τελευταία συλλαβή και λέγονται οξύτονοι ή την τρίτη από το τέλος και λέγονται προπαροξύτονοι. Π.χ. Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν ιαμβικός 15σύλλαβος παροξύτονος.

2. Τροχαίος: το συνταίριασμα μιας τονισμένης και μιας άτονης συλλαβής (●○). Έτσι τροχαϊκός είναι ο στίχος που στηρίζει το ρυθμό του στον τόνο των μονών συλλαβών. Δεν είναι, βέβαια, απαραίτητο να τονίζονται όλες οι μονές συλλαβές αλλά τουλάχιστον κάποιες από αυτές. Οι τροχαϊκοί στίχοι που έχουν ζυγό αριθμό συλλαβών έχουν πάντα τονισμένη την προτελευταία τους συλλαβή και λέγονται παροξύτονοι. Εκείνοι που ο αριθμός των συλλαβών τους είναι μονός έχουν τονισμένη ή την τελευταία συλλαβή και λέγονται οξύτονοι ή την τρίτη από το τέλος και λέγονται προπαροξύτονοι. Π.χ. Σε γνωρίζω από την κόψη τροχαϊκός 8σύλλαβος παροξύτονος

3. Ανάπαιστος: το συνταίριασμα δυο άτονων συλλαβών και μιας τονισμένης (○○●). Έτσι ο αναπαιστικός στίχος τονίζεται σε κάθε τρίτη συλλαβή, δηλαδή στην 3η, 6η, 9η κτλ. Π.χ. Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη αναπαιστικός τρίμετρος (10σύλλαβος) Και στην κόμη στεφάνι φορεί αναπαιστικός τρίμετρος ( 9σύλλαβος) 4. Μεσότονος: μια τονισμένη συλλαβή ανάμεσα σε δυο άτονες (○●○). Έτσι ο μεσοτονικός στίχος τονίζεται στις συλλαβές 2η, 5η, 8η κτλ. Π.χ. Η Δόξα δεξιά συντροφεύει μεσοτονικός τρίμετρος 5. Δάκτυλος: το συνταίριασμα μιας τονισμένης συλλαβής με δυο άτονες (●○○). Έτσι, ο δακτυλικός στίχος τονίζεται στις συλλαβές 1η, 4η, 7η κτλ. Π.χ. Ξύπνα δροσιά της αυγής και φεγγάρι δακτυλικός τετράμετρος (11σύλλαβος)

Συνίζηση

Συνίζηση είναι η συνεκφώνηση δύο γειτονικών φωνηέντων σε μια συλλαβή. Αυτό συμβαίνει όταν στην τελευταία συλλαβή μιας λέξης και στην πρώτη της επόμενης υπάρχουν φωνήεντα. Π.χ. στον στίχο «Σε γνωρίζω από την κόψη» η τέταρτη συλλαβή είναι στο τέλος της λέξης γνωρίζω και η πέμπτη συλλαβή είναι η αρχή της λέξης από. Έτσι, τα δυο φωνήεντα που στη γραμματική συνθέτουν δύο συλλαβές στη μετρική διαβάζονται και ισοδυναμούν με μία συλλαβή.

Χασμωδία

Όταν συναντώνται δύο φωνήεντα μέσα στην ίδια λέξη ή συμβαίνει να υπάρχει φωνήεν στο τέλος της λέξης και στην αρχή της επόμενης λέξης και δεν μπορούν να διαβαστούν ως μία συλλαβή, τότε διαβάζονται και ισοδυναμούν με δύο συλλαβές. Π.χ. ο στίχος «Σε μια ρώγα από σταφύλι» από το ποίημα του Ζ. Παπαντωνίου.

Ομοιοκαταληξία

1. Ζευγαρωτή: ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον δεύτερο, ο τρίτος με τον τέταρτο κτλ. α α β β 2. Πλεχτή: μέσα σ’ ένα τετράστιχο, ο πρώτος με τον τρίτο κι ο δεύτερος με τον τέταρτο α β α β 3. Σταυρωτή: μέσα σ’ ένα τετράστιχο ο πρώτος με τον τέταρτο κι ο δεύτερος με τον τρίτο α β β α 4. Ζευγαροπλεχτή: μέσα σ’ ένα εξάστιχο, ο πρώτος με τον δεύτερο, ο τέταρτος με τον πέμπτο και ο τρίτος με τον έκτο α α β γ γ β 5. Ανάκατη, χωρίς ορισμένη σειρά.

