09/05/2012

Όνειρο στο κύμα, επαναληπτικές ερωτήσεις ανά ενότητα.

Δημοσιεύθηκε στο Όνειρο στο κύμα tagged στις 22:40 από eirinipax

(Δραματοποίηση του διηγήματος από την εταιρεία τέχνης “Βιολέττα”)

          Ενότητα Α’

  1. Πώς χαρακτηρίζεται το είδος της συγκεκριμένης αφήγησης με βάση την οπτική γωνία από την οποία παρουσιάζονται τα γεγονότα;
  2. Στο διήγημα αυτό ο Παπαδιαμάντης χρησιμοποιεί την τεχνική της αναδρομικής αφήγησης. Σε ποιο χώρο τοποθετούνται τα γεγονότα του παρελθόντος και σε ποιον του παρόντος;
  3. Πώς λειτουργεί  στο κείμενο η εγκιβωτισμένη αφήγηση η οποία αναφέρεται στο πατέρα Σισώη;
  4. Ποιες πληροφορίες μας δίνει ο αφηγητής για τον εαυτό του; Τι υπογραμμίζει ιδιαίτερα περιγράφοντας κάθε φάση  της ηλικίας του;
  5. Πώς βλέπει ο αφηγητής την «παρούσα» κατάστασή του και ποια ψυχική διάθεση του δημιουργεί η κατάσταση αυτή; Ποια είναι τα βαθύτερα αίτιά της. Γιατί παρομοιάζει  τον εαυτό του με «σκύλο δεμένο»;
  6. Να εντοπίσετε αφηγηματικές τεχνικές στην Α ενότητα.

Ενότητα Β’

  1. Πώς περιγράφεται η Μοσχούλα και με ποιους εκφραστικούς τρόπους προβάλλεται η ομορφιά της ;
  2. Σε ποια σημεία του κειμένου διακρίνετε το χιούμορ και τη λεπτή ειρωνεία που χαρακτηρίζουν το συγγραφέα – αφηγητή;
  3. Σε ποιο κοινωνικό πλαίσιο τοποθετούνται τα δεδομένα της αφήγησης και ποιος κοινωνικός προβληματισμός διαφαίνεται στις δυο πρώτες ενότητες; Να αναφερθείτε σε συγκεκριμένα χωρία.
  4. Γιατί ο αφηγητής περιγράφει τόσο εκτενώς το κτήμα του κυρ-Μόσχου;
  5. Πώς θα χαρακτηρίζατε τη σχέση του αφηγητή με τη φύση; Σε ποια χωρία προβάλλεται εντονότερα η σχέση αυτή;
  6. Πώς  ερμηνεύετε τις ομωνυμίες κοριτσιού-κατσίκας και κυρ Μόσχου- Μοσχούλας;
  7. Πώς βλέπει ο νεαρός βοσκός τη Μοσχούλα; Ανταποκρίνεται το κορίτσι στα συναισθήματά του;
  8. Πώς εξηγείτε την ιδιαίτερη συμπάθεια του βοσκού προς την κατσίκα;
  9. Σε ποια σημεία υπάρχει θαμιστική αφήγηση;

Ενότητα Γ’

  1. Να εντοπίσετε τις περιγραφές και να καταδείξετε τη λειτουργία τους
  2. Πώς ερμηνεύεται η πρόνοια του βοσκόπουλου για την αίγα Μοσχούλα;
  3. Να σχολιάσετε τις γλωσσικές επιλογές του Παπαδιαμάντη στη συγκεκριμένη ενότητα.
  4. «Δεν θα εριψοκίνδυνευα … συνήθως ελούετο»: Να σχολιάσετε σε δυο παραγράφους το χωρίο.
  5. Ποια στοιχεία «ειδυλλιακά» (βουκολικά, ποιμενικά) μπορείτε να επισημάνετε στην ενότητα αυτή;
  6. Το φυσικό στοιχείο εκπροσωπεί στο διήγημα του Παπαδιαμάντη την επιστροφή  προς την αγνότητα και εκφράζει τη νοσταλγία του συγγραφέα για την πατρίδα του. Μπορείτε να επαληθεύσετε την άποψη αυτή με παραδείγματα;

Ενότητα Δ’- Ε΄

  1. Με ποια εκφραστικά μέσα μεταδίδει ο συγγραφέας-αφηγητής τα συναισθήματα θαυμασμού και την έκσταση που νιώθει ο βοσκός στη θέα της «λουόμενης» Μοσχούλας;
  2. Στις περιγραφές του Παπαδιαμάντη υπάρχουν επιδράσεις από το Ρομαντισμό. Ποια στοιχεία της «σκηνογραφίας» συμβάλλουν σ’ αυτήν την εντύπωση;
  3. Πώς συνδέεται η ενότητα αυτή με τον τίτλο του διηγήματος;
  4. Πώς αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας την ιδανική ομορφιά;
  5. Ποια διλήμματα αντιμετωπίζει το βοσκόπουλο στην προσπάθειά του να διαφύγει την προσοχή της Μοσχούλας; Γιατί ήρθε στο νου του ο πατήρ  Σισώης; Τι τελικά δίνει τη λύση στην αναποφασιστικότητά του;
  6. Η περιορισμένη δράση και οι σύντομοι διάλογοι των ηρώων το Παπαδιαμάντη συμπληρώνονται με εκτεταμένες ψυχολογικές αναλύσεις από τον αφηγητή. Σε ποια χωρία διακρίνετε αυτήν την τεχνική του συγγραφέα και ποιο είναι το αισθητικό της αποτέλεσμα;
  7. Σύμφωνα με τον Κώστα Στεργιόπουλο, ο Παπαδιαμάντης κάτω από το ηθογραφικό πλαίσιο «κρύβει έναν βαθύ ψυχογράφο». Να επιβεβαιώσετε την άποψη του κριτικού, παραθέτοντας συγκεκριμένα χωρία και σχολιάζοντας τις επιλογές σας.
  8. Ποια είναι η συναισθηματική κατάσταση του αφηγητή και πώς εναλλάσσονται τα συναισθήματά του  στην ενότητα. Να απαντήσετε σχολιάζοντας ιδιαίτερα τη φράση «Είχα μείνει χάσκων, εν εκστάσει, και δεν εσκεπτόμην πλέον τα επίγεια».
  9. Να παρακολουθήσετε την αγωνία του βοσκόπουλου στην προσπάθειά του να αποφύγει την προσοχή της Μοσχούλας.
  10. Παρακολουθήστε τις συναισθηματικές διακυμάνσεις του βοσκόπουλου στην ενότητα.
  11. Στο διήγημα αυτό το όνειρο συνυφαίνεται με την πραγματικότητα. Πώς γίνεται η μετάβαση από το όνειρο στην πραγματικότητα
  12. Πώς λειτουργεί το βέλασμα της αίγας στη συγκεκριμένη κατάσταση που αντιμετωπίζει ο ήρωας;
  13. «Η  κόρη εκείνη … δεν μου έλειπε»:  να σχολιάσετε το απόσπασμα σε μια παράγραφο.
  14. Πώς συνδέεται η «παγίδευση» του ήρωα με την παγίδευση της αίγας;
  15. Πιστεύετε πως το βοσκόπουλο σκέφτεται  και δρα λογικά στη συγκεκριμένη περίσταση; Τι εννοεί με τη φράση «ήμην εν συνειδήσει αθώος»;
  16. «Ω, αυτό δεν το είχα προβλέψει … το ταλαίπωρον ζώον;»:  Σημειώστε  τα χωρία στα οποία παρατηρείτε επιτάχυνση  και επιβράδυνση  της αφηγηματικής κίνησης και εξηγήστε τις επιλογές σας.

 

Ενότητες Στ’ και  Ζ’

  1. Ποιο «δραματικό απρόοπτο» συμβαίνει στην ενότητα αυτή; Πώς επιδρά στην εξέλιξη της ιστορίας;
  2. Ποια στοιχεία της αφήγησης δίνουν ερωτικό χαρακτήρα στο διήγημα;
  3. Σε ποιο σημείο της αφήγησης  παρατηρείται «επιβράδυνση» και ποια η λειτουργία της στο κείμενο;
  4. Το διήγημα κλείνει με την ίδια φράση με την οποία αρχίζει. Ποια είναι η σημασία του κυκλικού αυτού σχήματος για το διήγημα;
  5. Πώς λειτουργεί στην κατοπινή ζωή του αφηγητή η ανάμνηση της λουόμενης κόρης;
  6. Να σχολιάσετε το απόσπασμα: «Τάχα η μοναδική εκείνη περίστασις … να γίνω μοναχός».
  7. Ταυτίζεται ο αφηγητής με το συγγραφέα στο διήγημα αυτό; Στην απάντησή σας να σχολιάσετε τη φράση στο τέλος του διηγήματος (Δια την αντιγραφήν)
  8. Πώς δικαιολογείται ο φόβος της Μοσχούλας στη θέα του βοσκού και της βάρκας;
  9. Πώς χαρακτηρίζετε το βοσκόπουλο από την αντίδρασή του στον ενδεχόμενο πνιγμό της Μοσχούλας;
  10. Ποιο είναι το «όνειρο στο κύμα» και ποια σημασία έχει για την υπόλοιπη ζωή του βοσκού;
  11. Ποια γνώμη εκφράζει ο συγγραφέας-αφηγητής εμμέσως  για τις γυναίκες με τη φράση «είναι απλή θυγάτηρ της Εύας, όπως όλαι»;
  12. Γιατί ο αφηγητής «μετρίως ελυπήθη» για το θάνατο της κατσίκας του;
  13. Ποιος είναι ο ρόλος της αίγας Μοσχούλας στο διήγημα; Τι συμβολίζει το «σχοίνιασμά» της;
  14. Πώς σχετίζεται, κατά τη γνώμη σας, «η ονειρώδης εκείνη ανάμνησις της λουομένης κόρης» με την απόφαση του βοσκού να μη γίνει κληρικός;
  15. Ποιο είναι το βαθύτερο νόημα της τελικής ευχής του συγγραφέα «Ω! ας ήμην ακόμη βοσκός εις τα όρη!…» και πώς συνδέεται η ευχή αυτή με τη φράση «Δια τη σωτηρία της ψυχής μου ήρκουν τα ολίγα εκείνα κολυβογράμματα»;
  16. Ποιος νομίζετε ότι είναι ο συμβολισμός του σχοινιού στο διήγημα;

