17/03/2014

Η Θεσσαλονίκη του Γιώργου Ιωάννου: “Στου Κεμάλ το σπίτι”

Δημοσιεύθηκε στο Στου Κεμάλ το σπίτι tagged στις 19:05 από eirinipax

spiti-kemal-570-800x554Με τον Γιώργο Ιωάννου (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Γιώργου Σορολόπη, 1927-1985), με συνδέει προσωπικά η Θεσσαλονίκη και ειδικότερα η Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ., στην οποία ο Ιωάννου σπούδασε και στην οποία υπηρέτησε ως Βοηθός στην έδρα της Αρχαίας Ιστορίας. Η σκιά του περιφέρεται ακόμη αισθητή στους διαδρόμους και τα σπουδαστήρια της Φιλοσοφικής.

Ο Ιωάννου ανήκει στην πρώτη μεταπολεμική γενιά λογοτεχνών και μοιράζεται με τους συγχρόνους του πεζογράφους και ποιητές αρκετά κοινά χαρακτηριστικά:

Τη νεωτερική τεχνοτροπία: οι πεζογράφοι αυτοί εγκαταλείπουν τις τεχνικές της παραδοσιακής αφήγησης (πλοκή, δομή, λογική αλληλουχία κ.λ.π.) για χάρη ενός τρόπου που υιοθετεί τεχνικές που μέχρι πρότινος τελούσαν υπό την αποκλειστική κυριότητα της ποίησης: μεταφορά, αλληγορία, συμβολισμός, συνειρμική γραφή (δείτε περισσότερα στο μεστό ιστολόγιο των ΕΑΠιλέκτων).
Τη στροφή προς τα μύχια της ψυχής: σύγχρονοι του Ιωάννου, όπως ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και άλλοι, εισάγουν στην Ελλάδα τις τεχνικές της «αυτόματης γραφής» και του stream of consciousness. H αυτόματη γραφή καταργεί ολοκληρωτικά την οποιαδήποτε διασύνδεση – νοηματική, ακόμη και συντακτική – ανάμεσα στις περιόδους του λόγου. Ο Ιωάννου δεν ακολουθεί τις μάλλον ακραίες αυτές πρακτικές, αλλά πολύ συχνά τα αφηγήματά του λειτουργούν σε ένα υποδόριο επίπεδο. Ο Ιωάννου θεματοποιεί εσωτερικές εμπειρίες, καταστάσεις και τοπία της ψυχής, ειδικά τη διαδικασία ατομικής ωρίμανσης (ψυχολογικής, κοινωνικής, σεξουαλικής) και τις ανατροπές της.
Την αίσθηση παρακμής, φθοράς και πτώσης: μια κοινή συναισθηματική ατμόσφαιρα διαρρέει τα κείμενα των πρώτων μεταπολεμικών πεζογράφων, ειδικά όσων από αυτούς – και είναι οι περισσότεροι – ήταν αριστεροί. Η λεγόμενη ήττα της Αριστεράς όμως είναι ίσως η κορυφή του παγόβουνου στην αιτιολογία αυτής της παρακμιακής αίσθησης. Πάνω από όλα διαχέεται ένα αίσθημα διάψευσης (disillusion) των ελπίδων οι οποίες επενδύθηκαν στον πόλεμο: ελπίδες για ειρήνη, ευημερία και πρόοδο, οι οποίες συνεθλίβησαν κάτω από τους ανοικονόμητους όγκους των μεταπολεμικών μεγαλουπόλεων και της ξέφρενης αστικής ζωής. Ο Ιωάννου αντιδρά σε αυτή την αίσθηση με μια ροπή προς τη νοσταλγική ανάμνηση μιας παλαιότερης, προπολεμικής κυρίως Θεσσαλονίκης, η οποία βρισκόταν όμως ήδη τότε σε ρυθμούς αλλαγής. Και αυτή η αλλαγή εκλαμβάνεται ως πτώση.
Ο Ιωάννου, αν και πέρασε μεγάλο διάστημα της ζωής του στην Αθήνα, είναι ο κατεξοχήν πεζογράφος της Θεσσαλονίκης: ο άνθρωπος που κατέγραψε τη μεταμόρφωση της πόλης από την πολυπολιτισμική μητρόπολη της Τουρκοκρατίας, με τα ιδιαίτερά της αρώματα και χρώματα, στη μεταβατική φάση της “πρωτεύουσας των προσφύγων” και τέλος στην τσιμεντούπολη της μεταπολεμικής περιόδου. Αυτή η μεταπολεμική Θεσσαλονίκη φάνταζε πάντα κάπως ξένη στον Ιωάννου, γι’ αυτό και συχνά ξαναγύριζε στην πόλη όπου πέρασε, γόνος προσφύγων ο ίδιος, την παιδική και (πολύ πιο κρίσιμα) την εφηβική του ηλικία.

Η Θεσσαλονίκη είναι κεντρική, καίρια παρουσία στην πεζογραφία του Ιωάννου. Επανέρχεται σχεδόν στην ολότητα των διηγημάτων του ως η πόλη-πλαίσιο, ως το κεντρικό σκηνικό της αφήγησης. Η Θεσσαλονίκη όμως είναι κάτι παραπάνω από ντεκόρ στον Ιωάννου. Καθίσταται η ίδια πρωταγωνίστρια στα διηγήματα, συμβολική παρουσία σχεδόν ανθρώπινη, που προκαλεί ένα σύνολο συνειρμών και αποτελεί δεξαμενή ιστορικής μνήμης, παράδοσης και εμπειρίας. Η Θεσσαλονίκη του Ιωάννου μπορεί άμεσα να συγκριθεί με άλλους διασημότερους λογοτεχνικούς «χρονοτόπους» της παγκόσμιας λογοτεχνίας, όπως η Πράγα του Franz Kafka, η Αγία Πετρούπολη του Dostoïevski ή το Δουβλίνο του James Joyce.

