Η Φεγγαροντυμένη – Η Λογοτεχνία αλλιώς 2

Δεύτερη χρονιά που το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Προσανατολισμού δεν εξετάζεται πανελλαδικά.  Δεύτερη χρονιά που μαθητές και καθηγήτρια το απολαμβάνουμε. Ξεκινήσαμε με τον Κρητικό του Δ. Σολωμού. Αναμφισβήτητα κορυφαίο έργο. Το διαβάζουμε, συζητάμε, προβληματιζόμαστε, προσπαθούμε να  εμβαθύνουμε, κάνουμε αναγωγές στο σήμερα, περιδιαβαίνουμε ελεύθερα μεταξύ ποίησης και πραγματικότητας και κυρίως ανακαλύπτουμε τη χαμένη αναγνωστική απόλαυση που μπορεί να προσφέρει η λογοτεχνία στο σχολείο.

Από πέρσι, κάθε φορά που μπαίνω στην τάξη να διδάξω λογοτεχνία στην Γ΄λυκείου, χαίρομαι. Αποβάλλω το άγχος που πιθανόν να διακατέχει όσους επιχειρούμε να κρατήσουμε το ενδιαφέρον μαθητών που προετοιμάζονται για τις πανελλαδικές.

Και νομίζω ότι το καταφέρνω. Δεν βλέπω άλλα βιβλία στα θρανία, βλέπω μάτια να με κοιτάζουν και παιδιά με διάθεση να συγκινηθούν. Kάποιες στιγμές νομίζω ότι ακούω  «O captain, my captain!» Αλαζονεία; Μπα, απλώς ικανοποίηση!

Κάπως έτσι ήρθαν και οι αποτυπώσεις στο χαρτί της μορφής της Φεγγαροντυμένης:

%ce%b7-%cf%86%ce%b5%ce%b3%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%b1%cf%82

Η Φεγγαροντυμένη της Χριστίνας Μπίνια

Η Φεγγαροντυμένη της Ελένης Κόκκαλη

Η Φεγγαροντυμένη της Ελένης Κόκκαλη

%ce%b7-%cf%86%ce%b5%ce%b3%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b1%cf%82

Η Φεγγαροντυμένη της Άννας Σαμαρά

Το «Όνειρο στο κύμα» όπως το είδε η Όλγα

Η Όλγα φέτος θα δώσει πανελλαδικες εξετάσεις. Διαβάζει πολύ. Κι όμως ξεκλέβει χρόνο να αποτυπώνει, σε σκαριφήματα ίσως, αυτό που εισπράττει μέσα από τα κείμενα που προσεγγίζουμε στο μάθημα της λογοτεχνίας.

Την ευχαριστώ, γιατί για άλλη μια φορά επιβεβαιώνει την πεποίθησή μου ότι η λογοτεχνία πρέπει να διδάσκεται σαν μια μορφή τέχνης, αποδεσμευμένη από έτοιμες αναλύσεις και σχόλια, σαν αφορμή για συζητήσεις καλλιτεχνικές, αισθητικές, φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές…

«Ο βοσκός και οι Μοσχούλες»

Η Φεγγαροντυμένη – Η λογοτεχνία αλλιώς

Φέτος το μάθημα της λογοτεχνίας αποσυνδέθηκε από τις πανελλαδικές εξετάσεις.

Μαθητές και εκπαιδευτικοί το απολαμβάνουμε. Βρίσκουμε πάλι τη χαμένη -κάπου ανάμεσα σε σημειώσεις, αναλύσεις κι ερμηνείες- αναγνωστική απόλαυση, την ηδονή της λογοτεχνίας.

Κάπως έτσι -μεταξύ κουβέντας που κινείται ελεύθερα από τη φύση στη μεταφυσική,  από τον Έρωτα στο θάνατο, από το ρεαλισμό στη φαντασία κι από την ποίηση στη ζωγραφική-προέκυψε και η αποτύπωση στο χαρτί της μορφής της Φεγγαροντυμένης, μέσα απο τα μάτια της Όλγας.