19/04/2012

Κρητικός: ερωτήσεις ανά ενότητα

Δημοσιεύθηκε στο Κρητικός tagged στις 10:45 από eirinipax

Κρητικός:  επαναληπτικές ερωτήσεις ανά ενότητα – eirinipax

 

14/04/2012

Νίκος Δήμου: Πάσχα Ποιητών

Δημοσιεύθηκε στο πασχαλινά στις 10:51 από eirinipax

Νίκος Δήμου: Πάσχα Ποιητών

Με Κρίση ή χωρίς, η Άνοιξη ήρθε. Έφερε, όπως πάντα, το Πάσχα. Όπως πάντα; Ναι, το Πάσχα είναι σαν την Άνοιξη, αιώνια επαναλαμβανόμενο. Γιορταζόταν και πριν από τον Χριστιανισμό, όπως θα γιορτάζεται και μετά τον Χριστιανισμό. Ακόμα και μετά τον άνθρωπο, αν κάποτε εκλείψει από τη Γη.

Εντάξει, πριν από τον Χριστιανισμό το έλεγαν Πάσχα μόνον οι Εβραίοι. Αλλά η ιστορία της Ανάστασης, είτε είναι του Όσιρι, είτε του Άδωνη, είτε του Χριστού, είναι η ίδια. Ο συμβολισμός είναι τόσο προφανής που βγάζει μάτι. Το σώμα του Χριστού στον Επιτάφιο, μέσα στα λουλούδια, είναι απαράλλαχτο το ανθοστόλιστο είδωλο του Άδωνη.

Γράφει ο Σικελιανός για τις γυναίκες που «συμμαζευτήκαν τον Επιτάφιο να στολίσουν»:

«ποια να στοχάστη – έτσι γλυκά θρηνούσαν
πως κάτω από τους ανθούς το ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα…»

Πάσχα των λουλουδιών – Πάσχα των ποιητών. Κανείς τόσο πλούσιος όσο ο Σικελιανός στο «Πάσχα των Ελλήνων» (1919). Κανείς τόσο διαυγής όσο ο Σολωμός στον «Λάμπρο». Εκείνη η περιγραφή που αρχίζει: «Καθαρότατον ήλιο επρομηνούσε…» τι έχει τραβήξει μέσα σε σχολικά βιβλία, ανθολογίες, απαγγελίες… Κι όμως αντέχει, και όταν τη διαβάζω, μεθάω από φως:

«Σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη»

Πιο μελαγχολικό, σαν συννεφιασμένη Μεγάλη Παρασκευή, το Πάσχα του Ελύτη. «Πένθιμος, πράος ουρανός μες στο λιβάνι» το δικό του στερέωμα, στο «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου». Αλλά, ανήμερα το Πάσχα επιστρέφει στον αγαπημένο του Σολωμό:

«Καθαρή, διάφανη μέρα. Φαίνεται ο άνεμος που
ακινητεί με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτι-
κά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ
χαμηλά, κάτω από το παράθυρο».

Με Κρίση ή χωρίς – χαρείτε την Άνοιξη και την Ανάσταση. Δεν κρατάει πολύ, είναι όπως ο έρωτας. Αλλά, όπως ο έρωτας, μεθάει και λυτρώνει.

πηγή: http://www.lifo.gr/mag/columns/3872

 

11/04/2012

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, “Πάσχα ρωμέικο”

Δημοσιεύθηκε στο πασχαλινά tagged στις 00:36 από eirinipax

Ο μπαρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, είχεν επτά ή οκτώ καπέλλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων και μεγεθών, όλα εκ παλαιού χρόνου και όλα κατακαίνουργια, τα οποία εφόρει εκ περιτροπής μετά του ευπρεπούς μαύρου ιματίου του κατά τας μεγάλας εορτάς του ενιαυτού, οπόταν έκαμνε δύο ή τρεις περιπάτους από της μιας πλατείας εις την άλλην διά της οδού Σταδίου. Οσάκις εφόρει τον καθημερινόν κούκον του, με το σάλι του διπλωμένον εις οκτώ ή δεκαέξ δίπλας επί του ώμου, συνήθιζε να κάθηται επί τινας ώρας εις το γειτονικόν παντοπωλείον, υποπίνων συνήθως, μετά των φίλων, και ήτο στομύλος και διηγείτο πολλά κι εμειδία προς αυτούς.

Οταν εμειδία ο μπαρμπα – Πίπης, δεν εμειδίων μόνον αι γωνίαι των χειλέων, αι παρειαί και τα ούλα των οδόντων του, αλλ’ εμειδίων οι ιλαροί και ήμεροι οφθαλμοί του, εμειδία στίλβουσα η σιμή και πεπλατυσμένη ρις του, ο μύσταξ του ο ευθυσμένος με λεβάνταν και ως διά κολλητού κηρού λελεπτυσμένος, και το υπογένειόν του το λευκόν και επιμελώς διατηρούμενον, και σχεδόν ο κούκος του ο στακτερός, ο λοξός κι επικλινής προς το ους, όλα παρ’ αυτώ εμειδίων. Είχε γνωρίσει πρόσωπα και πράγματα εν Κερκύρα, όλα τα περιέγραφε μετά χάριτος εις τους φίλους του. Δεν έπαυσε ποτέ να σεμνύνεται διά την προτίμησιν, την οποίαν είχε δείξει αείποτε διά την Κέρκυραν ο βασιλεύς, και έζησεν αρκετά διά να υπερηφανευθή επί τη εκλογή, ην έκαμε της αυτής νήσου προς διατριβήν «ή εφτάκρατόρισσα της Αούστριας». Ενθυμείτο αμυδρώς τον Μουστοξύδην, μα δόττο, δοττίσιμο κε ταλέντο! Είχε γνωρίσει καλώς τον Μάντζαρον, μα γαλαντουόμο! τον Κερκύρας Αθανάσιον, μα μπράβο! τον Σιερπιέρρο, κε γκραν φιλόζοφο! Το τελευταίον όνομα έδιδεν εις τον αοίδιμον Βράιλαν, διά τον τίτλον ον του είχαν απονείμει, φαίνεται, οι Αγγλοι. (Sir Pierro = Sir Peter).

Είχε γνωρίσει επίσης τον «Σόλωμο» κε ποέτα, του οποίου απεμνημόνευε και στίχους τινάς, απαγγέλλων αυτούς κατά το εξής υπόδειγμα:

Ωσάν τη σπίθα κρουμμένη στη στάχτη

που εκρουβόταν για μας λευτεριά;

Εισέ πάσα μέρη πετιέται κι ανάφτει

και σκορπιέται σε κάθε μεριά.

Ο μπαρμπα-Πίπης έλειπεν υπέρ τα είκοσι έτη εκ του τόπου της γεννήσεώς του. Είχε γυρίσει κόσμον κι έκαμεν εργασίας πολλάς. Εστειλέ ποτε και εις την Παγκόσμιον «Εκτεση», διότι ήτο σχεδόν αρχιτέκτων, και είχε μάλιστα και μίαν ινβεντσιόνε. Εμίσει τους πονηρούς και τους ιδιοτελείς, εξετίμα τον ανθρωπισμόν και την τιμιότητα. Απετροπιάζετο τους φαύλους.

«Ιλ τραδιτόρε νον α κομπασιόν» – ο απατεώνας δεν έχει λύπηση. Ενίοτε πάλιν εμαλάττετο κι εδείκνυε συγκατάβασιν εις τας ανθρωπίνους ατελείας. «Ουδ’ η γης αναμάρτητος – άγκε λα τέρρα νον ε ιμπεκκάμπιλε». Και ύστερον, αφού ουδ’ η γη είναι, πώς θα είναι ο Πάπας; Οταν του παρετήρει τις ότι ο Πάπας δεν εψηφίσθη ιμπεκκάμπιλε, αλλά ινφαλλίμπιλε, δεν ήθελε ν’ αναγνωρίση την διαφοράν.