Η συμβολική διάσταση της Θεσσαλονίκης στον Ιωάννου προκύπτει πρωτίστως από την ιστορία της: μια αδιάλειπτη ιστορική και δη ελληνική συνέχεια συνδέει τη Θεσσαλονίκη με την αρχαία μακεδονική δυναστεία του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου. Διηγήματα όπως «Η σαρκοφάγος» καθιστούν απτή αυτή την αίσθηση διαχρονικότητας που διαστρωματώνει την αφήγηση του Ιωάννου. Η πόλη λειτουργεί ως χρονοκάψουλα, όπου οι ιστορικές φάσεις που τη σημάδεψαν συνυπάρχουν, αλληλεπιδρούν και νοηματοδοτούν η μια την άλλη.

Ο συμβολισμός της Θεσσαλονίκης προκύπτει επίσης από τον πολιτικό της ρόλο στην περιοχή των Βαλκανίων: ως η πρωτεύουσα των Βαλκανίων, το μέγα πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό κέντρο της χερσονήσου, η Θεσσαλονίκη υπήρξε φυσιολογικά δέκτης όλων των ταραχών και παλινδρομήσεων που ταλάνισαν τα Βαλκάνια. Η Θεσσαλονίκη δεν έπαψε ποτέ να είναι διαφιλονικούμενη ανάμεσα στους διάφορους λαούς που θεωρούσαν ότι κατείχαν ιστορικά δικαιώματα πάνω της.

Αυτή όμως η στρατηγική θέση της Θεσσαλονίκης στα Βαλκάνια προσέδωσε στην πόλη πρωτίστως την ιδιότητα που για τον Ιωάννου αποτελούσε ίσως το πιο ελκυστικό χαρακτηριστικό της, τον κοσμοπολιτισμό: αν η Θεσσαλονίκη συναιρεί την ιστορία, στο πρώτο μισό του εικοστού αιώνα συναιρούσε και την κοινωνιολογία της Βαλκανικής χερσονήσου. Αποτελούσε χοάνη λαών και πολιτισμών: Ελλήνων, Τούρκων, Σλάβων και πάνω από όλα Εβραίων, για τους οποίους η Θεσσαλονίκη αποτελούσε ένα από τα δύο μεγάλα κέντρα. Αυτός ο κοσμοπολιτισμός όμως της πόλης βρισκόταν ήδη σε κάμψη την εποχή του Μεσοπολέμου και γέρνει προς τη Δύση του στα χρόνια στα οποία ο Ιωάννου τοποθετεί τις αφηγήσεις του. Η Θεσσαλονίκη μεταμορφώνεται σταδιακά σε ομοιογενή ελληνική μητρόπολη. Ο Ιωάννου βιώνει το γεγονός αυτό ως απώλεια ταυτότητας: Η Θεσσαλονίκη χάνει το χαρακτήρα της, το χρώμα της, τις μυρωδιές της.

Αυτή η θεματολογία της απώλειας μιας πόλης και μιας εποχής διακρίνεται πιο έντονα στο διήγημα “Στου Κεμάλ το Σπίτι”, από τη συλλογή που τιτλοφορείται χαρακτηριστικά Η Μόνη Κληρονομιά (1974) και που περιστρέφεται πιεστικά γύρω από τις έννοιες της παρακαταθήκης, της ταυτότητας, του χρόνου (δέστε εδώ το φερώνυμο διήγημα από τη συλλογή).

[Το "Στου Κεμάλ το Σπίτι" (μπορείτε να το διαβάσετε συνοδευόμενο από έξοχο οπτικοακουστικό υλικό στο ιστολόγιο Αρισμαρί της Ευαγγελίας Στάμου].

Περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ίσως διήγημα του Ιωάννου, το “Στου Κεμάλ το Σπίτι” θεματοποιεί πικρά, ίσως ακόμη και ενοχλητικά, τη διαχρονική ιστορική μοίρα της Θεσσαλονίκης. Στο διήγημα, το σπίτι όπου φέρεται να γεννήθηκε ο Κεμάλ στη γωνία Αγίου Δημητρίου και Αποστόλου Παύλου, όπως και η παλιά οθωμανική συνοικία, φιλοξενεί πια πρόσφυγες “τουρκομερίτες”. Το διήγημα (και τη φαντασία του αφηγητή) στοιχειώνει μια μυστηριώδης μορφή, που δηλώνεται εξαρχής ως απουσία (“δεν ξαναφάνηκε”), μια αινιγματική μορφή, σχεδόν σαν φάντασμα, που έρχεται και φεύγει κάθε χρόνο την ίδια εποχή:

Δεν ξαναφάνηκε η μαυροφορεμένη εκείνη γυναίκα, που ερχόταν στο κατώφλι μας κάθε χρονιά, την εποχή που γίνονται τα μούρα, ζητώντας με ευγένεια να της δώσουμε λίγο νερό απ’ το πηγάδι της αυλής. Έμοιαζε πολύ κουρασμένη, διατηρούσε όμως πάνω της ίχνη μιας μεγάλης αρχοντικής ομορφιάς. Και μόνο ο τρόπος που έπιανε το ποτήρι, έφτανε για να σχηματίσει κανείς την εντύπωση πως η γυναίκα αυτή στα σίγουρα ήταν μια αρχόντισσα. Δίνοντάς μας πίσω το ποτήρι, ποτέ δεν παρέλειπε να μας πει στα τούρκικα την καθιερωμένη ευχή, που μπορεί να μην καταλαβαίναμε ακριβώς τα λόγια της, πιάναμε όμως καλά το νόημά της: “Ο Θεός να σας ανταποδώσει το μεγάλο καλό”. Ποιο μεγάλο καλό; Ιδέα δεν είχαμε.Καθόταν ήσυχα για ώρα πολλή στο κατώφλι της αυλής, κι αντί να κοιτάζει κατά το δρόμο ή τουλάχιστο κατά το πλαϊνό σπίτι του Κεμάλ, αυτή στραμμένη έριχνε κλεφτές ματιές προς το δικό μας σπίτι, παραμιλώντας σιγανά. Πότε-πότε έκλεινε τα μάτια και το πρόσωπό της γινόταν μακρινό, καθώς συλλάβιζε ονόματα παράξενα.
Η προσοχή της φαίνεται να επικεντρώνεται με τρόπο περίεργο σε μια παλιά μουριά, ένα δέντρο παλιό, με ρίζες βαθιές.Στις σύντομες επισκέψεις της στην πόλη η γυναίκα δέχεται πάντοτε με ευχαρίστηση τα κερασμένα μούρα από το δέντρο αυτό και το νερό από το βαθύ πηγάδι, χωρίς να μιλά. Ο Ιωάννου επιμένει να συνδέει την αινιγματική Τουρκάλα του με αυτή την αίσθηση του μεγάλου, απύθμενου βάθους, την οποία επιτείνει η εκκωφαντική, πεισματική της σιωπή (θυμάται εδώ κανείς αμυδρά τη Νιόβη ίσως του Αισχύλου):

