Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μΧ – Κριτήριο σύμφωνα με τις νέες οδηγίες

Μανόλης Αναγνωστάκης

Θεσσαλονίκη, Μέρες του 1969 μΧ

Τώρα υψώνεται το μέγαρο της Τράπεζας Συναλλαγών
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως.
Και τα παιδάκια δεν μπορούνε πια να παίξουνε από τα τόσα τροχοφόρα που περνούνε.
Άλλωστε τα παιδιά μεγάλωσαν, ο καιρός εκείνος πέρασε που ξέρατε
Τώρα πια δε γελούν, δεν ψιθυρίζουν μυστικά, δεν εμπιστεύονται,
Όσα επιζήσαν, εννοείται, γιατί ήρθανε βαριές αρρώστιες από τότε
Πλημμύρες, καταποντισμοί, σεισμοί, θωρακισμένοι στρατιώτες·
Θυμούνται τα λόγια του πατέρα: εσύ θα γνωρίσεις καλύτερες μέρες
Δεν έχει σημασία τελικά αν δεν τις γνώρισαν, λένε το μάθημα οι ίδιοι στα παιδιά τους
Ελπίζοντας πάντοτε πως κάποτε θα σταματήσει η αλυσίδα
Ίσως στα παιδιά των παιδιών τους ή στα παιδιά των παιδιών των παιδιών τους.
Προς το παρόν, στον παλιό δρόμο που λέγαμε, υψώνεται Η Τράπεζα Συναλλαγών
―εγώ συναλλάσσομαι, εσύ συναλλάσσεσαι αυτός συναλλάσσεται―
Τουριστικά γραφεία και πρακτορεία μεταναστεύσεως
―εμείς μεταναστεύουμε, εσείς μεταναστεύετε, αυτοί μεταναστεύουν―
Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει, έλεγε κι ο Ποιητής
Η Ελλάδα με τα ωραία νησιά, τα ωραία γραφεία, τις ωραίες εκκλησιές

Η Ελλάς των Ελλήνων.

(από το Ποιήματα 1941-1971, Νεφέλη 2000)

Α1. μονάδες 15

Το ποίημα προχωρεί από το συγκεκριμένο του 1ου στίχου  («Στην οδό Αιγύπτου») στο ευρύτερο του τελευταίου στίχου («Η Ελλάς των Ελλήνων»). Πώς ερμηνεύετε αυτή  αυτή τη διεύρυνση; Πού τοποθετείται η Θεασσαλονίκη του 1969 σε σχέση με αυτά τα δύο άκρα;

Α2. μονάδες 15

Το ποίημα κινείται σε δύο χρονικά επίπεδα (το παρόν και το παρελθόν) με επίκεντρο την οδό Αιγύπτου. Το επίπεδο του παρόντος διαγράφεται ρητά, ενώ το επίπεδο του παερλθόντος συνάγεται έμμεσα κατά τη διαδρομή του ποιήματος. Με βάση τους υπαινιγμούς που γίνονται και τις αντιθέσεις με το παρόν, προσπαθήσετε να ανασυνθέσετε την εικόνα του παρελθόντος

Β1. μονάδες 15

«Εγώ, εσύ, αυτός» (στιχ. 15), «Εμείς, εσείς, αυτοί» (στιχ. 17): πώς ερμηνεύετε την αλλαγή από τον ενικό του στίχου 15 στον πληθυντικό του στίχου 17;

Β2. μονάδες 15

Τι εξυπηρετεί η επανάληψη του επιθέτου «ωραίος» στον στίχο 19; Πώς συνδέεται με τον προηγούμενο και τον επόμενο στίχο του ποιήματος;

Γ. μονάδες 40

Με αφορμή το ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη και μιμούμενοι το ύφος του, καταγράψτε σε ένα πεζό (150 λέξεων) ή σε ένα ποίημα πεζολογικού τόνου (20 περίπου στίχων) την εικόνα που έχετε εσείς για την πόλη και τη χώρα σας σήμερα, με τίτλο «Κατερίνη, μέρες του 2018 μ.Χ»

εικ. 1.jpeg

Advertisements

Όταν η λογοτεχνία συνομιλεί με τη ζωγραφική

Όνειρο στο κύμα (ΕΛένη Κόκκαλη - Γ2)Η μαθήτρια Ελένη Κόκκαλη (Γ2) εμπνέεται από το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Όνειρο στο κύμα» και την απεικόνιση του Δημήτρη Μοράρου. Την ευχαριστώ πολύ.