Δεν ήτο άμοιρος και θρησκευτικών συναισθημάτων. Τας δύο ή τρεις προσευχάς, ας ήξευρε, τας ήξευρεν ελληνιστί. «Τα πατερμά του ήξευρε ρωμέικα». «Ελεγεν: «Αγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ… ως ενάντιος υψίστοις!». Οταν με ηρώτησε δις ή τρις τι σημαίνει τούτο ως ενάντιος, προσεπάθησα να διορθώσω και εξηγήσω το πράγμα. Αλλά μετά δύο ή τρεις ημέρες υποτροπιάζων πάλιν έλεγεν: «Αγιος, άγιος, άγιος… ως ενάντιος υψίστοις».

Εν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι εμίσει αδιαλλάκτως παν ό,τι εκ προκαταλήψεως εμίσει και χωρίς ν’ ανέχηται αντίθετον γνώμην ή επιχείρημα. Πολιτικώς κατεφέρετο πολύ κατά των Αγγλων, θρησκευτικώς δε κατά των Δυτικών. Δεν ήθελε ν’ ακούση το όνομα του Πάπα, και ήτο αμείλικτος κατήγορος του ρωμαϊκού κλήρου…

Την εσπέραν του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 188…. περί ώραν ενάτην, γερόντιόν τι ευπρεπώς ενδεδυμένον, καθόσον ηδύνατο να διακρίνη τις εις το σκότος, κατήρχετο την απ’ Αθηνών εις Πειραιά άγουσαν, την αμαξιτήν. Δεν είχεν ακόμη ανατείλει η σελίνη, και ο οδοιπόρος εδίσταζε ν’ αναβή υψηλότερον, ζητών δρόμον μεταξύ των χωραφίων. Εφαίνετο μη γνωρίζων καλώς τον τόπον. Ο γέρων θα ήταν ίσως πτωχός, δε θα είχε 50 λεπτά διά να πληρώση το εισιτήριον του σιδηροδρόμου ή θα τα είχε κι έκαμνεν οικονομίαν.

Αλλ’ όχι δεν ήτο πτωχός, δεν ήτο ούτε πλούσιος, είχε διά να ζήση. Ητο ευλαβής, και είχε τάξιμο να καταβαίνη κατ’ έτος το Πάσχα πεζός εις τον Πειραιά, ν’ ακούη την Ανάστασιν εις τον Αγιον Σπυρίδωνα και όχι εις άλλην εκκλησίαν, να λειτουργήται εκεί και μετά την απόλυσιν ν’ αναβαίνη πάλιν πεζός εις τας Αθήνας.

Ητο ο μπαρμπα-Πίπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις Πειραιά διά ν’ ακούση το Χριστός Ανέστη εις τον ναόν του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέικο κι ευφρανθή η ψυχή του.

Και όμως ήτο… δυτικός!

Ο μπαρμπα-Πίπης ήτο Ιταλοκερκυραίος, απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός, Ελλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α`, «είχε μεταλάβει ρωμέικα» όταν εκινδύνευε ν’ αποθάνη εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς του έλεγέ τις: «Διατί δε βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πίπη;» η απάντησίς του ήτο, ότι άπαξ εβαπτίσθη, και ότι ευρέθη εκεί.

Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης, με τη συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίνων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απομενομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εμβάδα του Ποντίφηκος, τα λοιπά είναι αδιάφορα.

Ο μπαρμπα-Πίπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον Αγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθοδόξω ναώ, (il Santo Spiridion ha fatto cquesto aso), ότε ο Αγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού κρατών δαυλόν αναμμένον, έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπαρμπα-Πίπης ποτέ δε θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσου φράγκους.

Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, ότε κατέβαινεν εις Πειραιά πεζός, κρατών εις τη χείρα τη λαμπάδα του, ην έμελλε ν’ ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού, εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ’ ολίγον ν’ αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν της μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά τη μεσημβρινήν γωνίαν, κι εκεί εκάθισεν επί των χόρτων, αφού υπέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένο σάλι του. Εβγαλεν από την τσέπην την σπιρτοθήκην του, ήναψε σιγαρέττον κι εκάπνιζεν ηδονικώς.

Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης και, πριν προφθάση να στραφή να ίδη, ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε, ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.

Εκείνην τη στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ’ ανέτελλε μετ’ ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδε ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην και τείνουσα εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.

Ο μπαρμπα-Πίπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε τη χείρα προς τον άγνωστον κι έκραξεν εναγωνιως.

- Φίλος! καλός! μη ρίχνης…

Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπιισθοδρομήσεως, αλλά δεν επανέφερε το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν, ουδέ κατεβίβασε τη σκανδάλην.

- Φίλος και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.

- Τι θέλω; επανέλαβεν ο μπαρμπα-Πίπης. Κάθουμαι και φουμάρω το τσιγάρο μου.

- Και δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπον, ρε, για να φουμάρης το τσιγάρο σου!

- Και γιατί; επανέλαβεν ο μπαρμπα-Πίπης. Τις σας έβλαψα;

- Δεν ξέρω εγώ απ’ αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης, εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι άλλα πράματα μέσα. Μόνον κότες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού. Εγελάστηκες.

Ητο πρόδηλον, ότι είχεν εκλάβει το γηραιόν φίλον μου ως ορνιθόκλοπον, και διά να τον εκδικηθή του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίση με την καραβίναν του.

Ο μπάρμπα-Πίπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.

- Συ εγελάστηκες, απήντησεν, εγώ κότες δεν κλέφτω, ούτε λωποδύτης είμαι, εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν’ ακούσω Ανάσταση στον Αγιο Σπυρίδωνα.

Ο χωρικός εκάγχασε.

- Στον Περαία; στον Αϊ – Σπυρίδωνα; κι από πού έρχεσαι;

- Απ’ την Αθήνα.

- Απ’ την Αθήνα; και δεν έχει εκεί εκκλησίες ν’ ακούσης Ανάσταση;

- Εχει εκκλησίες, μα εγώ το έχω τάξιμο, απήντησεν ο μπάρμπα-Σπύρος.

Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν, είτα επανέλαβε.

- Να φχαριστάς καημένε…

Και τότε μόνον κατεβίβασεν τη σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμον του.

- Να φχαριστάς, καημένε, την ημέραν που ξημερώνει αύριον, ει δε μη, δεν το ‘χα για τίποτες να σε ξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!

Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο ν’ απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.

- Κάνεις άδικα και συγχωρεμένος να ‘σαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ’ ευχαριστώ ως τόσο που δε με ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε… δεν κάνεις καλά να με παίρνης για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης, κι επήγαινα, σου λέω, στον Πειραιά.

- Ελα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε…

Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβολίου, κι έγινεν άφαντος.

Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.

Το συμβεβηκός τούτο δεν εμπόδισε τον μπαρμπα-Πίπην να εξακολουθή κατ’ έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνη πεζός εις τον Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Αγιον Σπυρίδωνα και να κάμη Πάσχα ρωμέικο.

Εφέτος το μισοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα να τον συνοδεύσω εφέτος εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα τη συνήθεια να εορτάζω εκτός του Αστεως το Αγιον Πάσχα.

  • Από τη Συλλογή «Πασχαλινά διηγήματα», Εκδοση «Βιβλιοπωλείον της “Εστίας” Ι.Δ.Κολλάρου και ΣΙΑ ΑΕ

21/03/2012

Για την παγκόσμια ημέρα ποίησης

Δημοσιεύθηκε στο ποιήματα για την ποίηση στις 22:35 από eirinipax

Τι είναι ποίηση;

“Η ποίηση είναι από τα πιο επηρμένα μυστήρια, τα πιο αχανή, και μόνο ικανοποίηση στις παρομοιώσεις δίνεις αν πεις ότι είναι ένα μείγμα εύγεστων δηλητηρίων σε χρυσά δελεαστικά ποτήρια, ή ότι είναι ο πειρασμός, ο δαίμονας που μπαίνει ξαφνικά στο σώμα του κανονικού, προκαλώντας ένα σεληνιασμό γόνιμο ή ακόμα ότι είναι ένα είδος ευθανασίας των πραγμάτων που υποφέρουν μέσα μας είτε ως ανικανοποίητα είτε ως προδομένα “

“Η τέχνη ξαναπλάθει ως λαθραίος θεός τον κόσμο από την αρχή, μεταμορφώνοντας ό,τι μας απελπίζει ως γνωστό κι αδιάσειστο σε μια καταπραϋντική αβεβαιότητα.”

“Βαδίζεις σε μια έρημο. Ακούς ένα πουλί που κελαηδάει. Όσο κι αν είναι απίθανο να εκκρεμεί ένα πουλί στην έρημο, ωστόσο εσύ είσαι υποχρεωμένος να του φτιάξεις ένα δέντρο. Αυτό είναι το ποίημα.”
Κική Δημουλά
Δεν άργησα να αντιληφθώ ότι και για τους ποιητές ισχύει αυτό εδώ, ότι δηλαδή δεν δημιουργούν με τη σοφία, αλλά με κάποιο φυσικό χάρισμα, με κάποια έμπνευση ανάλογη μ’ εκείνη των μάντεων και των χρησμωδών. Γιατί πράγματι αυτοί λένε πολλά και καλά, αλλά δεν γνωρίζουν τίποτα γι’ αυτά που λένε.

