Θέματα πανελλαδικών 2015 στη Νεοελληνική Λογοτεχνία και ενδεικτικές απαντήσεις

Θέματα πανελλαδικών στη Νεοελληνική Λογοτεχνία Θεωρητικής Κατεύθυνσης (Σολωμός, Κρητικός)

εσειότουν τ' ολοστρόγγρυλο και λαγαρό φεγγάρι

Πανελλαδικές εξετάσεις 2015

Νεοελληνική Λογοτεχνία Θεωρητικής Κατεύθυνσης

Ενδεικτικές απαντήσεις

 

Α1.

  • Το θέμα του αδυνάτου (η εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης, το βάδισμά της επί των υδάτων, η μετατροπή της νύχτας σε μέρα)
  • Η σύνθεση των στοιχείων ανά τρία (οι μνημονικές ανακλήσεις του ήρωα για την ταυτότητα της οπτασίας)
  • Η στιχουργική μορφή του ποιήματος (Ο ιαμβικός 15 σύλλαβος με τομή στην 8η συλλαβή)
  • Η γλωσσική μορφή του ποιήματος (ζωντανή δημοτική γλώσσα με κρητικούς ιδιωματισμού)
  • Η παρουσία της Φεγγαροντυμένης θυμίζει τις νεράιδες των θρύλων της ελληνικής παράδοσης.

Β1.

Συχνά στο σολωμικό ποιητικό τοπίο, ενώ ή διάταξη των στοιχείων του οδηγεί προς τη σύνθεση κάποιου φυσικού τοπίου, ξαφνικά παρεμβαίνει το φως και αναιρεί το αποτέλεσμα-αίσθημα της φυσικής αρμολόγησης των στοιχείων. Το φως λύνει το τοπίο και ουσιαστικά το συνθέτει σε ένα τοπίο μη φυσικό. Στο ποιητικό τοπίο του Σολωμού το φως είναι το θείο φως, πάντα έρχεται από ψηλά, τον ουρανό, τον ήλιο, τη σελήνη, τ’  αστέρια.

  • 3[20] στιχ. 10: η πανσέληνος προοιωνίζεται την εμφάνισης της Φεγγαροντυμένης
  • 4[21] στιχ. 1-2: η επίδραση της ολόφωτης οπτασίας ση φύση και ειδικά στα αστέρια)
  • 4[21] στιχ. 7-8: η μετατροπή της νύχτας σε μέρα και η σμίκρυνση του αχανούς πελάγους σε ναό με τα αστέρια-κεριά  να λαμπυρίζουν.
  • 4[21] στιχ. 23-28 Η μαγική ιδιότητα που διαθέτει η οπτασία να διαβάζει την ψυχή του ήρωα.

Β2. α.

Η αφήγηση δεν προχωρά ευθύγραμμα, αλλά διακόπτεται συνέχεια από αναδρομές και προβολές. Μέσα από την αφήγηση  του κεντρικού επεισοδίου ο ποιητής φροντίζει έντεχνα, με αναδρομές στο παρελθόν και ανοίγματα στο μέλλον (πρόδρομες αφηγήσεις), να υφάνει ολόκληρη  την ιστορία του ήρωα πριν και μετά το ναυάγιο. Οι αναδρομές μας βυθίζουν στο παρελθόν, πίσω από το χρόνο της σύνθεσης και πίσω από τα χρονογραφικά διατεταγμένα θέματα, ενώ οι προβολές μας βγάζουν μπροστά και πάνω από το κλειστό κύκλωμα των βασικών επεισοδίων, ενώνοντας το αφηγούμενο παρελθόν με το αφηγηματικό παρόν στο πρόσωπο του Κρητικού.

  • Πρώτο επίπεδο: η περιπέτεια του ήρωα στη θάλασσα – αφήγηση του βασικού περιστατικού που περιλαμβάνει εκτός από το ναυάγιο, τη συνάντηση με τη Φεγγαροντυμένη και το άκουσμα του ήχου: στιχ 1-4, 15-16, 21-22.
  • Δεύτερο επίπεδο: Οι μνήμες του ήρωα από το νησί του, την Κρήτη: στιχ. 6, 16-20
  • Τρίτο επίπεδο: Οι ζωή του τη στιγμή που αφηγείται την περιπέτειά του, ως πρόσφυγας και ζητιάνος: στιχ. 5, 7-14 (Σημ. οι στίχοι 11-12 μπορεί να θεωρηθούν ότι παραπέμπουν στο πρώτο επίπεδο, καθώς αναφέρονται στην περιπέτειά του στη θάλασσα, την οποία ξαναζεί συχνά μέσα από τους εφιάλτες του)

Β2β.  