Είναι η πρώτη φορά φέτος που οι μαθητές μου μου ζήτησαν να ξαναδιαβάσουμε τον «Κρητικό», αυτο το κείμενο που εκατοντάδες άλλοι  μαθητές ίσως και να μίσησαν, γιατί δεν το ανακάλυψαν έτσι κρυμμένο πίσω από τις μελέτες της Τσαντσάνογλου, του Καψωμένου και πολλών άλλων, αναμφισβήτητα αξιόλογων, μελετητών του Σολωμού.

Μήπως ήρθε η ώρα να αποσυνδέσουμε τη λογοτεχνία από την τυποποιημένη αξιολόγηση; Να δώσουν επιτέλους  σ’ εμάς τους φιλολόγους την ελευθερία να διαλέγουμε τα κείμενα που θα διδάξουμε, όχι για να τα βάλουμε ως θέματα στις εξετάσεις, αλλά για να μυήσουμε τους μαθητές μας στον κόσμο της λογοτεχνίας, να τους μεταδώσουμε έστω λίγη από την αγάπη μας γι’ αυτό τον μαγικό κόσμο;

η Φεγγαροντυμένη της Όλγας

η Φεγγαροντυμένη της Όλγας

Θέματα πανελλαδικών 2015 στη Νεοελληνική Λογοτεχνία και ενδεικτικές απαντήσεις

Θέματα πανελλαδικών στη Νεοελληνική Λογοτεχνία Θεωρητικής Κατεύθυνσης (Σολωμός, Κρητικός)

εσειότουν τ' ολοστρόγγρυλο και λαγαρό φεγγάρι

Πανελλαδικές εξετάσεις 2015

Νεοελληνική Λογοτεχνία Θεωρητικής Κατεύθυνσης

Ενδεικτικές απαντήσεις

 

Α1.

  • Το θέμα του αδυνάτου (η εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης, το βάδισμά της επί των υδάτων, η μετατροπή της νύχτας σε μέρα)
  • Η σύνθεση των στοιχείων ανά τρία (οι μνημονικές ανακλήσεις του ήρωα για την ταυτότητα της οπτασίας)
  • Η στιχουργική μορφή του ποιήματος (Ο ιαμβικός 15 σύλλαβος με τομή στην 8η συλλαβή)
  • Η γλωσσική μορφή του ποιήματος (ζωντανή δημοτική γλώσσα με κρητικούς ιδιωματισμού)
  • Η παρουσία της Φεγγαροντυμένης θυμίζει τις νεράιδες των θρύλων της ελληνικής παράδοσης.

Β1.

Συχνά στο σολωμικό ποιητικό τοπίο, ενώ ή διάταξη των στοιχείων του οδηγεί προς τη σύνθεση κάποιου φυσικού τοπίου, ξαφνικά παρεμβαίνει το φως και αναιρεί το αποτέλεσμα-αίσθημα της φυσικής αρμολόγησης των στοιχείων. Το φως λύνει το τοπίο και ουσιαστικά το συνθέτει σε ένα τοπίο μη φυσικό. Στο ποιητικό τοπίο του Σολωμού το φως είναι το θείο φως, πάντα έρχεται από ψηλά, τον ουρανό, τον ήλιο, τη σελήνη, τ’  αστέρια.

  • 3[20] στιχ. 10: η πανσέληνος προοιωνίζεται την εμφάνισης της Φεγγαροντυμένης
  • 4[21] στιχ. 1-2: η επίδραση της ολόφωτης οπτασίας ση φύση και ειδικά στα αστέρια)
  • 4[21] στιχ. 7-8: η μετατροπή της νύχτας σε μέρα και η σμίκρυνση του αχανούς πελάγους σε ναό με τα αστέρια-κεριά  να λαμπυρίζουν.
  • 4[21] στιχ. 23-28 Η μαγική ιδιότητα που διαθέτει η οπτασία να διαβάζει την ψυχή του ήρωα.