Η Φεγγαροντυμένη – Η Λογοτεχνία αλλιώς 2

Δεύτερη χρονιά που το μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Προσανατολισμού δεν εξετάζεται πανελλαδικά.  Δεύτερη χρονιά που μαθητές και καθηγήτρια το απολαμβάνουμε. Ξεκινήσαμε με τον Κρητικό του Δ. Σολωμού. Αναμφισβήτητα κορυφαίο έργο. Το διαβάζουμε, συζητάμε, προβληματιζόμαστε, προσπαθούμε να  εμβαθύνουμε, κάνουμε αναγωγές στο σήμερα, περιδιαβαίνουμε ελεύθερα μεταξύ ποίησης και πραγματικότητας και κυρίως ανακαλύπτουμε τη χαμένη αναγνωστική απόλαυση που μπορεί να προσφέρει η λογοτεχνία στο σχολείο.

Από πέρσι, κάθε φορά που μπαίνω στην τάξη να διδάξω λογοτεχνία στην Γ΄λυκείου, χαίρομαι. Αποβάλλω το άγχος που πιθανόν να διακατέχει όσους επιχειρούμε να κρατήσουμε το ενδιαφέρον μαθητών που προετοιμάζονται για τις πανελλαδικές.

Και νομίζω ότι το καταφέρνω. Δεν βλέπω άλλα βιβλία στα θρανία, βλέπω μάτια να με κοιτάζουν και παιδιά με διάθεση να συγκινηθούν. Kάποιες στιγμές νομίζω ότι ακούω  «O captain, my captain!» Αλαζονεία; Μπα, απλώς ικανοποίηση!

Κάπως έτσι ήρθαν και οι αποτυπώσεις στο χαρτί της μορφής της Φεγγαροντυμένης:

%ce%b7-%cf%86%ce%b5%ce%b3%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%87%cf%81%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%b1%cf%82

Η Φεγγαροντυμένη της Χριστίνας Μπίνια

Η Φεγγαροντυμένη της Ελένης Κόκκαλη

Η Φεγγαροντυμένη της Ελένης Κόκκαλη

%ce%b7-%cf%86%ce%b5%ce%b3%ce%b3%ce%b1%cf%81%ce%bf%ce%bd%cf%84%cf%85%ce%bc%ce%ad%ce%bd%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%b1%cf%82

Η Φεγγαροντυμένη της Άννας Σαμαρά

Το «Όνειρο στο κύμα» όπως το είδε η Όλγα

Η Όλγα φέτος θα δώσει πανελλαδικες εξετάσεις. Διαβάζει πολύ. Κι όμως ξεκλέβει χρόνο να αποτυπώνει, σε σκαριφήματα ίσως, αυτό που εισπράττει μέσα από τα κείμενα που προσεγγίζουμε στο μάθημα της λογοτεχνίας.

Την ευχαριστώ, γιατί για άλλη μια φορά επιβεβαιώνει την πεποίθησή μου ότι η λογοτεχνία πρέπει να διδάσκεται σαν μια μορφή τέχνης, αποδεσμευμένη από έτοιμες αναλύσεις και σχόλια, σαν αφορμή για συζητήσεις καλλιτεχνικές, αισθητικές, φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές…

«Ο βοσκός και οι Μοσχούλες»

Η Φεγγαροντυμένη – Η λογοτεχνία αλλιώς

Φέτος το μάθημα της λογοτεχνίας αποσυνδέθηκε από τις πανελλαδικές εξετάσεις.