Εκφραστικά μέσα και σχήματα λόγου: αποσαφήνιση των όρων

Alphabet-01-goog

Το μάθημα της λογοτεχνίας «πάσχει» από ένα είδος ρευστότητας. Αυτό το χαρακτηριστικό προκαλεί αρκετά προβλήματα και στους μαθητές και στους διδάσκοντες. Τα περισσότερα και τα μάλλον δυσκολότερα σχετίζονται με θέματα όρων και γενικά ορολογίας. Εύκολα δηλαδή κάποιοι όροι, συγγενικοί μεταξύ τους και με κάποια κοινά σημεία ομοιότητας ή συνάφειας, συγχέονται μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι διπλό: οι μαθητές, χωρίς να έχουν κατά νου σαφή και διαυγή την έννοια των όρων, δυσκολεύονται να απαντήσουν σε σχετικές ερωτήσεις. Παράλληλα, από την άλλη πλευρά, και οι διδάσκοντες – τουλάχιστον οι πιο άπειροι – αντιμετωπίζουν κάποια προβλήματα διδακτικής καθαρότητας και σαφήνειας.

Τα προβλήματα αυτά έρχονται συνήθως στην επιφάνεια και αναδύονται με πιεστικό τρόπο, κάθε φορά – πάντα τέτοια εποχή – που διενεργούνται πανελλαδικές εξετάσεις. Πιο έντονα και περισσότερο χαρακτηριστικά αυτό συμβαίνει, όταν τεθεί ερώτηση που, ως ουσία, εντοπίζεται στα λεγόμενα σχήματα λόγου, όπως ακριβώς και εφέτος με το κείμενο του Σολωμού «Ο Κρητικός» (η ερώτηση ζητούσε να εντοπισθούν τέσσερα σχήματα λόγου και να προσδιορισθεί η [πολλαπλή] λειτουργία τους στον ποιητικό λόγο).

Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και σε κάθε άλλη ομόλογη, δημιουργείται εύκολα μια σύγχυση – εν μέρει και μια ταύτιση – ανάμεσα στο τι είναι σχήμα λόγου και τι εκφραστικό μέσο στα λογοτεχνικά κείμενα. Επομένως, δε θα ήταν άσκοπο ή και εξεζητημένο να γίνει μια απόπειρα αποσαφήνισης και νοηματικού διαχωρισμού των δύο συναφών όρων.

Καταρχήν, και τα σχήματα λόγου και τα εκφραστικά μέσα είναι χαρακτηριστικά στοιχεία της λογοτεχνικής γλώσσας (και γενικά της γλώσσας). Ανήκουν δηλαδή στη γλωσσική – εκφραστική τροπικότητα των λογοτεχνικών κειμένων. Υπάρχει, όμως, μια θεμελιώδης διαφορά: τα εκφραστικά μέσα είναι η ευρύτερη σε πλάτος έννοια, ενώ τα σχήματα λόγου είναι η στενότερη. Επομένως, τα λεγόμενα σχήματα λόγου (π.χ. μεταφορά, προσωποποίηση, υπερβολή, υπερβατό κλπ.) εγγράφονται, ως υπάλληλες έννοιες, στο ευρύχωρο πλάτος που έχει ο όρος εκφραστικά μέσα. Μπορούμε δηλαδή να πούμε ότι συνιστούν δύο ομόκεντρους κύκλους που ο στενότερος (= σχήματα λόγου) είναι εγγεγραμμένος στον ευρύτερο (= εκφραστικά μέσα).

Η έννοια αλλά και η ουσία, κυρίως, αυτού του σχήματος απεικονίζει το αυτονόητο αξίωμα: ότι δηλαδή όλα τα σχήματα λόγου είναι εκφραστικά μέσα, αλλά όλα τα εκφραστικά μέσα δε συνιστούν αναγκαστικά και σχήματα λόγου. Ανάμεσα δηλαδή στους δύο όρους δεν υπάρχει και δε λειτουργεί η έννοια της ταυτότητας (= α είναι α) ούτε, φυσικά, και η έννοια της ταυτοσημίας.