Συνέχεια ανάγνωσης

Γ Βιζυηνός (8 Μαρτίου 1849 – 15 Απριλίου 1896)

Βιζύη ΔΙΑΤΙ Η ΜΗΛΙΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΜΗΛΕΑ

  Αγαθή τύχη, ανεκινήθη εσχάτως το περί νεοελληνικής γλώσσης ζήτημα, το ουσιωδέστερον, κατ’ εμέ, των όσα έπρεπε να επασχολούν το ημέτερον έθνος, ουσιωδέστερον ίσως και αυτού ακόμη του ανατολικού ζητήματος. Πλην, αναγνώσται και αναγνώστριαι, όσοι υπολείπεσθε ακόμη της Μεγάλης ημών Ιδέας θιασώται, μη εκπλαγείτε δια την άμεσον ταύτην συσχέτισιν του ζωτικοτέρου των ζητημάτων με την γραμματικήν των σχολαστικών της Ελλάδος. Το γνωρίζω: Οι καλόγηροι φρονούν ότι θα υπάγομεν όλοι εις τον διάβολον, όσοι δεν αποκληρούμεν τους υιούς και τας θυγατέρας ημών, δια ν’ αφιερώσομεν τα κτήματά μας εις τα μοναστήρια, προς ψυχικήν σωτηρίαν. Οι συγγραφείς πρεσβεύουν, ως άρθρο πίστεως ιδίας, ότι πρόοδος εθνική δεν είναι δυνατό να γίνει, ενόσω έκαστος των Ελλήνων δεν σπεύδει να εγγραφεί συνδρομητής εις τα βιβλία των, προπληρώνων, εννοείται, την συνδρομήν του. Και εγώ λοιπόν ημπορώ να φανώ υποθέτων ότι η Ελλάς δεν θα λύσει το ανατολικόν ζήτημα υπέρ εαυτής, ειμή δια των απολύτων γενικών και των απαρεμφάτων. Και έρχομαι επομένως ενταύθα να παραστήσω το σύνθημα του μέλλοντος μεγαλείου της πατρίδος ως συνιστάμενον εις ουδέν άλλο, ει μη εις λέξεις, λέξεις, λέξεις! «Όχι! Ο λόγος, δια τον οποίον συνδέω το γλωσσικόν της Ελλάδος ζήτημα με το άλλο, το αποβλέπον τουτ’ αυτό την ύπαρξίν της, είναι… Αλλά καλύτερα να τον μαντεύσητε μόνοι σας εν τω μεταξύ αναγινώσκοντες. Το ανάγνωσμα όμως, όπερ σας προσφέρω, δεν είναι παρά μία ιστορία. Μία ιστορία τόσον απλή και συνήθης, ώστε απορώ πως δεν την έχει καμμία εκ των μεγάλων επιφυλλίδων, κανένα από τα ογκώδη βιβλία, όσα εγράφησαν εσχάτως περί του οποία πρέπει να είναι η γλώσσα των σημερινών Ελλήνων! Ιδού η ιστορία.