Απολογία Σωκράτους
Αμ’ οι ποιητάδες; Αρσενικές Πυθίες, που κουβεντιάζουνε με τους Θεούς σαν παλιοί κουμπάροι…Μεσάτοι, κουνιστοί και με κομμένα μάτια, κει που περπατάνε σκορπίζοντας αρώματα και χάχανα καμπανιστά, σταματάνε ξαφνικά, γουρλώνουνε τα μάτια και κοιτάζουνε τ’ άστρα μέρα μεσημέρι. Κείνη τη στιγμή κατεβαίνουν άγγελοι των Θεών και τους καλούνε στον Όλυμπο της Μωρίας!… Εκεί μεθάνε κ’ εδώ χρησμολογούνε. Με τα μάτια των στίχων μας λυτρώνουν από τα δεσμά της ματαιότητας. Αφτοί δίνουν αιωνιότητα σ’ ότι αγγίσουνε με την πνοή τους. Χάρη σ’ αφτούς ο κόσμος γίνεται καλύτερος και βασιλέβουνε στη γης η ψυχή κι ο Θεός!
Κ. Βάρναλης: Η αληθινή απολογία του Σωκράτη
Λέξεις ερχόμενες από πολύ παλαιά ή άλλες νεότερες, ακόμα και ιδιωματικές συνωστίζονται στην άκρη της πένας σου, σαλεύουνε σαν κάτι να ζητάνε, αναπηδούν ως το σημείο να σε πιτσιλάνε και στο πρόσωπο…
Χρειάζεται συνεχώς ν’ απωθείς, ν’ αποποιείσαι, να επιλέγεις, να υιοθετείς… Να δοκιμάζεις με τον ίδιο τρόπο που δοκιμάζει ο Σολωμός δεκαεννέα φορές τον ίδιο στίχο. Επειδή –κοντά στα άλλα πρέπει να το υπενθυμίζει κανείς αυτό- η ακριβολογία στη σκέψη δεν συμπίπτει πάντα με την ακριβολογία στα αισθήματα∙ πόσο μάλλον στα οράματα ή στους διασκελισμούς που απαιτούνται για να κινηθείς σ’ ένα επίπεδο υπεράνω πολύ της χρηστικής πραγματικότητας.
Οδ. Ελύτης: “Ιδιωτική Οδός”
Η ποίηση είναι ένα ταξίδι
Σ’ άγνωστη χώρα.
Η ποίηση είναι ταυτόσημη
Με την παραγωγή ραδίου.
Για μια και μόνο λέξη
Λιώνεις χιλιάδες τόνους
Γλωσσικό μετάλλευμα.
Βλαντιμίρ Μαγιακόβσκι
Εγχειρίδιο Ποιητικής
1. Αν ζήσεις μ’ ένα ποίημα, θα πεθάνεις μόνος.
2. Αν ζήσεις με δύο ποιήματα, θ’ αναγκαστείς να απατήσεις το ένα.
3. Αν συλλάβεις ένα ποίημα, θ’ αποκτήσεις ένα παιδί λιγότερο.
4. Αν την ώρα που γράφεις φοράς το στέμμα σου,
οι άλλοι θα σε κοροϊδεύουν.
5. Αν την ώρα που γράφεις δεν φοράς το στέμμα σου,
θα κοροϊδεύεις εσύ τον εαυτό σου.
6. Αν επαινείς τα ποιήματά σου, θα σ’ αγαπήσουν οι βλάκες.
7. Αν επαινείς τα ποιήματά σου κι αγαπάς τους βλάκες,
θα σταματήσεις να γράφεις.
8. Αν γράψεις ένα ποίημα και επαινέσεις το ποίημα κάποιου άλλου,
θα σ’ ερωτευθεί μια ωραία γυναίκα.
9. Αν γράψεις ένα ποίημα και επαινέσεις υπερβολικά το ποίημα κάποιου άλλου,
θα σε προδώσει μια ωραία γυναίκα.
10. Αν αφήσεις τα ποιήματά σου γυμνά,
θα σε κατατρύχει ο φόβος του θανάτου.
11. Αν σε κατατρύχει ο φόβος του θανάτου,
τα ποιήματά σου θα σε σώσουν.
12. Αν απαρνηθείς τα ποιήματά σου για την πεζογραφία,
θα βγεις σίγουρα κερδισμένος.
Η ποίηση θα αντέξει και χωρίς εσένα.
Χάρης Βλαβιανός, Νέα Ποιήματα 1996 – 1997
Πολλοί στίχοι είναι σαν αργυρές κλωστές δεμένες
στα καμπανάκια των άστρων- αν τους τραβήξεις,
μια ασημένια κωδωνοκρουσία δονεί τον ορίζοντα.
Πολλά ποιήματα μένουν αργά τη νύχτα στην ερημιά
βρέχουν κάθε τόσο τα τέσσερα δάχτυλα
των στίχων τους σ’ ένα ρυάκι,
ύστερα χάνονται ονειροπαρμένα μες στο δάσος,
πνίγονται στο χρυσό πηγάδι της σελήνης-
ένα σωστό ποίημα όμως ποτέ δεν καθυστερεί
σε μια γωνιά του ρεμβασμού.
Είναι πάντα στην ώρα του, λέει παρών
στο πρώτο κάλεσμα της εποχής του.
Γιάννης Ρίτσος
Η ποίηση μοιάζει ανάρρωση γλυκιά με απουσίες δικαιολογημένες…
Με τέσσερις αισθήσεις γυρίζει ή με έξι
ραβδοσκοπώντας φλέβες του ουρανού
ώσπου σκοντάφτει στον προτελευταίο στίχο…
Ο τελευταίος στίχος δεν μένει πάντα τελευταίος.
Κάποτε γίνεται πρώτος στίχος ενός ποιήματος
που γράφει κάποιος αναγνώστης
Μιχάλης Γκανάς
Αυτό είναι στο βάθος η ποίηση,
η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει
να γίνεσαι άνεμος για τον χαρταετό και χαρταετός
για τον άνεμο, ακόμα κι όταν ουρανός δεν υπάρχει.
Δεν παίζω με τα λόγια.
Μιλώ για την κίνηση που ανακαλύπτει κανείς
να σημειώνεται μέσα στη στιγμή
όταν καταφέρνει να την ανοίξει και να της δώσει διάρκεια.
Οδυσσέας Ελύτης
Αφού κατά λάθος
ο κόσμος
είναι μια ποίηση.
Τάσος Λειβαδίτης
Μια πόρτα ανοιχτή, για την οποία αιώνες τώρα
φτιάχνονται ατέλειωτες αρμαθιές αντικλείδια
Παυλόπουλος
Δυο θαμποί προβολείς μες στην ομίχλη, ένα δελτάριο
σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη ζω