Μαθητές και εκπαιδευτικοί το απολαμβάνουμε. Βρίσκουμε πάλι τη χαμένη -κάπου ανάμεσα σε σημειώσεις, αναλύσεις κι ερμηνείες- αναγνωστική απόλαυση, την ηδονή της λογοτεχνίας.

Κάπως έτσι -μεταξύ κουβέντας που κινείται ελεύθερα από τη φύση στη μεταφυσική,  από τον Έρωτα στο θάνατο, από το ρεαλισμό στη φαντασία κι από την ποίηση στη ζωγραφική-προέκυψε και η αποτύπωση στο χαρτί της μορφής της Φεγγαροντυμένης, μέσα απο τα μάτια της Όλγας.

Είναι η πρώτη φορά φέτος που οι μαθητές μου μου ζήτησαν να ξαναδιαβάσουμε τον «Κρητικό», αυτο το κείμενο που εκατοντάδες άλλοι  μαθητές ίσως και να μίσησαν, γιατί δεν το ανακάλυψαν έτσι κρυμμένο πίσω από τις μελέτες της Τσαντσάνογλου, του Καψωμένου και πολλών άλλων, αναμφισβήτητα αξιόλογων, μελετητών του Σολωμού.

Μήπως ήρθε η ώρα να αποσυνδέσουμε τη λογοτεχνία από την τυποποιημένη αξιολόγηση; Να δώσουν επιτέλους  σ’ εμάς τους φιλολόγους την ελευθερία να διαλέγουμε τα κείμενα που θα διδάξουμε, όχι για να τα βάλουμε ως θέματα στις εξετάσεις, αλλά για να μυήσουμε τους μαθητές μας στον κόσμο της λογοτεχνίας, να τους μεταδώσουμε έστω λίγη από την αγάπη μας γι’ αυτό τον μαγικό κόσμο;

η Φεγγαροντυμένη της Όλγας

η Φεγγαροντυμένη της Όλγας

Θέματα πανελλαδικών 2015 στη Νεοελληνική Λογοτεχνία και ενδεικτικές απαντήσεις

Θέματα πανελλαδικών στη Νεοελληνική Λογοτεχνία Θεωρητικής Κατεύθυνσης (Σολωμός, Κρητικός)

εσειότουν τ' ολοστρόγγρυλο και λαγαρό φεγγάρι

Πανελλαδικές εξετάσεις 2015

Νεοελληνική Λογοτεχνία Θεωρητικής Κατεύθυνσης

Ενδεικτικές απαντήσεις

 

Α1.

  • Το θέμα του αδυνάτου (η εμφάνιση της Φεγγαροντυμένης, το βάδισμά της επί των υδάτων, η μετατροπή της νύχτας σε μέρα)
  • Η σύνθεση των στοιχείων ανά τρία (οι μνημονικές ανακλήσεις του ήρωα για την ταυτότητα της οπτασίας)
  • Η στιχουργική μορφή του ποιήματος (Ο ιαμβικός 15 σύλλαβος με τομή στην 8η συλλαβή)
  • Η γλωσσική μορφή του ποιήματος (ζωντανή δημοτική γλώσσα με κρητικούς ιδιωματισμού)
  • Η παρουσία της Φεγγαροντυμένης θυμίζει τις νεράιδες των θρύλων της ελληνικής παράδοσης.

Β1.

Συχνά στο σολωμικό ποιητικό τοπίο, ενώ ή διάταξη των στοιχείων του οδηγεί προς τη σύνθεση κάποιου φυσικού τοπίου, ξαφνικά παρεμβαίνει το φως και αναιρεί το αποτέλεσμα-αίσθημα της φυσικής αρμολόγησης των στοιχείων. Το φως λύνει το τοπίο και ουσιαστικά το συνθέτει σε ένα τοπίο μη φυσικό. Στο ποιητικό τοπίο του Σολωμού το φως είναι το θείο φως, πάντα έρχεται από ψηλά, τον ουρανό, τον ήλιο, τη σελήνη, τ’  αστέρια.