          Όταν ήμουν μαθητής του αλληλοδιδακτικού σχολείου της πατρίδος μου, είχον ιδιαιτέραν αδυναμίαν εις την μηλιά. Δεν εννοώ την Μηλιά την θυγατέρα του γείτονός μου, αλλά την γλυκομηλιά, το δένδρον, το οποίον εστόλιζε τον κήπο μας. Ήτο πολύ περίεργον δένδρον αυτή η μηλιά: Έκαμνεν άνθη και καρπούς, όπως πάσα εξαδέλφη της, κατά το θέρος και πάλιν άνθη και καρπούς κατά το φθινόπωρον. Επειδή δε ήτο η πρώτη μηλιά, την οποίαν εγνώρισα εις την ζωήν μου, και η μόνη, ήτις με ήρεσκε πλέον των άλλων, έμαθον να ονομάζω και όλα τα δένδρα μηλιές, όσα είχον τα αυτά χαρακτηριστικά και έκαμνον μήλα όπως τα της ιδικής μας, αν και δεν εκαρποφόρουν εκείναι, όπως αυτή, δύο φοράς το έτος. Εν τούτοις, με όλην την μεταξύ εμού και της μηλιάς παλαιάν φιλίαν και συμπάθειαν, δεν ημπορώ να είπω ότι εγνώριζε καλά- καλά ο είς τον άλλον. Δεν ηξεύρω αν και η μηλιά προσεπάθησε ποτέ να εννοήσει τι πράγμα ημήν εγώ, όστις έπαιζον τόσον συχνά υπό την σκιάν της ή εκαθήμην ιππαστί επί των κλάδων της. Ενθυμούμαι όμως πολύ καλά ότι εγώ, προ πάντων κατά τον καιρόν της ανθήσεώς της, εσυνήθιζον να ίσταμαι εν τινί απ’ αυτής αποστάσει, με τας χείρας εστηριγμένας επί των λαγόνων, τους οφθαλμούς ατενείς προς τον θαυμάσιον, τον ερυρθρόλευκον αυτής στολισμόν, απορών κατ’ εμαυτόν επί πολλήν ώραν τι πράγμα να είναι άραγε αυτό το δένδρον! Τι πράγμα να είναι. Αλλ’ όσω και αν ηπόρουν, όσο και αν ηρώτων τους περί εμέ, η απόκρισις ήτο πάντοτε η αυτή, ότι δηλαδή το δένδρον εκείνο ήτο μηλιά. Καλά! Αλλά η μηλιά τι πράγμα είναι;…

          Όταν έφερον εις το χωρίον μας νέον διδάσκαλον ήλπισα ενδομύχως ότι θα εμάνθανον πλέον τι πράγμα είναι η μηλιά, διότι πριν φτάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος εις το χωρίον μας διεδόθη μεταξύ των παιδίων ότι ήτο πολύ καλύτερος από τον παλαιόν και τα ήξευρε όλα περιγραμμάτου. Η φήμη δεν διεψεύσθη. Διότι, μόλις ελθών ο καχεκτικός εκείνος νεανίσκος, ανέγνωσε τα ονόματά μας εκ του καταλόγου και αμέσως εύρεν ότι ήσαν όλα εσφαλμένα και ότι ο πρώην ημών διδάσκαλος ήτο χαϊβάνι. Και επήρε λοιπόν το κονδύλι και ήρχισε να μας διορθώνει τα ονόματά μας.

   ― Πως σε λέγουν εσένα;

   ― Θεόδωρο Μπεράτογλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πως σε λέν;

   ― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Συμπληρωματικό υλικό για τα πεζογραφήματα του Γ. Ιωάννου

«Στο σπίτι στο Επταπύργιο και ο Λωτρέκ : Μια “μαρτυρία”»

 

Ένα σπίτι παλιό, χτισμένο με το τούρκικο αρχιτεκτονικό σχέδιο• ένα σπίτι στο Επταπύργιο όπου κατέφυγε η οικογένεια του γιατρού Αντωνιάδη απ’ το Νέβσεχιρ της Καππαδοκίας. Τι βρίσκουν οι απόγονοί του, όταν το ανοίγουν μετά από χρόνια; Είναι κάτι ξένο πια γι’ αυτούς κι άσχετο με τη ζωή τους; Και τι απομένει απ’ αυτή τη μαρτυρία, όταν ακολουθεί η κατεδάφιση;2003419.499