Ο Κρητικός παρομοιάζεται με τον Βορρά και η Φεγγαροντυμένη με τη μαγνητική βελόνα (πετροκαλαμίθρα). Ψάχνοντας ο Σολωμός έναν έντονο τρόπο για να δείξει πώς ο Κρητικός είχε μαγνητίσει τη ματιά της γυναικείας οπτασίας, βρήκε την πετροκαλαμίθρα. Τη Φεγγαροντυμένη φαίνεται να την ελκύει ο Κρητικός μαγνητικά και είναι η μαγνητική της ματιά που τον βάζει σε κατάσταση ύπνωσης, όπου δεν μπορεί ούτε να μιλήσει ούτε να κουνηθεί.

 

Γ1α

  • Ο Κρητικός αντιλαμβάνεται ότι η μορφή του είναι οικεία και προσπαθεί να την ορίσει με υλικό που αντλεί από τη μνήμη του. Καταφεύγει σε παλίνδρομες μνήμες, μνημονικούς συνειρμούς, που μας φέρνουν σε μια εποχή πριν το ναυάγιο, πολύ μακριά στο παρελθόν. Εικαστική μνήμη, ερωτική μνήμη της εφηβείας ή ονειρική δημιουργία της βρεφικής ηλικίας. Διαπιστώνει ότι πρόκειται για μια παρουσία δεμένη με τις ρίζες του. Οι διαλογισμοί του Κρητικού αποδείχνουν πόσο δυνατός ήταν ο θαυμασμός του.
  • Σύνθεση των στοιχείων ανα τρία (δημοτικό τραγούδι)
  • Σύμφωνα με τον Ερ. Καψωμένο γίνεται αναφορά σε «διονυσιακά βιώματα» που εκφράζουν μια σχέση εξάρτηση του Εγώ από έναν ισχυρό πόλο έλξης (όπως ο πιστός από τη θρησκεία του, ο έφηβος από το αντικείμενο του πόθου του, το βρέφος από τη μητέρα του, έτσι και ο Κρητικός από την Φεγγαροντυμένη)
  • Αναφορά στην πλατωνική θεωρία των Ιδεών

 

Γ1β

Αλλαγή τη συμπεριφορά του ήρωα. Χάνει την πολεμική ιδιότητα που είχε στο παρελθόν κι αποκτά μια βιοποριστική αγωνιστικότητα. Τώρα ο ήρωας είναι ένας ψωμοζήτης. Ζητά την πλήρωση της ύπαρξής του μέσα από την αγάπη του άλλου. Ο αφηγητής προχωρεί από την άρση στη θέση (στ.7), ορίζοντας πιο συγκεκριμένα τη νέα στάση και το νέο του ήθος, σαν να μην ήταν αποτέλεσμα ανάγκης, αλλά συνειδητής επιλογής. Η εικόνα του ζητιάνου προβάλλεται εδώ ως το ευθέως αντίθετο ήθος και στάση ζωής. Η αρνητική εξέλιξη στη ζωή του ήρωα (απώλεια της πατρίδας, ξεκλήρισμα οικογένειας, προσφυγιά) σηματοδοτείται ως μεταβολή ήθους και επανιεράρχηση αξιών, δηλαδή ως ριζική ψυχική μεταμόρφωση του ήρωα, που βρίσκει τώρα την πλήρωση μέσα στην αγάπη του άλλου κι όχι, όπως πριν, στον ανταγωνισμό.

Δ1.

Ομοιότητες:

  • Το θεϊκό βλέμμα, τα θεϊκά χαρακτηριστικά
  • Και οι δύο μορφές εμφανίζονται ως νεράιδες – οπτασίες
  • Η έκσταση με την οποία την αντικρίζουν την οπτασία και οι δύο ήρωες
  • Η φύση επηρεάζεται από την εμφάνισή τους

Διαφορές:

  • Στο ποίημα του Καρυωτάκη η μορφή εμφανίζεται μέσα από τα βράχια, ενώ στον Κρητικό μέσα στη θάλασσα.
  • Μέρα στο ποίημα του Καρυωτάκη, νύχτα στον Κρητικό
  • Στο ποίημα το Καρυωτάκη η οπτασία φαίνεται να είναι φοβισμένη κι όχι ο ήρωας, όπως στον Κρητικό