Το δέντρο μας δεν ήταν από τις συνηθισμένες μουριές, απ’ αυτές που κάνουν εκείνα τα άνοστα νερουλιάρικα μούρα. Το δικό μας έκαμνε κάτι μεγάλα, ξινά σα βύσσινα, και πολύ κόκκινα στο χρώμα. Ήταν ένα δέντρο παλιά και τεράστιο, τα κλαδιά του ξεπερνούσαν το δίπατο σπίτι μας. Μοναχά ένα κακό είχε∙ τα φύλλα του ήταν σκληρά και οι μεταξοσκώληκές μου δεν μπορούσαν να τα φάνε. Ήταν, πάντως, δέντρο φημισμένο σ’ όλο το Ισλαχανέ κι ακόμα πιο πέρα.
Οι άνθρωποι την αγκαλιάζουν με ένα περίεργο συναίσθημα, κάτι ανάμεσα σε περιέργεια, αγάπη, ακόμη και φόβο. Αιωρείται η υποψία μήπως ο φόβος οφείλεται στο ότι οι τουρκομερίτες επήλυδες συλλαμβάνουν υποσυνείδητα, ψυχανεμίζονται ότι μια γυναίκα τόσο ξένη με το περιβάλλον όπως διαμορφώνεται στις μέρες τους ίσως να έχει ρίζες βαθύτερες από οποιονδήποτε κατοικεί τώρα στη γειτονιά (τη γειτονιά της;). Ποιος είναι αλήθεια ο Άλλος, ποιος είναι ο ξένος, στη Θεσσαλονίκη αυτή;

Η ταυτότητα της γυναίκας δεν αποκαλύπτεται ποτέ. Οι κάτοικοι όμως της φτωχής αυτής προσφυγικής συνοικίας μαθαίνουν κάποτε την καταγωγή της. Η είδηση τους ενοχλεί, τους ταράζει, τους ξεβολεύει. Αυτή η αδύναμη, σιωπηλή, διακριτική γυναίκα εκλαμβάνεται τώρα ανυπόκριτα και απερίφραστα ως είδος απειλής:

Εμείς ως τότε θαρρούσαμε πως είναι καμιά τουρκομερίτισσα δικιά μας, απ’ τις πάμπολλες εκείνες, που δεν ήξεραν λέξη ελληνικά, μια και η ανταλλαγή των πληθυσμών είχε γίνει με βάση τη θρησκεία και όχι τη γλώσσα. Η αποκάλυψη αυτή στη αρχή μάς τάραξε. Δε μας έφτανε που είχαμε δίπλα μας του Κεμάλ το σπίτι, σα μια διαρκή υπενθύμιση της καταστροφής, θα είχαμε τώρα και τους τούρκους να μπερδουκλώνονται πάλι στα πόδια μας; Και τι ακριβώς ήθελε από μας αυτή η γυναίκα; Πάνω σ’ αυτό δεν απαντήσαμε, κοιταχτήκαμε όμως βαθιά υποψιασμένοι.
Άραγε, διερωτάται κανείς, αυτό που ενοχλεί περισσότερο είναι ότι το σπίτι του Κεμάλ θυμίζει τον αιμοβόρο πατέρα του τουρκικού εθνικισμού ή ότι ανακαλεί στις πληγωμένες και οργισμένες μας ψυχές την εποχή της συμβίωσης πριν τον εθνικισμό;

Η Τουρκάλα εν τέλει αποσύρεται τόσο ξαφνικά όσο κάποτε εμφανίστηκε στη γειτονιά:

Η γυναίκα ξαναφάνηκε και τον επόμενο χρόνο, λίγο πριν απ’ τον πόλεμο. Όμως τη φορά αυτή της προσφέραμε νερό απ’ τη βρύση. Αρνήθηκε να πιει το νερό. Μόλις το έφερε στο στόμα, μας κοίταξε στα μάτια και μας έδωσε πίσω το γεμάτο ποτήρι. Επειδή την είδαμε ταραγμένη, θελήσαμε να της εξηγήσουμε. Ο σιχαμένος σπιτονοικοκύρης μας είχε διοχετεύσει το βόθρο του σπιτιού στο βαθύ πηγάδι. “Τώρα που σας έφερα το νερό στις κουζίνες σας, δε σας χρειάζεται το πηγάδι”, μας είχε πει. Η γυναίκα βούρκωσε, δε μας έδωσε όμως καμιά εξήγηση για την τόση λύπη της.
Ο σπαραγμός της Τουρκάλας, όταν αντιλαμβάνεται τη μόλυνση του νερού από τους οχετούς, και η ξαφνική φυγή της φαίνεται να απηχούν ξεκάθαρα τον βραχνά μιας πόλης που πεθαίνει. Η γειτονιά (η γειτονιά της;) παραδίδεται στα ανηλεή χέρια “συμμοριών” («κτηνανθρώπους», του λέει αλλού ο Ιωάννου), που μετέτρεψαν την πόλη σε μια θάλασσα από τσιμέντο κι έπνιξαν την ψυχή της με τις σύγχρονες “ανέσεις” τους:

Δεν την ξανάδαμε από τότε. Ήρθε – δεν ήρθε, άγνωστο. Άλλωστε και να ‘ρχότανε δε θα ‘βρισκε πια το κατώφλι με το αφράτο μάρμαρο για να ξαποστάσει. Το σπίτι είχε από καιρό παραδοθεί σε μια συμμορία εργολάβων και στη θέση του υψώθηκε μια πολυκατοικία απ’ τις πιο φρικαλέες. Τώρα ετοιμάζονται να την γκρεμίσουν οι γελοίοι. Ποιος ξέρει τι μεγαλεπήβολο σχέδιο συνέλαβε πάλι το πονηρό μυαλό τους. Αν γίνει αυτό, θα παραφυλάγω νύχτα μέρα, ιδίως όταν το σκάψιμο θα έχει φτάσει στα θεμέλια, κι ίσως μπορέσω να εμποδίσω ή τουλάχιστο να καθυστερήσω το χτίσιμο του νέου εξαμβλώματος.
Το τέλος του διηγήματος πυκνώνει ακόμη περισσότερο το πέπλο του μυστηρίου: τα όρια ανάμεσα στην αλήθεια και το παραμύθι τώρα θολώνουν. Ο αφηγητής αποκαλύπτει ότι η έγνοια του για τη σωτηρία ενός ψήγματος από την παλιά, την αυθεντική Θεσσαλονίκη σε αυτή τη γειτονιά είναι προσωπικό στοίχημα:

Την προηγούμενη φορά είχε βρεθεί εκεί στα βάθη ένα θαυμάσιο ψηφιδωτό, που άρχιζε απ’ το οικόπεδο του δικού μας σπιτιού και συνεχιζόταν προς το σπίτι του Κεμάλ. Το ψηφιδωτό αυτό οι δασκαλεμένοι εργάτες το σκεπάσανε γρήγορα γρήγορα για να μην τους σταματήσουν οι αρμόδιοι. Πάντως, τις ώρες που το έβλεπε το φως του ήλιου, γίνονταν διάφορα σχόλια απ’ την έκθαμβη γειτονιά. Όλοι μιλούσανε για την ομορφιά και την παλιά δόξα, μα ανάμεσα στα δυνατά λόγια και τις φωνές, άκουσα μια γριά να σιγολέει: «Στο σπίτι αυτό καθόταν ένας μπέης, που είχε μια κόρη σαν τα κρύα τα νερά. Κυλιόταν κάτω, όταν φεύγανε, φιλούσε το κατώφλι. Τέτοιο σπαραγμό δεν ματαείδα».
Εδώ φαίνεται να λύεται το μυστήριο της Τουρκάλας. Τι μάθαμε όμως στ’ αλήθεια; Η αλήθεια χάνεται στο πέπλο του παραμυθιού (η γλώσσα η ίδια εδώ μιμείται το παραμύθι). Η Τουρκάλα και το παρελθόν της χάνονται μέσα στον μύθο· γίνονται θρύλος. Η παλιά πόλη, η χαμένη πόλη, γίνεται πια η ίδια ένας θρύλος. Δεν είμαστε βέβαιοι αν υπήρξε καν ποτέ.

πηγή: http://antonispetrides.wordpress.com/2012/04/16/thessaloniki_ioannou_1/

 

23/02/2014

Βαρβάρα Ρούσσου, “Κ. Δημουλά, Σημείο αναγνωρίσεως: το σημείο ενός στερεότυπου φεμινισμού”

Δημοσιεύθηκε στο Σημείο Αναγνωρίσεως tagged στις 21:10 από eirinipax

shmeio

  Το ποίημα «Σημείο αναγνωρίσεως» ανήκει στη συλλογή Το λίγο του κόσμου . Η συλλογή αυτή αποκρυσταλλώνει σε μεγάλο βαθμό την ιδιοπροσωπία της ποίησης της Δημουλά. Καθιερώνονται ως βασικά σχήματα η μεταφορά, η μετωνυμία και οι ανατροπές της συντακτικής δομής δηλαδή η απομάκρυνση από τη συμβατική γλώσσα, πυκνώνει η τολμηρή χρήση των επιθέτων, η ουσιαστικοποίησή τους και το αντίστροφο, εγκαθιδρύεται ο μελαγχολικός τόνος ως μόνιμο υπόβαθρο της ψυχικής διάθεσης, συχνά προερχόμενος από την άγονη καθημερινότητα, συνεχίζεται η πικρά ειρωνική έως και (αυτό)σαρκαστική οπτική  που διαποτίζει κάθε στοχασμό. Μορφολογικά η Δημουλά συνεχίζει τη φόρμα των σχετικά σύντομων στίχων αν και δοκιμάζει και πολυσύλλαβους στίχους. Τέλος, διατηρούνται τα σημεία στίξης που αργότερα θα περιοριστούν. Το λίγο του κόσμου αποτελεί επομένως σημείο αιχμής για την ποιητική πορεία της Δημουλά. Ο τίτλος της συλλογής αντλείται από ομώνυμο ποίημα  (όπου το Λίγο με κεφαλαίο) και  σε συσχετισμό με το όλο κλίμα στο έργο της ποιήτριας μπορεί να προσληφθεί ως έλλειμμα ζωής δηλαδή η κλειστή και περιορισμένη κλίμακα του κόσμου έναντι των ατομικών προσδοκιών από αυτόν και έναντι των ονείρων, των επιθυμιών που μένουν απραγματοποίητες ή πραγματώνονται με έκπτωση από το αρχικό και γίνονται έτσι πηγή θλίψης. Ο κόσμος είναι λίγος και για τα πάθη –υπό τις δύο σημασίες τους-όπως είναι λίγος και για να χωρέσει τη διαρκή φθορά. Κόσμος είναι, τέλος, και το σύνολο των ανθρώπων με τους οποίους η επικοινωνία είναι ελλιπής.

  Στη συλλογή,  του ποιήματος «Σημείο αναγνωρίσεως» προηγείται το «Ασυγκινησία Ζωγραφιά γυναίκας σε καφενείο στην Εύβοια», δηλαδή ποίημα συναφούς τίτλου και σχεδόν κοινής θεματικής με υπόρρητη όμως την έννοια της γυναικείας καταπίεσης. Εδώ κυριαρχεί το βλέμμα των αντρών και αντίθετα με την κινητικότητα των εποχών η ακινησία της γυναίκας του κάδρου που υποτάσσεται σε κάθε εξωτερικό παράγοντα.