Αναγνωστάκης
Τι νομίζεις, λοιπόν κατά βάθος η ποίηση
είναι μια ανθρώπινη καρδιά
φορτωμένη όλο τον κόσμο.
Νικηφόρος Βρεττάκος
Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.
Σεφέρης
Λανθάνουσα κοινή ανθρώπινη ανάγκη για ουρανό
Σαχτούρης
Ποίηση ανάμνηση από φίλντισι
άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι
δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα
ένα βιολί που παίζει μοναχό του
χαλκός χαλκωματένια χαλκωματάς
-όλα τα παλιά γυαλίζω
πεταλούδα που γλιτώνει από τη φωτιά
φωτιά που γλιτώνει από τα νερά
βιολέτες σ’ άσπρο λαιμό
άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό
νύχτα στρωμένη τσιγάρα
λέξεις.
Θωμάς Γκόρπας, Ποίηση ‘76
Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος
να μιλήσουμε,
αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε
τα πρόσωπά μας.
Μανόλης Αναγνωστάκης
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίηση
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
Κώστας Καρυωτάκης
Κι η ποίηση: ένα παιχνίδι
που τα χάνεις όλα,
για να κερδίσεις ίσως
ένα άπιαστο αστέρι.
Τάσος Λειβαδίτης
Η ποίηση είναι
εκείνος ο εαυτός μας
που δεν κοιμάται ποτέ.
Γιώργος Σαραντάρης
Το χρυσό δίχτυ,
όπου τα πράγματα σπαρταρούν
σαν ψάρια.
Γιώργος Σεφέρης
Η ποίηση είναι ένα αίνιγμα από συνηθισμένα λόγια
Τάσος Λειβαδίτης
Σφαγμένη εντός σου μια ερώτηση που δε λέει να σωπάσει
E. Κακναβάτος
Ακραία δυνατότητα μιας άνοιξης
Νίκος Φωκάς
Χαρταετός που ξέφυγε απ’ τα χέρια μικρού παιδιού
Θωμάς Γκόρπας
Η ποίησις είναι ανάπτυξις
στίλβοντος ποδηλάτου.
Ανδρέας Εμπειρίκος
Ω, ποίηση αναμάρτητη
εμπιστευμένη στη δροσιά της θύελλας,
Ω, ποίηση ατελεύτητη
φτεροκόπημα χελιδονιών.
(Τάκης Βαρβιτσιώτης)
Φαίνεται όμως πως θαύματα δεν κάμνουν μόνο
οι διάβολοι κι οι θεοί. Θαύματα κάνει
κι η ποίηση, όταν πράγματι είναι ποίηση.
Γιώργος Βαφόπουλος
Η ποίηση είναι το άλλο πρόσωπο της υπερηφάνειας.
Οδυσσέας Ελύτης
Η ποίηση πρέπει να ‘ναι
Ένα ζαχαρωμένο βότσαλο
Πάνω που θα ‘χεις γλυκαθεί
Να σπας τα δόντια σου.
(Αργύρης Χιόνης)
Δοκιμές, εν φαντασία και λόγω, νάρκης του άλγους
(Καβάφης)
Τα φάρμακά σου φέρε τέχνη της ποιήσεως,
που κάμνουνε -για λίγο- να μη νιώθεται η πληγή.
Κωνσταντίνος Καβάφης
Η ποίηση έχει σώμα ζεστό κι ολοζώντανο
Και το αίμα της κυκλοφορεί
Όπως το όνειρο στον ύπνο και στις φλέβες.
Νόρα Αναγνωστάκη
Το ποίημα θέλω να είναι νύχτα, περιπλάνηση
Σε ξεμοναχιασμένους δρόμους και σε αρτηρίες,
Όπου η ζωή χορεύει.
Νίκος – Αλέξης Ασλάνογλου
Η ποίηση δεν είναι
η θέληση ν΄ αντισταθείς,
μα ένα ολοσκότεινο δάσος
για να ξεφύγεις.
Γιώργης Σαραντής
Πίσω από την καθημερινή κόλαση των λέξεων
Τα ποιήματα ανασαίνουν ζωντανά και το καθαρό
τους νόημα καθρεφτίζει παντού μια φανταστική
ευτυχία, που ποτέ δε θα πυρποληθεί.
Τάκης Σινόπουλος
Καμιά φορά στα ποιήματα
Στις λέξεις στα τραγούδια
Ακούω φτεροκοπήματα
Θαρρείς απ’ αγγελούδια.
Θέτη Χορτιάτη
Μοναχική κι ανήμπορη διαδικασία
Η ποίηση.
Μάριος Μαρκίδης
Τα ποιήματα δεν είναι και τόσο δύσκολα, το ξέρετε.
Και αν σηκώσεις τις λέξεις, είναι τόσο θλιμμένα,
σαν δάχτυλα που πόνεσες μια νύχτα με αγωνίες.
Γιώργος Μαρκόπουλος
O,τιδήποτε στον κόσμο μπορεί να είναι η αιτία του κόσμου.
H ποίηση όμως είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο
που έχει αιτία γι’ αυτό αφανίζεται από κάτι που δεν έχει αιτία.
Γ. Χειμώνας, ‘Ο εχθρός του ποιητή’
Πολλοί στίχοι είναι σαν πόρτες -
πόρτες κλειστές σ’ ερημωμένα σπίτια
και πόρτες ανοιχτές σε ήμερες συγυρισμένες ψυχές.
Γιάννης Ρίτσος
Θυμάμαι παιδί που έγραψα κάποτε
τον πρώτο στίχο μου.
Από τότε ξέρω ότι δε θα πεθάνω ποτέ -
αλλά θα πεθαίνω κάθε μέρα.
Τάσος Λειβαδίτης
Ο τελευταίος στίχος δε μένει πάντα τελευταίος.
Κάποτε γίνεται ο πρώτος στίχος ενός ποιήματος,
που γράφει κάποιος αναγνώστης.
Μιχάλης Γκανάς
Πηγή: Λογοτεχνικές Μικρογραφίες
http://logotexnikesmikrografies.blogspot.com/2012/03/blog-post_21.html

13/03/2012

Εγγονόπουλος – Αναγνωστάκης

Δημοσιεύθηκε στο Ποίηση 1948, Στο Νίκο Ε... tagged , στις 19:44 από eirinipax

Η πιο εμπεριστατωμένη συγκριτική μελέτη που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό, η οποία εστιάζει στο ιστορικό κυρίως περιβάλλον των δυο ποιημάτων Ποίηση 1948 και Στο Νίκο Ε… 1949, είναι αυτή  της συμβούλου της Β/θμιας Εκπ/σης Πιερίας, κας Ευσεβίας Χασάπη, που δημοσιεύτηκε στο περ. Φιλολογική, στο τεύχος 114.

Η λογοτεχνία ως μικρο-ιστορία. Τα ποιήματα «Ποίηση 1948» του Νίκου Εγγονόπουλου και «Στον Ν. Ε… 1949» του Μανόλη Αναγνωστάκη

10/03/2012

Κ. Κωτσάκη, Σελίδες του Γ. Ιωάννου, παρουσίαση των δυο πεζογραφημάτων

Δημοσιεύθηκε στο Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς, Στου Κεμάλ το σπίτι tagged στις 11:23 από eirinipax

Παρουσίαση των δυο πεζογραφημάτων από την Καλλιόπη Κωτσάκη

07/03/2012

Αφιέρωμα του ένθετου της εφ. Καθημερινή, Επτά Ημέρες, στον Γ. Ιωάννου.

Δημοσιεύθηκε στο Μες στους προσφυγικούς συνοικισμούς, Στου Κεμάλ το σπίτι tagged στις 22:01 από eirinipax

Γιώργος Ιωάννου 1927-1985: Ημερομηνίες από τη ζωή και το έργο του
Θ.Δ.ΣAPHΓIANNHΣ
Φιλόλογος

1927, 20 Νοεμβρίου: Γεννιέται ο πεζογράφος, ποιητής, φιλόλογος, μεταφραστής, δοκιμιογράφος Γιώργος Ιωάννου (αρχικά Σορολόπης) στη Θεσσαλονίκη, που αγάπησε όσο τίποτα στη ζωή του. Οι γονείς του πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη. Ο πατέρας του Ιωάννης Σορολόπης, από τη Ραιδεστό της Προποντίδας, μηχανοδηγός στους σιδηροδρόμους. Η μητέρα του Αθανασία Καραγιάννη από την Κεσσάνη. Νεώτερα αδέλφια: Δήμητρα, Χριστόδουλος (Λάκης) και Θεοδωράκης. Τα παιδικά του χρόνια τα περνάει στη Θεσσαλονίκη.

Σχολ. Eτος 1937-38: Εισάγεται στο οκτατάξιο Γυμνάσιο.

1940: Μόλις μπαίνει στην εφηβεία ξεσπάει ο πόλεμος που αναστατώνει τα πάντα κι αλλάζει τη ζωή του μικρού Γιώργου.

Νοέμβριος 1940 – Μάρτιος 1941: Με τα αδέλφια του και τη γιαγιά του καταφεύγουν στα Πετροκέρασα Χαλκιδικής για να προφυλαχθούν από τους βομβαρδισμούς. Κατόπιν μένουν για λίγους μήνες στην Αθήνα.

 

1943, Νοέμβριος: Σε ηλικία 16 ετών αρχίζει να γράφει ημερολόγιο. Αποτυπώνει τη μαυρίλα της εποχής. Η πείνα, οι εξευτελισμοί, οι εκτελέσεις και, κυρίως, το ξεκλήρισμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης θα αφήσουν στην ψυχή του ανεξίτηλα ίχνη και μια πικρή γεύση. Πολύ συχνά στα λόγια του και στα κείμενά του έρχονται και ξαναέρχονται οι εφιαλτικές εικόνες εκείνης της περιόδου. Η τραγωδία των Εβραίων τον συνταράσσει.

Από το 1943 η οικογένεια ζει στο σπίτι της οδού Ιουστινιανού 14 (Πλατεία Δικαστηρίων) που κατεδαφίστηκε μετά τους σεισμούς του 1978. Με τα κατοχικά συσσίτια εντάσσεται στον κόσμο των κατηχητικών σχολείων.

1944, Κυριακή 26 Μαρτίου: Αίτηση εγγραφής στη Χριστιανική Οργάνωση «Αδελφοσύνη». Απότομα σταματάει να γράφει ημερολόγιο.

1946: Γεννιέται ο αδελφός του Θεοδωράκης.

1946/1947: Τελειώνει το 3ο Γυμνάσιο Αρρένων. Εισάγεται στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Εκείνη την περίοδο «ανακαλύπτει» τον Καβάφη, τον Σεφέρη, τον Eλιοτ. Το περιοδικό που τον εισάγει στη Λογοτεχνία είναι η Αγγλοελληνική Επιθεώρηση.

1948: Αποχωρεί από τη Χριστιανική Kίνηση.

1950: Αποφοιτά από το Ιστορικό – Αρχαιολογικό τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολής.

1951, Ιανουάριος: Υπηρετεί τη θητεία του ως δεκανέας του πυροβολικού.

1953, Καλοκαίρι: Απολύεται.

1953/1954: Διδάσκει για λίγο καιρό ως φιλόλογος στο Ιδιωτικό Σχολείο του Γ. Ψιχούλα στο Γιδά (Αλεξάνδρεια) Ημαθίας.

1954, Μάρτιος: Καταθέτει το όνομά του στην «τράπεζα του πνεύματος». Τυπώνει το πρώτο βιβλίο του «Ηλιοτρόπια» με 11 ολιγόστιχα ποιήματα.

1954: Συνδέεται φιλικά με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Γνωρίζεται με τους Γ. Θέμελη, Τάκη Βαρβιτσιώτη, Π. Σπανδωνίδη, Ζωή Καρέλλη, Ν. Πεντζίκη, Γ. Κιτσόπουλο, Γ. Βαφόπουλο. Στην Αθήνα γνωρίζεται με τους Νίκο Καρούζο, Αλκιβιάδη Γιαννόπουλο, Κώστα Ταχτσή, Μίλτο Σαχτούρη, Νίκο Φωκά, Τάκη Σινόπουλο, Φώτη Κόντογλου, Δημήτρη Χριστοδούλου.