  • 3[20] στιχ. 10: η πανσέληνος προοιωνίζεται την εμφάνισης της Φεγγαροντυμένης
  • 4[21] στιχ. 1-2: η επίδραση της ολόφωτης οπτασίας ση φύση και ειδικά στα αστέρια)
  • 4[21] στιχ. 7-8: η μετατροπή της νύχτας σε μέρα και η σμίκρυνση του αχανούς πελάγους σε ναό με τα αστέρια-κεριά  να λαμπυρίζουν.
  • 4[21] στιχ. 23-28 Η μαγική ιδιότητα που διαθέτει η οπτασία να διαβάζει την ψυχή του ήρωα.

Συνέχεια

Γ Βιζυηνός (8 Μαρτίου 1849 – 15 Απριλίου 1896)

Βιζύη ΔΙΑΤΙ Η ΜΗΛΙΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΜΗΛΕΑ

  Αγαθή τύχη, ανεκινήθη εσχάτως το περί νεοελληνικής γλώσσης ζήτημα, το ουσιωδέστερον, κατ’ εμέ, των όσα έπρεπε να επασχολούν το ημέτερον έθνος, ουσιωδέστερον ίσως και αυτού ακόμη του ανατολικού ζητήματος. Πλην, αναγνώσται και αναγνώστριαι, όσοι υπολείπεσθε ακόμη της Μεγάλης ημών Ιδέας θιασώται, μη εκπλαγείτε δια την άμεσον ταύτην συσχέτισιν του ζωτικοτέρου των ζητημάτων με την γραμματικήν των σχολαστικών της Ελλάδος. Το γνωρίζω: Οι καλόγηροι φρονούν ότι θα υπάγομεν όλοι εις τον διάβολον, όσοι δεν αποκληρούμεν τους υιούς και τας θυγατέρας ημών, δια ν’ αφιερώσομεν τα κτήματά μας εις τα μοναστήρια, προς ψυχικήν σωτηρίαν. Οι συγγραφείς πρεσβεύουν, ως άρθρο πίστεως ιδίας, ότι πρόοδος εθνική δεν είναι δυνατό να γίνει, ενόσω έκαστος των Ελλήνων δεν σπεύδει να εγγραφεί συνδρομητής εις τα βιβλία των, προπληρώνων, εννοείται, την συνδρομήν του. Και εγώ λοιπόν ημπορώ να φανώ υποθέτων ότι η Ελλάς δεν θα λύσει το ανατολικόν ζήτημα υπέρ εαυτής, ειμή δια των απολύτων γενικών και των απαρεμφάτων. Και έρχομαι επομένως ενταύθα να παραστήσω το σύνθημα του μέλλοντος μεγαλείου της πατρίδος ως συνιστάμενον εις ουδέν άλλο, ει μη εις λέξεις, λέξεις, λέξεις! «Όχι! Ο λόγος, δια τον οποίον συνδέω το γλωσσικόν της Ελλάδος ζήτημα με το άλλο, το αποβλέπον τουτ’ αυτό την ύπαρξίν της, είναι… Αλλά καλύτερα να τον μαντεύσητε μόνοι σας εν τω μεταξύ αναγινώσκοντες. Το ανάγνωσμα όμως, όπερ σας προσφέρω, δεν είναι παρά μία ιστορία. Μία ιστορία τόσον απλή και συνήθης, ώστε απορώ πως δεν την έχει καμμία εκ των μεγάλων επιφυλλίδων, κανένα από τα ογκώδη βιβλία, όσα εγράφησαν εσχάτως περί του οποία πρέπει να είναι η γλώσσα των σημερινών Ελλήνων! Ιδού η ιστορία.