   Επιστρέφοντας στο «Σημείο αναγνωρίσεως» : Ο τίτλος του ποιήματος είναι συνήθης στο έργο της Δημουλά. Γενικότητα δύο ουσιαστικών εκ των οποίων το ένα σε γενική, όλα άναρθρα όπως συνηθίζει η ποιήτρια. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι παραπέμπει στις αναγνωρίσεις των δημοτικών τραγουδιών που ανάγονται με τη σειρά τους στην αρχαία ποίηση, αναγνωρίσεις που γίνονται με τη χρήση «σημείων», σημαδιών. Έπεται ένας υπότιτλος που προσδιορίζει και τρόπον τινά υποψιάζει για το θέμα. Παρόμοιος τίτλος το «Υπό φθινόπωρον» σκηνή σε πάρκο με άγαλμα, αλλά υπάρχουν και άλλοι τίτλοι με υπότιτλο. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

12/02/2014

Κ. Δημουλά, Σημείο Αναγνωρίσεως, Μίλτος Σαχτούρης, Ο ελεγκτής: Μια παρουσίαση από την Αγάθη Γεωργιάδου

Δημοσιεύθηκε στο ποιήματα για την ποίηση, Ο Ελεγκτής, Σημείο Αναγνωρίσεως tagged , στις 15:23 από eirinipax

<div style=”margin-bottom:5px”> <strong> <a href=”https://www.slideshare.net/geoagathi/ss-31086110&#8243; title=”Κ. ΔΗΜΟΥΛΑ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ” target=”_blank”>Κ. ΔΗΜΟΥΛΑ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ</a> </strong> from <strong><a href=”http://www.slideshare.net/geoagathi&#8221; target=”_blank”>Agathi Georgiadou</a></strong> </div>

<div style=”margin-bottom:5px”> <strong> <a href=”https://www.slideshare.net/geoagathi/2-31086101&#8243; title=”Μ. Σαχτούρης, Ο Ελεγκτής” target=”_blank”>Μ. Σαχτούρης, Ο Ελεγκτής</a> </strong> from <strong><a href=”http://www.slideshare.net/geoagathi&#8221; target=”_blank”>Agathi Georgiadou</a></strong> </div>

08/02/2014

Μ. Σαχτούρης, Ο Ελεγκτής (eirinipax)

Δημοσιεύθηκε στο ποιήματα για την ποίηση, Ο Ελεγκτής tagged στις 13:00 από eirinipax

Μ. Σαχτούρης,  Ο Ελεγκτής

broken_wings 

Γενικά χαρακτηριστικά του έργου του:

  • Αντλεί τα βιώματά του από τα προσωπικά του βιώματα, τις εμπειρίες του  και την εποχή του, κυρίως μετά τον Εμφύλιο.
  • Έχει δημιουργήσει ένα δικό του κόσμο, με θεμέλια, αρχιτεκτονική διάρθρωση, ενότητα ύφους και περιεχόμενο. Ο κόσμος αυτός φαίνεται κατακερματισμένος και παράλογος, κλειστός και ατομικός, όμως υπάρχει μια ευαίσθητη ακοή που αφουγκράζεται κι ένα μάτι που βλέπει άγρυπνα ό,τι γίνεται απ’  έξω. Τα ποιήματά του είναι γεμάτα εικόνες (θεωρείται ο «εικαστικότερος» των ποιητών μας) εικόνες ενός ανεστραμμένου, έκπτωτου, σαπισμένου κόσμου. Ο ποιητής εμφανίζεται στην ποίησή του χωρίς χαμόγελο, πονεμένος, πικρός, αηδιασμένος κι έντρομος, πάντοτε όμως νοσταλγός ενός υψηλότερου καθαρού χώρου, ενός ουρανού, όπως τον νοσταλγούν οι φυλακισμένοι  
  • Λεκτική λιτότητα κι αυστηρότητα, ισορροπημένη μορφή και ευσύνοπτο μήνυμα. Η αφαίρεση λειτουργεί σε όλα τα στάδια της καλλιτεχνικής δημιουργίας και σε όλα τα πεδία του ποιήματος (καμιά συσσώρευση ή πλεονασμός όρων, η πρόταση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του ποιήματος, λίγες λέξεις)
  • Σε κάθε ποίημα του Σαχτούρη υπάρχει: α) μια ιστορία-«μήνυμα»   β) μια «σκηνική» διάρθρωση   γ) μια «ιδεοπλαστική» εικόνα
  • Τα ποιήματά του δεν είναι απαισιόδοξα, είναι σαν τα ξόρκια που ξορκίζουν το κακό. μοιάζουν με μάσκες αφρικάνικες, με μάσκες ζώων και προγόνων, για να ξορκιστεί ο θάνατος, όπως συμβαίνει και με τις μάσκες των ιθαγενών. (Σχόλιο του ίδιου του ποιητή)

«Ο Ελεγκτής»

Ανήκει στη συλλογή  Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο που εκδόθηκε το 1958.

Ακολουθεί τους κανόνες της νεότερης ποίησης: εγκατάλειψη παραδοσιακών ποιητικών φορμών, ελεύθερος στίχος, γλώσσα απλή, υπερρεαλιστικές εικόνες, συνειρμοί, ελλειπτικότητα, απουσία εκφραστικών σχημάτων, αυτοαναφορικότητα, σύμβολα.

Είναι ένα ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικό ποίημα όσον αφορά τη συνειδητοποίηση του χρέους ενός ποιητή, ο οποίος έχει κοινωνική, ηθική και ανθρωπιστική αποστολή να πετά, έστω και με σπασμένα φτερά. Είναι το χρέος του ποιητή απέναντι στην τύρβη και τη φρίκη. Το χρέος του να συμφιλιώνει τον «ουρανό» με τη γη, να φωτίζει με το φως των αστεριών το αιματόβρεχτο γήινο τοπίο, να πετάει ψηλότερα από τους άλλους ανθρώπους, να «φρουρεί» παράδοση κι αξίες.