επιμέλεια: eirinipax

Γ Βιζυηνός (8 Μαρτίου 1849 – 15 Απριλίου 1896)

Βιζύη ΔΙΑΤΙ Η ΜΗΛΙΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΜΗΛΕΑ

  Αγαθή τύχη, ανεκινήθη εσχάτως το περί νεοελληνικής γλώσσης ζήτημα, το ουσιωδέστερον, κατ’ εμέ, των όσα έπρεπε να επασχολούν το ημέτερον έθνος, ουσιωδέστερον ίσως και αυτού ακόμη του ανατολικού ζητήματος. Πλην, αναγνώσται και αναγνώστριαι, όσοι υπολείπεσθε ακόμη της Μεγάλης ημών Ιδέας θιασώται, μη εκπλαγείτε δια την άμεσον ταύτην συσχέτισιν του ζωτικοτέρου των ζητημάτων με την γραμματικήν των σχολαστικών της Ελλάδος. Το γνωρίζω: Οι καλόγηροι φρονούν ότι θα υπάγομεν όλοι εις τον διάβολον, όσοι δεν αποκληρούμεν τους υιούς και τας θυγατέρας ημών, δια ν’ αφιερώσομεν τα κτήματά μας εις τα μοναστήρια, προς ψυχικήν σωτηρίαν. Οι συγγραφείς πρεσβεύουν, ως άρθρο πίστεως ιδίας, ότι πρόοδος εθνική δεν είναι δυνατό να γίνει, ενόσω έκαστος των Ελλήνων δεν σπεύδει να εγγραφεί συνδρομητής εις τα βιβλία των, προπληρώνων, εννοείται, την συνδρομήν του. Και εγώ λοιπόν ημπορώ να φανώ υποθέτων ότι η Ελλάς δεν θα λύσει το ανατολικόν ζήτημα υπέρ εαυτής, ειμή δια των απολύτων γενικών και των απαρεμφάτων. Και έρχομαι επομένως ενταύθα να παραστήσω το σύνθημα του μέλλοντος μεγαλείου της πατρίδος ως συνιστάμενον εις ουδέν άλλο, ει μη εις λέξεις, λέξεις, λέξεις! «Όχι! Ο λόγος, δια τον οποίον συνδέω το γλωσσικόν της Ελλάδος ζήτημα με το άλλο, το αποβλέπον τουτ’ αυτό την ύπαρξίν της, είναι… Αλλά καλύτερα να τον μαντεύσητε μόνοι σας εν τω μεταξύ αναγινώσκοντες. Το ανάγνωσμα όμως, όπερ σας προσφέρω, δεν είναι παρά μία ιστορία. Μία ιστορία τόσον απλή και συνήθης, ώστε απορώ πως δεν την έχει καμμία εκ των μεγάλων επιφυλλίδων, κανένα από τα ογκώδη βιβλία, όσα εγράφησαν εσχάτως περί του οποία πρέπει να είναι η γλώσσα των σημερινών Ελλήνων! Ιδού η ιστορία.

          Όταν ήμουν μαθητής του αλληλοδιδακτικού σχολείου της πατρίδος μου, είχον ιδιαιτέραν αδυναμίαν εις την μηλιά. Δεν εννοώ την Μηλιά την θυγατέρα του γείτονός μου, αλλά την γλυκομηλιά, το δένδρον, το οποίον εστόλιζε τον κήπο μας. Ήτο πολύ περίεργον δένδρον αυτή η μηλιά: Έκαμνεν άνθη και καρπούς, όπως πάσα εξαδέλφη της, κατά το θέρος και πάλιν άνθη και καρπούς κατά το φθινόπωρον. Επειδή δε ήτο η πρώτη μηλιά, την οποίαν εγνώρισα εις την ζωήν μου, και η μόνη, ήτις με ήρεσκε πλέον των άλλων, έμαθον να ονομάζω και όλα τα δένδρα μηλιές, όσα είχον τα αυτά χαρακτηριστικά και έκαμνον μήλα όπως τα της ιδικής μας, αν και δεν εκαρποφόρουν εκείναι, όπως αυτή, δύο φοράς το έτος. Εν τούτοις, με όλην την μεταξύ εμού και της μηλιάς παλαιάν φιλίαν και συμπάθειαν, δεν ημπορώ να είπω ότι εγνώριζε καλά- καλά ο είς τον άλλον. Δεν ηξεύρω αν και η μηλιά προσεπάθησε ποτέ να εννοήσει τι πράγμα ημήν εγώ, όστις έπαιζον τόσον συχνά υπό την σκιάν της ή εκαθήμην ιππαστί επί των κλάδων της. Ενθυμούμαι όμως πολύ καλά ότι εγώ, προ πάντων κατά τον καιρόν της ανθήσεώς της, εσυνήθιζον να ίσταμαι εν τινί απ’ αυτής αποστάσει, με τας χείρας εστηριγμένας επί των λαγόνων, τους οφθαλμούς ατενείς προς τον θαυμάσιον, τον ερυρθρόλευκον αυτής στολισμόν, απορών κατ’ εμαυτόν επί πολλήν ώραν τι πράγμα να είναι άραγε αυτό το δένδρον! Τι πράγμα να είναι. Αλλ’ όσω και αν ηπόρουν, όσο και αν ηρώτων τους περί εμέ, η απόκρισις ήτο πάντοτε η αυτή, ότι δηλαδή το δένδρον εκείνο ήτο μηλιά. Καλά! Αλλά η μηλιά τι πράγμα είναι;…