          Όταν ήμουν μαθητής του αλληλοδιδακτικού σχολείου της πατρίδος μου, είχον ιδιαιτέραν αδυναμίαν εις την μηλιά. Δεν εννοώ την Μηλιά την θυγατέρα του γείτονός μου, αλλά την γλυκομηλιά, το δένδρον, το οποίον εστόλιζε τον κήπο μας. Ήτο πολύ περίεργον δένδρον αυτή η μηλιά: Έκαμνεν άνθη και καρπούς, όπως πάσα εξαδέλφη της, κατά το θέρος και πάλιν άνθη και καρπούς κατά το φθινόπωρον. Επειδή δε ήτο η πρώτη μηλιά, την οποίαν εγνώρισα εις την ζωήν μου, και η μόνη, ήτις με ήρεσκε πλέον των άλλων, έμαθον να ονομάζω και όλα τα δένδρα μηλιές, όσα είχον τα αυτά χαρακτηριστικά και έκαμνον μήλα όπως τα της ιδικής μας, αν και δεν εκαρποφόρουν εκείναι, όπως αυτή, δύο φοράς το έτος. Εν τούτοις, με όλην την μεταξύ εμού και της μηλιάς παλαιάν φιλίαν και συμπάθειαν, δεν ημπορώ να είπω ότι εγνώριζε καλά- καλά ο είς τον άλλον. Δεν ηξεύρω αν και η μηλιά προσεπάθησε ποτέ να εννοήσει τι πράγμα ημήν εγώ, όστις έπαιζον τόσον συχνά υπό την σκιάν της ή εκαθήμην ιππαστί επί των κλάδων της. Ενθυμούμαι όμως πολύ καλά ότι εγώ, προ πάντων κατά τον καιρόν της ανθήσεώς της, εσυνήθιζον να ίσταμαι εν τινί απ’ αυτής αποστάσει, με τας χείρας εστηριγμένας επί των λαγόνων, τους οφθαλμούς ατενείς προς τον θαυμάσιον, τον ερυρθρόλευκον αυτής στολισμόν, απορών κατ’ εμαυτόν επί πολλήν ώραν τι πράγμα να είναι άραγε αυτό το δένδρον! Τι πράγμα να είναι. Αλλ’ όσω και αν ηπόρουν, όσο και αν ηρώτων τους περί εμέ, η απόκρισις ήτο πάντοτε η αυτή, ότι δηλαδή το δένδρον εκείνο ήτο μηλιά. Καλά! Αλλά η μηλιά τι πράγμα είναι;…

          Όταν έφερον εις το χωρίον μας νέον διδάσκαλον ήλπισα ενδομύχως ότι θα εμάνθανον πλέον τι πράγμα είναι η μηλιά, διότι πριν φτάσει ο φραγκοφορεμένος εκείνος κύριος εις το χωρίον μας διεδόθη μεταξύ των παιδίων ότι ήτο πολύ καλύτερος από τον παλαιόν και τα ήξευρε όλα περιγραμμάτου. Η φήμη δεν διεψεύσθη. Διότι, μόλις ελθών ο καχεκτικός εκείνος νεανίσκος, ανέγνωσε τα ονόματά μας εκ του καταλόγου και αμέσως εύρεν ότι ήσαν όλα εσφαλμένα και ότι ο πρώην ημών διδάσκαλος ήτο χαϊβάνι. Και επήρε λοιπόν το κονδύλι και ήρχισε να μας διορθώνει τα ονόματά μας.

   ― Πως σε λέγουν εσένα;

   ― Θεόδωρο Μπεράτογλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Θουκυδίδη σε λέγουν. Θουκυδίδη Μπεράτογλου. Εσένα, πως σε λέν;

   ― Δημήτρη Ντεμιρτζόγλου.

   ― Όχι, βρε χαϊβάνι! Δημοσθένη Ντεμιρτζόγλου.

Συνέχεια