Τίτλος: απαρτίζεται,  κατά τη σαχτουρική συνήθεια, από ένα έναρθρο ουσιαστικό. Είναι ένας τρόπος να ορίσει ο ποιητής το χώρο του για να προετοιμάσει την είσοδο του αναγνώστη στο μαγικό χώρο του και να παρακολουθήσει την παράξενη, μικρή, αλλά γοητευτική ποιητική ιστορία. Στον τίτλο φαίνεται η ιδιότητα ενός συγκεκριμένου ποιητικού υποκειμένου με πολύ ξεκάθαρη αποστολή. Ο ποιητής είναι ο διαμεσολαβητής, ο καθοδηγητής, το αρμόδιο πρόσωπο που οφείλει να ελέγχει τ’  αστέρια, να επαγρυπνεί για να μη σβήσει το φως τους. Είναι ο δίαυλος επικοινωνίας από τον κόσμο της ύλης στον κόσμο του πνεύματος.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

M. Σαχτούρης, Ο Ελεγκτής (Δ. Χλωπτσιούδης)

Δημοσιεύθηκε στο ποιήματα για την ποίηση, Ο Ελεγκτής tagged στις 12:57 από eirinipax

tumblr_moeyp8aU8z1sunjgjo1_500

Θέμα του ποιήματος είναι η ευθύνη του ποιητή που συνίσταται στο να καθιστά εφικτή την επικοινωνία με τον ουρανό. Πάγιο, πανανθρώπινο αίτημα της ποίησης του Σαχτούρη είναι ο ουρανός. Ο ποιητής, ακόμα και με σπασμένα φτερά, έχει χρέος να ελέγχει το φως των αστεριών σε έναν ουρανό γεμάτο αντιξοότητες (γεμάτο αίμα). Αυτή όμως είναι και η αποστολή του, που του υπαγορεύει η φύση του ως κληρονόμου πουλιών.

Για την εκπλήρωση αυτής της αποστολής ο ποιητής πρέπει να βρίσκεται σε διαρκή εγρήγορση, πράγμα που αντανακλάται και στον τίτλο.

Ο ουρανός ως σταθερό στοιχείο στο Σαχτούρη συμβολίζει τον πνευματικό κόσμο. Εκφράζει την ανάγκη του ποιητή να ξεφύγει από τη μίζερη υλική πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ποιητής μεγάλωσε μέσα σε συνθήκες πολέμου και προσφυγιάς (όπως ήταν όλος ο ελληνικός Κ΄ αιώνας). Έζησε σε ταραγμένες εποχές οι οποίες διαμόρφωσαν καθοριστικά την ποιητική του.  Έτσι, κάνουμε λόγο για ποίηση που εκφράζει κοινωνικά αδιέξοδα, τραυματισμένη συνείδηση και πνευματική αποτελμάτωση. Είναι πικρή, σκληρή, με μία δυσδιάκριτη ελπίδα για το μέλλον.

Ο τίτλος ορίζει το χώρο του, ώστε ο αναγνώστης να προετοιμαστεί για την είσοδό του στο μαγικό κόσμο της ποίησης. Ορίζει συνάμα και το χρέος του ποιητή, που είναι η αποκατάσταση της επικοινωνίας των ανθρώπων με τον «ουρανό», το χώρο όπου διαφυλάσσονται οι αξίες, τα πνευματικά αγαθά. Ο ποιητής ως ελεγκτής των αστεριών, διαμεσολαβεί μεταξύ ουρανού και γης, προσπαθώντας να βοηθήσει στο να φτάσει το φως των αστεριών στη γη, το φως της ελπίδας για έναν ομορφότερο και δικαιότερο κόσμο στη σκληρή και απάνθρωπη γήινη πραγματικότητα. Καταλαβαίνουμε λοιπόν πως ο τίτλος συνδέεται άμεσα και συμβολικά με το περιεχόμενο του ποιήματος αναφερόμενος στη συνειδητή αποστολή του ποιητή να διατηρήσει ζωντανή την αντίσταση στο ηθικό σκοτάδι.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

02/02/2014

Κυριακή Δόλια, Το “εγώ” και το “έτερον” στον Δαρείο του Κ. Καβάφη, Φιλολογική, τ. 81

Δημοσιεύθηκε στο ποιήματα για την ποίηση, Δαρείος tagged στις 22:22 από eirinipax

DariusIOfPersia1

“Δαρείος”-Φιλολογική τ. 81

26/01/2014

Δ.N. Mαρωνίτης, «Yπεροψία και μέθη. O ποιητής και η Iστορία» (1970) – Κ.Π. Καβάφης

Δημοσιεύθηκε στο ποιήματα για την ποίηση, Δαρείος tagged στις 12:03 από eirinipax

 Δ.N. Mαρωνίτης, «Yπεροψία και μέθη. O ποιητής και η Iστορία» (1970) 

48-49f2-thumb-large

Δ. Ν. Μαρωνίτης, Υπεροψία και μέθη

Δημοσιεύθηκε στο ποιήματα για την ποίηση, Δαρείος tagged στις 11:55 από eirinipax

Μιθριδάτης

Δ.Ν. Μαρωνίτης, Υπεροψία και μέθη (1)

 Οι ποιητές και η ποίηση δεν τα πάνε και τόσο καλά με την τρέχουσα πολιτική και με τους τρέχοντες πολέμους

 

Μιλώντας τις προάλλες για την ακατάσχετη απορρύθμιση που συνεπιφέρει τις μέρες αυτές ο πόλεμος στο Ιράκ, την εντόπισα πρώτα στο ζεύγος «σκέψη – αίσθηση», για να καταλήξω στο άλλο, πρακτικότερο, ζεύγος «έργα – λόγια». Ελεγα λοιπόν ότι ο καταιγισμός γεγονότων και πληροφοριών, έντυπων και ηλεκτρονικών, για το ανήκουστο αυτό μακελειό, παραλύει το μυαλό και παροξύνει μέχρι υπερβολής τις αισθήσεις, υπονομεύοντας έτσι τη στοχαστική και πολιτικά υπεύθυνη κρίση μας. Χειρότερη όμως φαίνεται να είναι η απορρυθμιστική επίδραση του πολέμου στους όρους του δεύτερου ζεύγους, καθιστώντας τώρα χαοτικό το κενό ανάμεσα στα λόγια και στα έργα. Σύνδρομο εύκολα αναγνωρίσιμο τον τελευταίο καιρό τόσο στη συλλογική όσο και στην ατομική συμπεριφορά, ελέγξιμο σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό και διηπειρωτικό επίπεδο.