1954, 20 Αυγούστου: Ορκίζεται ως βοηθός στην τακτική έδρα της Αρχαίας Ιστορίας της Φιλοσοφικής Σχολής Θεσσαλονίκης.

1955, 15 Φεβρουαρίου: Αλλάζει το επώνυμό του σε Ιωάννου με την υπ’ αριθμ. 2823/15-2-1955 απόφαση του Υπουργού Γενικού Διοικητού Βορείου Ελλάδος. «Το όνομα δεν το διάλεξα, βέβαια, τυχαία. Λεγόταν ο πατέρας μου «Ιωάννης» κι έτσι θέλησα να τον τιμήσω». (Φυλλάδιο 5-6, Θύσανοι σελ. 71).

1955, 15 Σεπτεμβρίου: Νιώθει να τον καταπιέζει η προοπτική μιας ακαδημαϊκής σταδιοδρομίας και παραιτείται από το Πανεπιστήμιο. Στη συνέχεια διδάσκει στο Κολλέγιο Αθηνών (Ψυχικό) για έναν περίπου χρόνο. Κατόπιν επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. «Δεν μπορούσα να υποφέρω τη μουχλιασμένη ζωή ενός βοηθού. […] Oτι ετόλμησα να φύγω ήταν σταθμός στη ζωή μου». («Iχνευτής», Μάρτιος 1985, τ.1, σελ. 7).

1957, Σεπτέμβριος: Διδάσκει σε επαρχιακό ιδιωτικό σχολείο στα Τρίκαλα.

Σχολ. Eτος 1958-59: Διδάσκει σε σχολείο στη Λάρισα. Συμμετέχει με το συνθετικό ποίημα «Η συμφωνία των Λύκων» σε λογοτεχνικό διαγωνισμό του Δήμου Θεσσαλονίκης. Του απονέμεται βραβείο.

1958: Εκδίδεται το λογοτεχνικό περιοδικό «Διαγώνιος». Ο Ιωάννου θα παραμείνει τακτικός συνεργάτης μέχρι το 1965.

1959, Φθινόπωρο: Επιστρέφει στην Αθήνα. Διδάσκει πάλι σε ιδιωτικό γυμνάσιο.

1960, Σεπτέμβριος: Διορίζεται στη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Τοποθετείται ως φιλόλογος στο Καστρί Κυνουρίας, ένα ειδυλλιακό χωριό της ορεινής Πελοποννήσου.

1961, Σεπτέμβριος: Αρχίζει να γράφει τα πρώτα του πεζά: «Οι κότες», «Τα λαϊκά σινεμά», «Ο φόβος του ύψους».

1961, 10 Νοεμβρίου: Σαλπάρει για τη Βεγγάζη της Λιβύης, όπου φτάνει ως αποσπασμένος καθηγητής. Εκεί ιδρύει το Ελληνικό Γυμνάσιο.

1962, 26 Μαΐου: Πεθαίνει ο πατέρας του Ιωάννης.

1963: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Διαγώνιος» η δεύτερη ποιητική του συλλογή «Τα χίλια δέντρα». Λήγει η απόσπασή του στη Λιβύη. Επιστρέφει στην Κυνουρία. Μαζί με μαθητές συλλέγει δημοτικά τραγούδια της περιοχής και τα κυκλοφορεί σε μικρό, πολυγραφημένο τεύχος με τον τίτλο «Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας».

1964, 25 Αυγούστου: Πεθαίνει ο μικρότερος αδελφός του Θεοδωράκης σε ηλικία 18 ετών. Πονάει: «Eνα προικισμένο παιδί που είχε ζωγραφικό ταλέντο (…) Hτανε πιθανώς το πιο αξιόλογο μέλος της οικογένειάς μας αυτό». («Ιχνευτής», Μάρτιος 1985, τ. 1, σελ. 5).

1964: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Διαγώνιος» το πρώτο βιβλίο του με πεζά «Για ένα φιλότιμο». Εξομολογείται: «Συχνά σηκωνόσουν μες στα άγρια μεσάνυχτα, όχι μόνο για να σημειώσεις κάτι, αλλά και για να ξαναδιαβάσεις εκείνο ή το άλλο σημείο, να δεις πώς ακούγεται, πώς σου φαίνεται σχεδόν μέσα στον ύπνο, μέσα στον ύπνο και στον ξύπνο, μέσα στην απόλυτη σιγή, καθώς το πρόφερες. Και τα έκαμνες αυτά, γιατί πιστεύεις πως την ουσία των πραγμάτων – και τα κείμενα πράγματα είναι – δεν την αγγίζουμε μόνο σε κατάσταση νηφαλιότητας, αλλά και ύπνου και μισοΰπνου και μεθυσιού και πόνου και πόθου». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 229). Μετατίθεται στο Γυμνάσιο Κασσάνδρας Χαλκιδικής.

1965: Δημοσιεύονται στο περιοδικό «Διαγώνιος» τα «Δημοτικά τραγούδια της Κυνουρίας», επιλογή από την έκδοση του 1963. Κυκλοφορούν και σε ανάτυπο. Γνωρίζεται με τους Στρατή Τσίρκα, Στρατή Δούκα, Γιώργο και Λένα Σαββίδη. Διακόπτει τις φιλικές του σχέσεις με τον Ντίνο Χριστιανόπουλο. Αποχωρεί από τη Διαγώνιο.

1966: Πιστεύει πάντα πως «η νεοελληνική ψυχή διψάει για την παράδοση». Εκδίδει στην Αθήνα τη συλλογή «Τα δημοτικά μας τραγούδια». Μετατίθεται στο Γυμνάσιο Καλαμαριάς Θεσσαλονίκης. Η δυνατή αγάπη του για τη λαϊκή παράδοση συνεχίζεται με την έκδοση της συλλογής «Μαγικά παραμύθια του ελληνικού λαού».

1967: Δημοσιεύει στον Ταχυδρόμο (18/3/67) τη μετάφραση της Ιφιγένειας εν Ταύροις του Ευριπίδη. Επισημαίνει: «Με τη δικτατορία σταματήσατε οι πιο πολλοί συγγραφείς να εκδίδετε βιβλία, επειδή είχατε χάσει τη διάθεσή σας, αλλά και δεν θέλατε να τα προσκομίσετε στη λογοκρισία για έγκριση». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 236).

1969: Κυκλοφορεί σε βιβλίο η μετάφρασή του της τραγωδίας του Ευριπίδη «Ιφιγένεια η εν Ταύροις». Ομολογεί: «Εγώ δεν έγινα φιλόλογος, γιατί εκεί επέτυχα. Αλλά από πολλή αγάπη προς τους Αρχαίους Eλληνες συγγραφείς, γενικά προς τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και με την πάροδο του χρόνου και με τις σπουδές, τους αγάπησα ακόμη περισσότερο». («Ιχνευτής», Μάρτιος 1985, τ. 1, σελ. 11).

1969, 21 Φεβρουαρίου: Σε εκδήλωση στο Ινστιτούτο Γκαίτε της Αθήνας, συναντάει τον ποιητή της θάλασσας Νίκο Καββαδία, τους Μάριο Χάκκα, Γιάννη Δάλλα, Μένη Κουμανταρέα, Στρατή Τσίρκα, Τάκη Σινόπουλο, Κώστα Ταχτσή, Στέλλα Μαραγκουδάκη, Αλέξανδρο Αργυρίου.

1970: Εκδίδει τη συλλογή «Παραλογές», ένα ακόμα βιβλίο με λαογραφικό υλικό.

1971, Σεπτέμβριος: Μετατίθεται στην Αθήνα. Μένει στο σπίτι της Αρλέτας, Δεληγιάννη 3, Εξάρχεια ή Μουσείο. Hταν το πνευματικό του εργαστήρι. Αποκαλύπτει: «Εγώ θέλω να ζω στο επίκεντρο των μεγαλουπόλεων, και κατά προτίμηση της Αθήνας, γιατί εκεί μπορώ να είμαι πραγματικά μόνος και να μην κουρελιάζομαι από τη μοναξιά». (Φυλλάδιο 3-4, Eνας τωρινός λογοτέχνης στο κλεινόν άστυ, σελ. 43). Εργάζεται σε Γυμνάσιο και έπειτα στο υπουργείο Παιδείας. Κυκλοφορεί η συλλογή πεζογραφημάτων «Σαρκοφάγος».

Αρχίζει να τυπώνεται «ο Καραγκιόζης», μια τρίτομη συλλογή έργων του ελληνικού Θεάτρου Σκιών. Η έκδοση ολοκληρώνεται το 1972. Γράφει: «Κουράστηκες πολύ με τον καραγκιόζη. Κάθισες και αντέγραψες με το χέρι όλα τα κείμενα – εκατοντάδες σελίδες […] Η μανία σου να φτιάχνεις με το χέρι τα κείμενά σου για να τα βλέπεις ταχτοποιημένα […] Η γραφομηχανή δεν σου επιτρέπει να ζωγραφίσεις τη λέξη, να μετάσχεις και με τις κινήσεις σου στην ανάκλησή της». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν σελ. 242-243).