Θα αποσαφηνιστούν τα προαναφερόμενα καλύτερα, αν αναφερθούμε σε κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα. Η καλβική, λ.χ., εικονοποιία, συνήθως επιβλητική, μεγαλειώδης και εντυπωσιακή, ανήκει στα εκφραστικά μέσα του ποιητή, στη γλωσσική – ποιητική του τροπικότητα. Δε συνιστά, όμως, σχήμα λόγου. Αντίθετα, η καλβική εκφραστική τόλμη, όπως αισθητοποιείται, για παράδειγμα, στις εκφράσεις άνεμος σκληρός – το χώμα το μακάριον, χαρακτηρίζει τους γλωσσικούς – εκφραστικούς τρόπους του Κάλβου. Ταυτόχρονα όμως τα δύο προαναφερόμενα παραδείγματα από την ωδή Εις τον Ιερόν λόχον συνιστούν σχήματα λόγου (= μεταφοράς).

Εξάλλου, η σύγχυση ανάμεσα στα εκφραστικά μέσα και τα σχήματα λόγου αποτρέπεται, όταν λάβουμε υπόψη το εξής: ότι δηλαδή, ειδικά για τα σχήματα λόγου, το πώς λειτουργούν, ποια είναι τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά και σε τι αποβλέπουν, είναι τρία στοιχεία προσδιορισμένα και καθορισμένα με απόλυτη σαφήνεια.

Εν πρώτοις, κάθε σχήμα λόγου συνιστά μια ειδική διαχείριση μιας ή περισσότερων λέξεων. Αυτή η ειδική διαχείριση των λέξεων, που προκαλεί εκφραστικές ιδιαιτερότητες (=σημασιολογικές, γραμματικο–συντακτικές, ποσοτικές, αφύσικες διατάξεις στη σειρά των λέξεων), συνιστά τα λεγόμενα σχήματα λόγου.

Θα αρκούσαν, ενδεχομένως, δύο παραδείγματα, για να καταστούν τα πράγματα περισσότερο σαφή και καθαρά. Υπάρχει πιο συχνό και πιο εκφραστικό σχήμα λόγου από τη μεταφορά; Ο σύγχρονος ποιητικός λόγος θεμελιώνεται στην εκφραστική τόλμη που περιέχεται σε κάθε εύστοχη μεταφορική χρήση των λέξεων. Στην ουσία, όμως, τι συνιστά κάθε μεταφορά; Με τον πιο απλό τρόπο μπορούμε να πούμε το εξής: η μεταφορά ανασημασιολογεί την ουσία μιας λέξης• καταργεί δηλαδή και ακυρώνει την τρέχουσα και καθιερωμένη σημασία των λέξεων και προσδίδει σε αυτές μιαν άλλη καινοφανή και εκπλήσσουσα.

Σήμερα φυσάει γλυκό αεράκι.

Το επίθετο «γλυκό», που προσδιορίζει τα πράγματα γευστικά, σε αυτό το απλούστατο παράδειγμα ανασημασιοδοτείται, αποκτά δηλαδή μιαν άλλη σημασιολογική ταυτότητα (γλυκό αεράκι = ήπιο, μαλακό, ευχάριστο).

Αλλά και η έννοια και η λειτουργία μιας απλής και σύντομης παρομοίωσης τι ακριβώς συνιστά; Απλούστατα, στην παρομοίωση συλλειτουργούν ταυτόχρονα η έννοια μιας υπερβολής και ένας συγκριτικός λόγος:

Είναι ψηλός σαν κυπαρίσσι.

Προκειμένου ο λόγος, η εκφραστική δηλαδή τροπικότητα, να αισθητοποιήσει, να καταστήσει πιο παραστατικό και να εικονοποιήσει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα κάποιου προσώπου, προσφεύγει στην υπερβολή και στη σύγκριση.
Ενδεχομένως, να μας πει κάποιος ότι: περί όνου σκιάς ασχολούμεθα. Δε θα συμφωνήσω. Στην επιστήμη, και κατ’ επέκταση στα μαθήματα, κυριαρχεί ως θεμέλιος λίθος η ορολογία, καθώς και η σαφής και κρυστάλλινη χρήση και αίσθηση των διαφόρων όρων.

Ν. Παρίσης

πηγή: http://www.philognosia.gr/gr/ekfrastika.html