          Όταν έφερον εις το χωρίον μας νέον διδάσκαλον ήλπισα ενδομύχως ότι θα εμάνθανον πλέον τι πράγμα είναι η μηλιά, διότι πριν φτάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος εις το χωρίον μας διεδόθη μεταξύ των παιδίων ότι ήτο πολύ καλύτερος από τον παλαιόν και τα ήξευρε όλα περιγραμμάτου. Η φήμη δεν διεψεύσθη. Διότι, μόλις ελθών ο καχεκτικός εκείνος νεανίσκος, ανέγνωσε τα ονόματά μας εκ του καταλόγου και αμέσως εύρεν ότι ήσαν όλα εσφαλμένα και ότι ο πρώην ημών διδάσκαλος ήτο χαϊβάνι. Και επήρε λοιπόν το κονδύλι και ήρχισε να μας διορθώνει τα ονόματά μας.

   ― Πως σε λέγουν εσένα;

   ― Θεόδωρο Μπεράτογλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πως σε λέν;

   ― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Συμπληρωματικό υλικό για τα πεζογραφήματα του Γ. Ιωάννου

«Στο σπίτι στο Επταπύργιο και ο Λωτρέκ : Μια “μαρτυρία”»

 

Ένα σπίτι παλιό, χτισμένο με το τούρκικο αρχιτεκτονικό σχέδιο• ένα σπίτι στο Επταπύργιο όπου κατέφυγε η οικογένεια του γιατρού Αντωνιάδη απ’ το Νέβσεχιρ της Καππαδοκίας. Τι βρίσκουν οι απόγονοί του, όταν το ανοίγουν μετά από χρόνια; Είναι κάτι ξένο πια γι’ αυτούς κι άσχετο με τη ζωή τους; Και τι απομένει απ’ αυτή τη μαρτυρία, όταν ακολουθεί η κατεδάφιση;2003419.499