Στη σχιζοφρενική πάντως αυτή ασυνέχεια και ασυνέπεια ανάμεσα σε έργα και λόγια για τα δρώμενα στο Ιράκ εμπλέκονται, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο: οι εμπόλεμοι αντίπαλοι· οι πολιτικοί όλων των βαθμίδων, από τις τοπικές έως τις ευρωπαϊκές και διεθνείς· οι δημοσιογράφοι κάθε κατηγορίας· οι επιστήμονες, κυρίως των ανθρωπιστικών σπουδών· τέλος, οι συγγραφείς, συμβολικά δηλωμένοι ως ποιητές. Η εμπλοκή διαφέρει κατά περίπτωση, ποσοτικά και ποιοτικά· άλλοτε και αλλού είναι προφανής, άλλοτε και αλλού λανθάνει. Για ευνόητους λόγους θα επιμείνω στους ποιητές, οι οποίοι συχνά πυκνά εγκαλούνται, είτε επειδή στρατεύονται στα πολιτικά και πολεμικά δρώμενα του καιρού τους είτε γιατί, αποφασισμένοι ή αναποφάσιστοι, απέχουν από αυτά.

Πρόσφατα στον Τύπο εμφανίστηκαν κατακριτικά κείμενα και για τις δύο περιπτώσεις, διατυπωμένα μάλιστα με τρόπο προκλητικό και δογματικό. Η αλήθεια είναι ότι οι ποιητές και η ποίηση δεν τα πάνε και τόσο καλά με την τρέχουσα πολιτική και με τους τρέχοντες πολέμους: η τριβή της στράτευσης αφενός και η επιλογή της αποχής αφετέρου δημιουργούν διλήμματα, για τα οποία δεν υπάρχουν μονόδρομες λύσεις. Κάποιοι εξάλλου φαίνεται να πιστεύουν ότι το σόι των ποιητών είναι από τη φύση του αντιπολεμικό ή απόλεμο, και μόνο αυτή η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους αναγνωρίζεται ως ισχύουσα και νόμιμη. Τα υπόλοιπα, λένε, είναι εκ του πονηρού.

Σ’ αυτή την υπόθεση, όπως προηγουμένως την απλοποίησα, υπάρχει κάτι σοβαρό, κάτι σοβαροφανές, αλλά και κάτι ευτράπελο. Και τα τρία προκύπτουν κατά τη γνώμη μου από την αφύσικα απορρυθμισμένη σχέση λόγων και έργων σε περίοδο και περίπτωση πολέμου. Γεγονός που ιδιοφυώς το συνέλαβε και το αποτύπωσε σε ένα ποίημά του ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Ο λόγος για τον απαστράπτοντα ειρωνικώς «Δαρείο», το πολιτικότερο ίσως πόνημα του αλεξανδρινού και ένα από τα αρτιότερα κατορθώματα της ώριμης δημιουργικής φάσης του.

Θυμίζω πρώτα τα αναφαίρετα στοιχεία ταυτότητας του ποιήματος. Ο καβαφικός «Δαρείος» συντίθεται το 1917 και δημοσιεύεται το 1920. Αποτελεί επομένως στοχαστικό απόσταγμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, στην εμπειρία του οποίου, λοξά έστω, παραπέμπει. Ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα του ποιήματος επιτρέπουν, πιστεύω, να το επιγράψουμε με τους επόμενους, εναλλακτικούς και συμπληρωματικούς, τίτλους: ποίημα εν πολέμω· ποιητής εν πολέμω· πόλεμος εναντίον ποιήσεως· ποίησις εναντίον πολέμου. Πλήρης λοιπόν η σκηνοθεσία της ανταγωνιστικής συνύπαρξης των δύο όρων που μας ενδιαφέρουν.

Σκηνοθεσία μάλιστα πονηρά διπλασιασμένη ως προς τα παραστατικά της στοιχεία. Γιατί πίσω από τον επώνυμο ποιητή Φερνάζη, που εμφανίζεται στο προσκήνιο του ποιήματος, υποκρύπτεται ως υποβολέας ο ποιητής Καβάφης. Κάτω από το ασυντέλεστο, λόγω πολέμου, ποίημα του Φερνάζη, συντελείται, εις βάρος του και προς έλεγχό του, το ποίημα του Καβάφη. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο παράλληλα κάτοπτρα πολλαπλασιάζεται το επίμαχο θέμα, με εξέχουσες δύο γνωμικές αιχμές: η μία (υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος) κολλάει καλά στον μεγαλομανή πλανητάρχη του καιρού μας· η άλλη (Μέσα σε πόλεμο – φαντάσου ελληνικά ποιήματα) συμπάσχει ειρωνικά με την κακή τύχη των ποιημάτων και των ποιητών σε ώρα πολέμου. Το πράγμα αξίζει περισσότερο ψάξιμο.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  http://www.tovima.gr/06/04/2003

 

Υπεροψία και μέθη (2)

 

Το έπος (και ο νεότερος απόγονός του: το μυθιστόρημα) συχνά πυκνά υποδέχεται ως θέμα του τον πόλεμο

 

Αν δεχτούμε ότι η ποίηση συστήνει τον λόγο στην πυκνότερη θετική εκδοχή του και ο πόλεμος το έργο στην πυκνότερη αρνητική του έκφραση, τότε εξηγείται η ακραία αντιπαθητική σχέση ποίησης και πολέμου, με αποτέλεσμα ο ένας όρος να αντιστρέφει και να αντιμάχεται τον άλλο. Τούτο δεν αποκλείει ωστόσο τη γραμματολογική κυρίως διασταύρωσή τους. Απόδειξη: το έπος (και ο νεότερος απόγονός του: το μυθιστόρημα) συχνά πυκνά υποδέχεται ως θέμα του τον πόλεμο· αλλά και οι κατά καιρούς αρχηγικοί πολεμιστές επιζητούν και απολαμβάνουν την ποιητική καταξίωση των πολεμικών κατορθωμάτων τους. Αυτή η διπλή (αντιφατική και συνάμα συμφατική) πλοκή ποίησης και πολέμου προβάλλεται με ειρωνικό τρόπο στον καβαφικό «Δαρείο», τον οποίο επέλεξα την περασμένη Κυριακή ως καταλυτικό παράδειγμα απορρύθμισης της συνάφειας ανάμεσα στα λόγια και στα έργα εξαιτίας του αποτρόπαιου πολέμου στο Ιράκ.