1973: Εκδίδεται η συλλογή «Παραμύθια του λαού μας». Κυκλοφορεί με τον τίτλο «Τα χίλια δέντρα και κάποια άλλα ποιήματα, 1954-1963», συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του.

1974, Aνοιξη: Κυκλοφορεί «Η μόνη κληρονομιά», βιβλίο με διηγήματα. Δημοσιεύει στο περιοδικό «Δοκιμασία» το κείμενο «Μια μικρή επέτειος» για την 20χρονη παρουσία του στα γράμματα. Μετά τη μεταπολίτευση είναι βασικό μέλος της επιτροπής του υπουργείου Παιδείας που ετοιμάζει το «Ανθολόγιο για τα παιδιά του δημοτικού σχολείου» και ο εισηγητής των περισσότερων νέων κειμένων που μπήκαν το 1975 στα νεοελληνικά αναγνώσματα της Μέσης Εκπαίδευσης.

1976: Εκδίδεται από το υπουργείο Παιδείας έως το 1981, υπό τη διεύθυνση του φιλολόγου Κ. Ν. Παπανικολάου, το μαθητικό περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά». Ο Ιωάννου είναι ένας από τους κυριότερους συνεργάτες του και υπεύθυνος της στήλης «το ταχυδρομείο μας» με τους μαθητές, σε όλη τη διάρκεια της έκδοσής του. Εκδίδει συγκεντρωμένα τα πεζογραφήματά του σε έναν τόμο με τίτλο: «Πεζογραφήματα» από τις εκδόσεις Ερμής.

1977: Αντιδρά έντονα με δημοσιεύματα για το περιεχόμενο διάλεξης του καθηγητή Δ. Ν. Μαρωνίτη.

1978: Τυπώνεται «Το δικό μας αίμα», συλλογή πεζογραφημάτων για τη Θεσσαλονίκη που είχαν πρωτοδημοσιευθεί στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Αρχίζει να εκδίδεται το Φυλλάδιο (1, 2), περιοδικό πνευματικής ζωής. Το γράφει ολόκληρο μόνος του. Στο Φυλλάδιο περιέχονται πολυάριθμα μαχητικά και δηκτικά σχόλια που τα ονομάζει «Θυσάνους». Συνεργάζεται τακτικά στην εφημερίδα «Πρωϊνή».

1979: Του απονέμεται το πρώτο κρατικό βραβείο διηγήματος για «Το δικό μας αίμα». Εκδίδεται το Φυλλάδιο 3-4. Προάγεται σε γυμνασιάρχη και μετατίθεται στο Καρλόβασι Σάμου όπου πηγαίνει για λίγους μήνες. Παραμένει τελικά, ως αποσπασμένος, στο υπουργείο Παιδείας.

1980: Εκδίδει τη μετάφραση Στράτωνος Μούσα Παιδική, με ποιήματα του Στράτωνος από την «Παλατινή Ανθολογία». Πιστεύει: «Πρώτα απόλυτη κατανόηση και ύστερα, με τρέμουσα χείρα, απόδοση με πιστότητα -ναι, με πιστότητα!- του νοήματος. Αυτό που λεν πως η πιστή μετάφραση είναι κακή μετάφραση, αποτελεί μύθο, για τα κλασικά τουλάχιστον. Η μηχανική κατά λέξη απόδοση ασφαλώς δίνει κάκιστο αποτέλεσμα, αλλά η πιστή με αντίστοιχες σημερινές εκφράσεις απόδοση έχει λαμπρό αποτέλεσμα». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 237). Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορούν δύο ακόμα βιβλία του. Το πεζογράφημα «Ομόνοια 1980» και η συλλογή διηγημάτων «Επιτάφιος Θρήνος».

1980, 22 Σεπτεμβρίου: Τον χτυπάει ένα αυτοκίνητο στην πλατεία Εξαρχείων. Νοσηλεύεται στο ΚΑΤ επί 4 περίπου μήνες.

1981: Δημοσιεύει τη συλλογή πεζών «Κοιτάσματα», χρονογραφήματα πρωτοδημοσιευμένα στην εφημερίδα «Πρωϊνή Ελευθεροτυπία» υπό τη διεύθυνση του Κώστα Νίτσου. Εκδίδει το πεζογράφημα «Τα πολλαπλά κατάγματα», χρονικό της νοσηλείας του στο ΚΑΤ. Δημοσιεύει στο περιοδικό «Εκηβόλος» (αρ. τεύχους 8-9) τη μετάφρασή του της Γερμανίας του Τάκιτου και στο περιοδικό «Θέατρο» (τ. ΙΑ’ αρ. 67/68, σελ. 59-61) το θεατρικό του μονόλογο «Η μεγάλη Aρκτος».

Συνεργάζεται τακτικά στην εφημερίδα «Η Καθημερινή» από 10 Ιουνίου έως 19 Δεκεμβρίου 1981. Του αρέσει να αρθρογραφεί. «Αυτός ο τρόπος είναι ο μόνος που αρμόζει σε άνθρωπο πνευματικό και αγωνιώντα». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 275). Κυκλοφορεί το θεατρικό του «Το αυγό της Κότας» (α΄ έκδοση).

1982: Εκδίδει τρία βιβλία: «Εφήβων και μη», μια συλλογή άρθρων, τα περισσότερα από τα οποία είχαν πρωτοδημοσιευθεί στο περιοδικό «Ελεύθερη Γενιά», τη συλλογή «Εύφλεκτη Χώρα» με κείμενά του δημοσιευμένα κατά καιρούς στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Τέλος την «Καταπακτή» με πεζά κείμενα. Επίσης εκδίδεται το Φυλλάδιο 5-6. Τον ίδιο χρόνο στίχοι του Γιώργου Ιωάννου γίνονται 11 τραγούδια στο δίσκο «Κέντρο Διερχομένων» σε μουσική Νίκου Μαμαγκάκη.

1983: Ο Ιωάννου διαβάζει τα κείμενά του «Οι τσιρίδες», «Τα κεφάλια», «Παναγία η Ρευματοκρατόρισσα», «Το μαγνητόφωνο της ταβέρνας», «ομίχλη» στην κασέτα «Γιώργος Ιωάννου, διηγήματα». Παραγωγή, μουσική επιμέλεια: Ρηνιώ Παπανικόλα.

1984: Επιμελείται φιλολογικώς το βιβλίο «Αλεξάνδρεια 1916 – Ημερολόγιο Φίλιππου Στεφ. Δραγούμη». Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα κυκλοφορεί η συλλογή πεζογραφημάτων «Η πρωτεύουσα των προσφύγων». Πηγαίνει στο νοσοκομείο για εξετάσεις. Λέει: «Πρέπει να γίνω καλά, για να δουλεύω νύχτα-μέρα. Θέλω ακόμα μια εικοσαετία ασταμάτητης δουλειάς».

1985, 6 Φεβρουαρίου: Εισάγεται στο Σισμανόγλειο Νοσοκομείο για απλή εγχείρηση προστάτη. Δεν αποτρέπεται δυστυχώς το μοιραίο. Πεθαίνει στις 16 Φεβρουαρίου, σε ηλικία 58 ετών.

1985, 18 Φεβρουαρίου: Κηδεύεται στη Θεσσαλονίκη, από τον ναό της Αγίας Σοφίας. Η ταφή του έγινε στο νεκροταφείο της Αναστάσεως.

Η Θεσσαλονίκη χιονισμένη δέχθηκε στην αγκαλιά της το συγγραφέα με την έντονη κοινωνική συνείδηση, Γιώργο Ιωάννου.

Εξομολογείται: «Νιώθεις ευτυχισμένος που μίλησες, όπως μίλησες. Το γράψιμο για σένα είναι πηγή βαθιάς ευτυχίας». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 277). Συχνά αναφωνεί: «Γιατί, Θεέ μου, να μη ζούμε πεντακόσια χρόνια;». («Η πρωτεύουσα των προσφύγων», Εις εαυτόν, σελ. 247).

1985, Δεκέμβριος: Ο Ιωάννου δεν σιωπά. Εκδίδονται: «Ο της φύσεως έρως» (Παπαδιαμάντης, Καβάφης, Λαπαθιώτης) και το Φυλλάδιο 7-8 σε επιμέλεια του φιλολόγου Κώστα Καφαντάρη.

1986, Απρίλιος: Εκδίδεται το βιβλίο «Ο Πίκος και η Πίκα», παιδικό παραμύθι.

2000: Εκδίδεται «Το κατοχικό ημερολόγιο χωρίς περικοπές» του Γιώργου Ιωάννου με εισαγωγή – σχόλια – επίμετρο Αντιγόνης Βλαβιανού. Επίσης: «Τα δέκα ανέκδοτα γράμματα στον Χρήστο Σαμουηλίδη 1949-1951» του Γιώργου Ιωάννου με εισαγωγή – σχόλια Αντιγόνης Βλαβιανού.

Hμερομηνία :  13-02-05

Copyright:  http://www.kathimerini.gr

Δείτε όλο το αφιέρωμα εδώ: http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathglobal_1_13/02/2005_1283736

 

28/02/2012

Γιώργης Παυλόπουλος, Τι είναι ποίηση

Δημοσιεύθηκε στο ποιήματα για την ποίηση, υλικό, Αντικλείδια tagged στις 23:40 από eirinipax

“Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε “.