Το σπίτι ήταν πολύ παλιό, χτισμένο με το τούρκικο αρχιτεκτονικό σχέδιο: είχε μια μικρή αυλή όπου φύτρωνε μια συκιά, αριστερά ένα δωματιάκι και δεξιά την κουζίνα και το μπάνιο. Πάνω από το μικρό δωμάτιο υπήρχε ένας διάδρομος κι ένα μεγάλο δωμάτιο μ’ ένα παράθυρο στο δρόμο.
Μαζί μ’ όσα ήσαν γύρω του και πίσω του έφραζε το δρόμο και μόνο ένα μονοπάτι ανάμεσά τους συνεχιζόταν προς τα πάνω ‒ εκεί στο Επταπύργιο. Και σ’ αυτό το παλιό τούρκικο σπίτι κατέφυγε ό,τι απέμεινε από την οικογένεια του γιατρού Αντωνιάδη από το Νέβσεχιρ της Καππαδοκίας στα 1923.
Όταν άρχισε η ανάπλαση της περιοχής, επειδή το σπίτι κατέρρεε τόσα χρόνια κλειστό κι ήταν πια επικίνδυνο, αποφασίστηκε από το Δήμο Θεσσαλονίκης να το κατεδαφίσουν• ως το τέλος οι φοιτητές της Αρχιτεκτονικής ανέβαιναν ωστόσο και μελετούσαν τη γραμμή του.
Στη θέση του έγινε αργότερα ένα παρκάκι και σ’ έναν εναπομείναντα τοίχο του σπιτιού μπορεί να δεις και σήμερα ακόμα τη ζωγραφική που κάποιος έφτιαξε.
Είναι ίσως ενδιαφέρον πως το σπίτι φανέρωσε τη σχέση του με τη ζωγραφική διατηρώντας την και μετά το θάνατό του, όπως ακριβώς τόσα χρόνια σχετιζόταν μαζί της κι ας την έκρυβε κάτω, στο σομιέ ενός κρεβατιού, αδιάφορη για όλους, απαρατήρητη απ’ όλους, άνευ αξίας, άνευ σημασίας, ένα «κάτι» που κανείς δεν τόλμησε να πετάξει, που σώθηκε κι απ’ την Καταστροφή, που άντεξε στην Ανταλλαγή, μεταφέρθηκε, έφτασε ως το σπίτι του Επταπυργίου και έμεινε εκεί• το καναβάτσο διπλωμένο στα τέσσερα και στη γωνία κάτω η υπογραφή: Τουλούζ Λωτρέκ.
Θα πρέπει τώρα να γυρίσω στο γιατρό Αντωνιάδη, πριν γίνει ζωγραφιά, για να δούμε στη μαρτυρία αυτήν τη ροή της ιστορίας του και πώς έστω και ως πορτραίτο χωρίς κορνίζα, ταπεινά διπλωμένος στα τέσσερα κατοίκησε, ενοίκησε το Επταπύργιο, έγινε μια κρυφή μαρτυρία όπως όλα είναι ή μπορούν να είναι ίσως στην απώτατή τους διύλιση: μαρτύρια. Μαρτυριάτικα μιας βάπτισης της ιστορίας, της κάθε ιστορίας μέσα σε κάτι που την υπερβαίνει αποκαθιστώντας την εν τούτοις και ενώνοντάς την (αποπειρώμενο τουλάχιστον να την ενώσει) με ό,τι δεν είναι μόνο Ιστορία αλλά η ίδια η Σωτηρία της Ιστορίας, η αναγωγή της σε μιαν άλλη σύνθεση των πραγμάτων. Στη Μεταμόρφωσή τους.

[…]

Ο Γεώργιος Αντωνιάδης λοιπόν ήταν ένα ορφανό παιδί στην Καππαδοκία και, επειδή ήταν γερός μαθητής, ο επίσκοπος του Ικονίου Παρθένιος ανέλαβε τα έξοδα των σπουδών του. Έτσι ο νεαρός Αντωνιάδης ήρθε στην Αθήνα και γράφτηκε στη σχολή της Ιατρικής. Ατυχώς ο επίσκοπος πέθανε, όταν ο Γεώργιος βρισκόταν ακόμα στο τρίτο έτος της Ιατρικής, πράγμα που ανάγκασε το νεαρό φοιτητή να επιστρέψει στην Καισάρεια σε κατάσταση απόγνωσης.

[…]

Συνέχεια ανάγνωσης

Νεοελληνική μετρική

 

Τα κυριότερα μέτρα της νεοελληνικής ποίησης

1. Ίαμβος: το συνταίριασμα μιας άτονης και μιας τονισμένης συλλαβής (○●). Έτσι, ο στίχος που είναι γραμμένος σε ιαμβικό μέτρο στηρίζει το ρυθμό του στον τόνο των ζυγών συλλαβών του. Δεν είναι, βέβαια, απαραίτητο να τονίζονται όλες οι ζυγές συλλαβές, αλλά τουλάχιστον κάποιες από αυτές. Η πρώτη συλλαβή κάθε ιαμβικού στίχου μπορεί να τονιστεί (τον πρώτο ίαμβο μπορεί να τον αντικαταστήσει τροχαίος). Οι ιαμβικοί στίχοι που ο αριθμός των συλλαβών τους είναι μονός έχουν πάντα τονισμένη την προτελευταία τους συλλαβή και λέγονται παροξύτονοι. Εκείνοι που ο αριθμός των συλλαβών τους είναι ζυγός έχουν τονισμένη ή την τελευταία συλλαβή και λέγονται οξύτονοι ή την τρίτη από το τέλος και λέγονται προπαροξύτονοι. Π.χ. Στη στράτα που διαβαίνανε πουλάκια κιλαηδούσαν ιαμβικός 15σύλλαβος παροξύτονος.