Με τους όρους αυτούς πρότεινα να τιτλοφορηθεί ο «Δαρείος» του Κ. Π. Καβάφη (ένα από τα ωριμότερα κατορθώματα του αλεξανδρινού και μάλλον το πολιτικότερο) εναλλακτικώς ως: ποίημα εν πολέμω· ποίησις εναντίον πολέμου· πόλεμος εναντίον ποιήσεως· ποιητής εν πολέμω. Πρόκειται για συμπληρωματικά ζεύγη, που συμπλέκονται σταυρωτά μεταξύ τους, καθώς εξελίσσεται και περατώνεται το διφορούμενο αυτό ποίημα. Ο διφορούμενος εξάλλου τρόπος της προκείμενης διαπλοκής ενισχύεται, όπως έγραφα, και με τον αναδιπλασιασμό προσώπων και θεμάτων: πλασματικός ποιητής ο Φερνάζης, πραγματικός ποιητής ο Καβάφης, που υποδύεται τον υποβολέα του Φερνάζη· ανεκτέλεστο λόγω της ρωμαϊκής εισβολής το έπος που επιχειρεί ο Φερνάζης, συντελεσμένος ο καβαφικός «Δαρείος», ως, αλληγορικό έστω, σχόλιο και του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Αλλά και η διασημότερη απόφαση του ποιήματος υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος τελικώς διαχέεται από τον Δαρείο εντός και εκτός του ποιήματος, για να επιστρέψει στον ίδιο τον Φερνάζη, υπογραμμίζοντας την ποιητική του ιδεοληψία, από την οποία δεν μπορεί, και δεν θέλει, να απαλλαγεί, όσο και αν γύρω του μαίνεται η συλλογική ταραχή και κυριαρχεί το ακατάσχετο πια κακό του πολέμου.

Διφορούμενος εξάλλου ελέγχεται γενικότερα ο Φερνάζης, καθώς η ποιητική του εμμονή και η αντιπολεμική του αντίδραση υποβάλλονται μέσα στο ποίημα από τον Καβάφη με μείγμα συγκαταβατικής συμπάθειας και υπομονομευτικού σαρκασμού. Καθώς έγραφα άλλοτε και αλλού (στα δίσεχτα χρόνια της χούντας, προτείνοντας το ποίημα ως υπόδειγμα ποιητικού και πολιτικού ρεαλισμού), ο Φερνάζης εύκολα διαβάλλεται για διπλοπροσωπία. Τρία αποδεικτικά παραδείγματα:

α) Αυλικός ποιητής (έλληνας ή ελληνομαθής) βρίσκεται στην υπηρεσία του Μιθριδάτη. Πρόκειται για αξιοπρεπή ποιητή ή για αυλοκόλακα; β) Ο Φερνάζης το παίζει φιλοσοφημένος και φιλόσοφος ποιητής, που ψάχνει τα εναλλακτικά αισθήματα και κίνητρα του Δαρείου, όταν παρέλαβε τη βασιλεία των Περσών. Είναι όμως αυτή η στοχαστική του εμβρίθεια πράγματι σοβαρή ή σοβαροφανής; γ) Με την εισβολή του πολέμου μέσα στο ποίημα, ο Φερνάζης ταλαντεύεται ανάμεσα στην αποστολή του ως ποιητή και στο καθήκον του ως πολίτη. Μένει ενεός, αδημονεί, σαρκάζει και σαρκάζεται, εξισώνοντας την ποιητική του ανασφάλεια με την πολεμική ανασφάλεια της χώρας του. Πρόκειται για συμμετοχική αγωνία ή για ιδιοτελή πανικό;

Κανένα από τα τρία προηγούμενα ερωτήματα δεν επιδέχεται κατά τη γνώμη μου μονοσήμαντη απάντηση. Η αμφιβολία είναι εδώ εμπρόθετη, σκηνοθετημένη επιδέξια από τον Καβάφη, και δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να αναιρεθεί. Ο Φερνάζης εμφανίζεται επίτηδες μετέωρος μεταξύ ποίησης και πολέμου. Η εκκρεμότητά του εξεικονίζει επακριβώς την απορρύθμιση που συνεπάγεται η εισβολή του πολέμου στην περιοχή της ποίησης, και αντιστρόφως. Σ’ αυτή την αιφνίδια απορρύθμιση ενδίδει ο ποιητής Φερνάζης, όπως εξάλλου συμβαίνει συχνά με τους περισσότερους ομοτέχνους του σε ανάλογες περιστάσεις. Πίσω ωστόσο από τον ενδοτικό Φερνάζη στέκει ειρωνικά ανένδοτος ο ίδιος ο Καβάφης. Θα συνεχίσω.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: http://www.tovima.gr/13/04/2003

 

 

19/01/2014

Κ.Π. Καβάφης, Ο Δαρείος

Δημοσιεύθηκε στο ποιήματα για την ποίηση, Δαρείος tagged στις 16:14 από eirinipax

Μια “ανάγνωση” – παρουσίαση του ποιήματος από την Αγάθη Γεωργιάδου

Καβάφης, Δαρείος (Αγάθη Γεωργιάδου)

12/01/2014

παπαδιαμαντικοί στίχοι

Δημοσιεύθηκε στο Αταξινόμητα tagged στις 11:12 από eirinipax

Επόμενη Σελίδα