Κυρίες και Κύριοι
Φίλες και Φίλοι
Παραλλάζοντας αυτή τη σημείωση του Πωλ Βαλερύ, η οποία παραπέμπει αμέσως στον Ποιητή και την Ποίηση, θα λέγαμε:

“Αν ένας ποιητής μπορούσε να πει με ακρίβεια τι γράφει, γιατί γράφει, και τι είναι αυτό που τον κάνει να γράφει, δεν θα έγραφε”.

Κι εγώ τώρα δεν ξέρω να σας πω τι είναι Ποίηση και γιατί γράφω ποιήματα. Πολύ περισσότερο δεν ξέρω να σας πω σε τι μας βοηθάει η Ποίηση και ποιος είναι ο σκοπός της.
Το μόνο που ξέρω είναι πως ο Ποιητής ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής. Είτε τον γεμίζει χαρά, είτε τον θλίβει η Ζωή, είτε τον πάει στον Ουρανό, είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση, αυτός μένει πάντα ο αφοσιωμένος της.
Τη μυστήρια αγάπη του για τη Ζωή δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει κυρίως αυτό που κρύβει η ζωή. ‘Οπως ο έρωτας κρύβει αυτό που μας κάνει ερωτευμένους.
Η Ποίηση λοιπόν είναι πράξη ερωτική; ‘Η μήπως πράξη απόγνωσης; ‘Η μήπως και τα δύο; Πράξη ερωτική και συνάμα π ράξη απόγνωσης.
Για την ποιητική πράξη έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα. Και από τους ιδιους τους τεχνίτες και από τους θεωρητικούς. Πολλές φορές οι Ποιητές προσπάθησαν να διατυπώσουν τον ανύπαρκτο ορισμό της Ποίησης, σα να κοίταζαν σ’ έναν καθρέφτη όπου δεν έβλεπαν το πρόσωπό τους, αλλά το απόλυτο κενό.
Σταχυολογώ πρόχειρα:

Η ποίηση είναι η αναζήτηση του ανεξήγητου
ΣΤΗΒΕΝΣ

Η ποίηση αρχίζει πάντα, όταν κάποιος που πρόκειται να γίνει ποιητής, διαβάζει ένα ποίημα.
ΜΙΛΤΟΝ

Η ποίηση μας δημιουργεί την εντύπωση, όχι πως ανακαλύψαμε κάτι καινούργιο, αλλά πως θυμηθήκαμε κάτι που είχαμε ξεχάσει.
ΜΠΡΑΝΤΛΕΫ

Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Η ποίηση είναι ένας φασιανός που χάνεται στους θάμνους
ΣΤΗΒΕΝΣ

Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.
ΣΕΦΕΡΗΣ

Η ποίηση υπαγορεύεται από ένα δαιμόνιο, αν και θα ήταν υπερβολή να το χαρακτηρίσει κανείς αγγελικό.
ΣΕΣΛΑΒ ΜΙΛΟΖ

Η ποίηση είναι έκφραση, αν ένας στίχος είναι έκφραση, αν καθένα από τα μέρη που απαρτίζουν ένα στίχο, κάθε μία λέξη, είναι εκφραστικά μόνα τους.
ΚΡΟΤΣΕ

Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Η ομορφιά καραδοκεί. Αν είμαστε ευαίσθητοι, θα την αισθανθούμε μέσα στην ποίηση όλων των γλωσσών.
ΜΠΟΡΧΕΣ

Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.
ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

Η ποίηση αρχίζει με την επίγνωση εκ μέρους μας όχι της Πτώσης, αλλά του ότι πέφτουμε.
ΜΠΛΟΥΜ

‘Οταν διαβάζουμε ένα καλό ποίημα, φανταζόμαστε πως κι εμείς θα μπορούσαμε να το έχουμε γράψει, πως το ποίημα προϋπήρχε μέσα μας.
ΜΠΟΡΧΕΣ

Η ποίηση ένα πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό.
ΠΛΑΤΩΝ

Η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση. Δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα.
ΕΛΙΟΤ

Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης.
ΠΑΟΥΝΤ

Η ποιότητα ενός μεγάλου ποιητή είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση.
ΚΛΟΛΕΡΙΤΖ ‘Η ΝΤΕ ΚΟΥΪΝΣΙ

Αν κάποιος μάθει καλά ελληνικά, μπορεί να βρει σχεδόν “ολόκληρη την ποίηση” στον Όμηρο.
ΠΑΟΥΝΤ

Είναι παράξενο πως γράφει κανείς ποιήματα.
ΣΕΦΕΡΗΣ

Οι ποιητές όλων των εποχών έλαβαν μέρος στη συγγραφή ενός Μεγάλου Ποιήματος αενάως εν εξελίξει.
ΣΕΛΛΕΫ

Στην ίδια την ουσία της ποίησης υπάρχει κάτι το απρεπές: Φανερώνονται πράγματα που δεν ξέραμε πως τα κρύβαμε μέσα μας και τρομάζουμε σα να είχε ξεπηδήσει μια τίγρης και στεκόταν μπροστά μας στο φως τινάζοντας την ουρά της.
ΣΕΣΛΑΒ ΜΙΛΟΖ

Όλη η ποίηση είναι ποίηση πειραματική.
ΣΤΗΒΕΝΣ

Η ποίηση είναι η αιτία που φθείρει το κάθε τι από το μη είναι στο είναι.
ΠΛΑΤΩΝΑΣ

“Διο ευφυούς η ποιητική εστιν ή μανικού. Τούτων γαρ οι μεν εύπλαστοι οι δε εκστατικοί εισίν”.
(Η τέχνη της ποίησης είναι έργο του προικισμένου μάλλον παρά του μανικού καλλιτέχνη, γιατί ο πρώτος είναι ο επιδέξιο μιμητής, ενώ ο δεύτερος κατέχεται από ενθουσιασμό και του λείπει η ψυχική ηρεμία).
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος όπως ανεξάντλητες είναι οι άπειρες αισθήσεις που μας υποβάλλει η Ποίηση. Θα σταματήσω εδώ. Και θα τον κλείσω με μια φράση του Πεσόα:

Ο άνεμος φυσάει
έτσι όπως τον άκουσε ο Όμηρος
ακόμα κι αν δεν υπήρξε ποτέ

Ανέφερα τον Πεσόα, αλλά δεν σας αποκάλυψα τα ονόματα εκείνων που έγραψαν αυτούς τους στοχασμούς για την Ποίηση. Καλύτερα έτσι.’Ισως αυτός ο τρόπος μας φέρνει πιο κοντά σε Κείνον που αποσβύνοντας ολοένα το πρόσωπό του μέσα στο έργο του, γίνεται ο άλλος, γίνεται οι άλλοι, γίνεται ο Κανένας. Θέλω να πω μας φέρνει πιο κοντά στον Ποιητή και στο Ποίημα.
Και τι είναι τελικά το Ποίημα; ‘Ισως είναι το νόμισμα που σφίγγει στα δόνιτα του ο Ποιητής για να μπει στη βάρκα του Θανάτου. Με αυτό θα πληρώσει για το μέγα θαύμα που αξιώθηκε και που δεν είναι άλλο από την ίδια τη ζωή.
Έχω γράψει τούτο το χαϊ-κου:

‘Ολοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα

Αλλά και όλη η μνήμη του κόσμου χωράει μέσα στην Ποίηση. ‘Η τουλάχιστον αυτή τη μαγική εντύπωση μας δίνει η τέχνη της Ποίησης. Πως όσα έχουν χαθεί και κείνα που θα έρθουν και θα περάσουν και θα χαθούν θα μείνουν για πάντα μέσα στην Ποίηση.
Θα μείνουν για πάντα μέσα στην Ποίηση “όσα κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούντα” όπως θα έλεγε ο Αλεξανδρινός.

Γ. Παυλόπουλος, περιοδικό  Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 83, Φεβρουάριος – Μάρτιος 1998

27/02/2012

Ποιήματα παράλληλα στα Αντικλείδια του Παυλόπουλου

Δημοσιεύθηκε στο παράλληλα, ποιήματα για την ποίηση, Αντικλείδια tagged στις 21:01 από eirinipax

Α. Δικταίος, Η Ποίηση

… … … … … … … … … … … …

Μα εσύ ποίηση,

                           που δεν μπορείς να κλειστείς μέσα σε σχήματα,

Μα εσύ, Ποίηση,

                            που δε μπορούμε να σ’ αγγίξουμε με το λόγο,

Εσύ,

           το στερνό ίχνος της παρουσίας του Θεού ανάμεσά μας,

σώσε την τελευταία ώρα τούτη του ανθρώπου,

την πιο στυγνή και την πιο απεγνωσμένη,

που ο Θάνατος,

                          που η Μοναξιά,                                        

                          που η Σιωπή,

τον καρτερούνε μια στιγμή μελλούμενη.

 

Γιάννης Κουβαράς,  Ποιητής

Ακροβατεί
χωρίς δίχτυ
στο κενό
γράφει
γαντζωμένος σαν τον εργάτη
που ισορροπεί
στο μαδέρι
με το μυστρί και το πηλοφόρι

Όμως η πτώσις του είναι βεβαία

Επόμενη Σελίδα