Το σπίτι ήταν πολύ παλιό, χτισμένο με το τούρκικο αρχιτεκτονικό σχέδιο: είχε μια μικρή αυλή όπου φύτρωνε μια συκιά, αριστερά ένα δωματιάκι και δεξιά την κουζίνα και το μπάνιο. Πάνω από το μικρό δωμάτιο υπήρχε ένας διάδρομος κι ένα μεγάλο δωμάτιο μ’ ένα παράθυρο στο δρόμο.
Μαζί μ’ όσα ήσαν γύρω του και πίσω του έφραζε το δρόμο και μόνο ένα μονοπάτι ανάμεσά τους συνεχιζόταν προς τα πάνω ‒ εκεί στο Επταπύργιο. Και σ’ αυτό το παλιό τούρκικο σπίτι κατέφυγε ό,τι απέμεινε από την οικογένεια του γιατρού Αντωνιάδη από το Νέβσεχιρ της Καππαδοκίας στα 1923.
Όταν άρχισε η ανάπλαση της περιοχής, επειδή το σπίτι κατέρρεε τόσα χρόνια κλειστό κι ήταν πια επικίνδυνο, αποφασίστηκε από το Δήμο Θεσσαλονίκης να το κατεδαφίσουν• ως το τέλος οι φοιτητές της Αρχιτεκτονικής ανέβαιναν ωστόσο και μελετούσαν τη γραμμή του.
Στη θέση του έγινε αργότερα ένα παρκάκι και σ’ έναν εναπομείναντα τοίχο του σπιτιού μπορεί να δεις και σήμερα ακόμα τη ζωγραφική που κάποιος έφτιαξε.
Είναι ίσως ενδιαφέρον πως το σπίτι φανέρωσε τη σχέση του με τη ζωγραφική διατηρώντας την και μετά το θάνατό του, όπως ακριβώς τόσα χρόνια σχετιζόταν μαζί της κι ας την έκρυβε κάτω, στο σομιέ ενός κρεβατιού, αδιάφορη για όλους, απαρατήρητη απ’ όλους, άνευ αξίας, άνευ σημασίας, ένα «κάτι» που κανείς δεν τόλμησε να πετάξει, που σώθηκε κι απ’ την Καταστροφή, που άντεξε στην Ανταλλαγή, μεταφέρθηκε, έφτασε ως το σπίτι του Επταπυργίου και έμεινε εκεί• το καναβάτσο διπλωμένο στα τέσσερα και στη γωνία κάτω η υπογραφή: Τουλούζ Λωτρέκ.
Θα πρέπει τώρα να γυρίσω στο γιατρό Αντωνιάδη, πριν γίνει ζωγραφιά, για να δούμε στη μαρτυρία αυτήν τη ροή της ιστορίας του και πώς έστω και ως πορτραίτο χωρίς κορνίζα, ταπεινά διπλωμένος στα τέσσερα κατοίκησε, ενοίκησε το Επταπύργιο, έγινε μια κρυφή μαρτυρία όπως όλα είναι ή μπορούν να είναι ίσως στην απώτατή τους διύλιση: μαρτύρια. Μαρτυριάτικα μιας βάπτισης της ιστορίας, της κάθε ιστορίας μέσα σε κάτι που την υπερβαίνει αποκαθιστώντας την εν τούτοις και ενώνοντάς την (αποπειρώμενο τουλάχιστον να την ενώσει) με ό,τι δεν είναι μόνο Ιστορία αλλά η ίδια η Σωτηρία της Ιστορίας, η αναγωγή της σε μιαν άλλη σύνθεση των πραγμάτων. Στη Μεταμόρφωσή τους.

[…]

Ο Γεώργιος Αντωνιάδης λοιπόν ήταν ένα ορφανό παιδί στην Καππαδοκία και, επειδή ήταν γερός μαθητής, ο επίσκοπος του Ικονίου Παρθένιος ανέλαβε τα έξοδα των σπουδών του. Έτσι ο νεαρός Αντωνιάδης ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στη σχολή της Ιατρικής. Ατυχώς ο επίσκοπος πέθανε, όταν ο Γεώργιος βρισκόταν ακόμα στο τρίτο έτος της Ιατρικής, πράγμα που ανάγκασε το νεαρό φοιτητή να επιστρέψει στην Καισάρεια σε κατάσταση απόγνωσης.

[…]

Συνέχεια ανάγνωσης