2. Τροχαίος: το συνταίριασμα μιας τονισμένης και μιας άτονης συλλαβής (●○). Έτσι τροχαϊκός είναι ο στίχος που στηρίζει το ρυθμό του στον τόνο των μονών συλλαβών. Δεν είναι, βέβαια, απαραίτητο να τονίζονται όλες οι μονές συλλαβές αλλά τουλάχιστον κάποιες από αυτές. Οι τροχαϊκοί στίχοι που έχουν ζυγό αριθμό συλλαβών έχουν πάντα τονισμένη την προτελευταία τους συλλαβή και λέγονται παροξύτονοι. Εκείνοι που ο αριθμός των συλλαβών τους είναι μονός έχουν τονισμένη ή την τελευταία συλλαβή και λέγονται οξύτονοι ή την τρίτη από το τέλος και λέγονται προπαροξύτονοι. Π.χ. Σε γνωρίζω από την κόψη τροχαϊκός 8σύλλαβος παροξύτονος

3. Ανάπαιστος: το συνταίριασμα δυο άτονων συλλαβών και μιας τονισμένης (○○●). Έτσι ο αναπαιστικός στίχος τονίζεται σε κάθε τρίτη συλλαβή, δηλαδή στην 3η, 6η, 9η κτλ. Π.χ. Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη αναπαιστικός τρίμετρος (10σύλλαβος) Και στην κόμη στεφάνι φορεί αναπαιστικός τρίμετρος ( 9σύλλαβος) 4. Μεσότονος: μια τονισμένη συλλαβή ανάμεσα σε δυο άτονες (○●○). Έτσι ο μεσοτονικός στίχος τονίζεται στις συλλαβές 2η, 5η, 8η κτλ. Π.χ. Η Δόξα δεξιά συντροφεύει μεσοτονικός τρίμετρος 5. Δάκτυλος: το συνταίριασμα μιας τονισμένης συλλαβής με δυο άτονες (●○○). Έτσι, ο δακτυλικός στίχος τονίζεται στις συλλαβές 1η, 4η, 7η κτλ. Π.χ. Ξύπνα δροσιά της αυγής και φεγγάρι δακτυλικός τετράμετρος (11σύλλαβος)

Συνίζηση

Συνίζηση είναι η συνεκφώνηση δύο γειτονικών φωνηέντων σε μια συλλαβή. Αυτό συμβαίνει όταν στην τελευταία συλλαβή μιας λέξης και στην πρώτη της επόμενης υπάρχουν φωνήεντα. Π.χ. στον στίχο «Σε γνωρίζω από την κόψη» η τέταρτη συλλαβή είναι στο τέλος της λέξης γνωρίζω και η πέμπτη συλλαβή είναι η αρχή της λέξης από. Έτσι, τα δυο φωνήεντα που στη γραμματική συνθέτουν δύο συλλαβές στη μετρική διαβάζονται και ισοδυναμούν με μία συλλαβή.

Χασμωδία

Όταν συναντώνται δύο φωνήεντα μέσα στην ίδια λέξη ή συμβαίνει να υπάρχει φωνήεν στο τέλος της λέξης και στην αρχή της επόμενης λέξης και δεν μπορούν να διαβαστούν ως μία συλλαβή, τότε διαβάζονται και ισοδυναμούν με δύο συλλαβές. Π.χ. ο στίχος «Σε μια ρώγα από σταφύλι» από το ποίημα του Ζ. Παπαντωνίου.

Ομοιοκαταληξία

1. Ζευγαρωτή: ο πρώτος στίχος ομοιοκαταληκτεί με τον δεύτερο, ο τρίτος με τον τέταρτο κτλ. α α β β 2. Πλεχτή: μέσα σ’ ένα τετράστιχο, ο πρώτος με τον τρίτο κι ο δεύτερος με τον τέταρτο α β α β 3. Σταυρωτή: μέσα σ’ ένα τετράστιχο ο πρώτος με τον τέταρτο κι ο δεύτερος με τον τρίτο α β β α 4. Ζευγαροπλεχτή: μέσα σ’ ένα εξάστιχο, ο πρώτος με τον δεύτερο, ο τέταρτος με τον πέμπτο και ο τρίτος με τον έκτο α α β γ γ β 5. Ανάκατη, χωρίς ορισμένη σειρά.