Για το ποίημα της Μαρίας Πολυδούρη, «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες»

  Μαρία Πολυδούρη, «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες»: Μια ερμηνευτική προσέγγιση της Καλλιόπης Κωτσάκη

Για τις τρεις μελοποιήσεις του ποιήματος ανατρέξτε σε προηγούμενη ανάρτηση: https://eirinipax.wordpress.com/2011/01/31/%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%BF-%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CE%BC%CE%84-%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B5%CF%82/

Ποιήματα για την ποίηση

Τα ποιήματα που εντάσσονται στην ενότητα  «ποιήματα για την ποίηση»  ονομάζονται αλλιώς  ποιήματα ποιητικής ή ποιήματα αυτοαναφορικά.

Μέσα από τα  ποιήματα αυτά μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τον πολυφωνικό διάλογο των ποιητών με την τέχνη τους. Είναι ποιήματα που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τις αισθητικές αρχές που καθοδηγούν ένα συγγραφέα στο έργο του, τις απόψεις του για τη δύναμη της ποίησης, το ρόλο και τη σκοπιμότητα του ποιητικού έργου, τη φιλοσοφική θεώρηση της ποιητικής τέχνης.

Συγκεκριμένα:

Καβάφης, Μελαγχολία τοῦ Ἰάσωνος Κλεάνδρου    Ποιητοῦ   ἐν Κομμαγηνῆ· 595 μ.Χ.

Η ποίηση ως φάρμακο κατά της φθοράς του χρόνου.

Στο ποίημα αυτό ο Καβάφης εκθέτει την άποψη του για τη δύναμη της ποίησης, για τη λειτουργία της ως νηπενθούς φαρμάκου, αφού με φαντασία και λόγο υπερβαίνει την καθημερινότητα και πλάθει μορφές του κάλλους.

Πολυδούρη, Μόνο γιατί μ’ αγάπησες

Ένα τυπικό δείγμα ενός ακραιφνούς λυρισμού· η ποίηση υπάρχει σε αναφορά με τον άλλο.

Το ποίημα πραγματεύεται το θέμα της ποίησης ως αποτελέσματος του έρωτα κι ως  μέσου εξωτερίκευσης ερωτικών συναισθημάτων.  Η ποίηση υπάρχει εξαιτίας του έρωτα, αλλά και για τον έρωτα.

Ν. Εγγονόπουλος, Ποίηση 1948 – Μανόλης Αναγνωστάκης,   Στον Νίκο Ε…  1949

Ένας ποιητικός διάλογος γύρω από τη σχέση της ποίησης με την ιστορική πραγματικότητα.

Ο Εγγονόπουλος εκφράζει την αδυναμία του να ανταποκριθεί στο χρέος του απέναντι στην εποχή και την τέχνη του λόγω των τραγικών συνθηκών της εμφύλιας διαμάχης. Τελικά η πρότασή του είναι η ποιητική παραίτηση σε μια εποχή  τόσο τραγική, όπου η ποίηση αδυνατεί να αρθρώσει λόγο.

Ο Αναγνωστάκης πραγματεύεται το θέμα  της στάσης του ποιητή απέναντι στις επιταγές της ιστορικής  πραγματικότητας. Χρέος του ποιητή η καταγραφή της εποχής του.

Γ. Παυλόπουλος, Τα Αντικλείδια.

Είναι μια απόπειρα να παραβιασθεί η ανοικτή πόρτα της ποίησης.

Ο Παυλόπουλος πραγματεύεται την απόπειρα του ποιητή να αλώσει την πόρτα της ποίησης με τα αντικλείδια, την απεγνωσμένη του προσπάθεια  να ανοίξει την ανοικτή πόρτα της ποίησης.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες – παράλληλο ποίημα

Μαρία Πολυδούρη, Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον

Τι θέλω πια να δέχομαι την προστασία της Μούσας;

Να σφίγγω την καρδιά μου να δεχτεί

τις νέες αγάπες, πίστες και χαρές της,

τάχα πως είναι μοίρα μου κ’ είναι και διαλεχτή!


Πάει ο καιρός που αχτιδωτό το αστέρι της ματιάς μου

έφεγγε και των θείων και των γηίνων.

Ω των παθών δεν κράτησα εγώ την ανόσια Λύρα,

εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον.


Και τραγουδούσα τον καημό της άσπιλης ψυχής μου

μεσ’ στων δακρύων την ευχαριστία

κι όλη η χαρά του τραγουδιού μου ήταν, πως τη φωνή μου

θα τη δεχόταν μια βραδιά μπρος στη φτωχή του εστία.


Κι ως διάβαζα στα μάτια του κάποτε τη χαρά του,

ποια δόξα ακριβή να πω;

Στο χωρισμό μας τού   ‘φερναν σα χελιδόνια οι στίχοι

μήνυμα, πως από μακριά διπλά τον αγαπώ.


Τώρα καμιά, καμιάν ηχώ δεν άφησε η φωνή μου

σπαραχτική όταν γέμισε μιας νύχτας το σκοτάδι.

Όμως όλοι φοβήθηκαν κι εγώ πιστεύω ακόμα

αληθινά πως τη βαριά χτύπησα πόρτα του Άδη.


Λοιπόν γιατί να δέχομαι το κάλεσμα της Μούσας;

Σαρκάζει η πίστη μέσα μου των θείων και των γηίνων.

Μια ανόσια Λύρα των παθών σε μένα δεν ταιριάζει.

Εμένα τα τραγούδια μου ήταν μόνο για Κείνον.

( 1929)

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες


Το ποίημα ανήκει στη συλλογή «Οι τρίλιες που σβήνουν» που εκδίδεται το 1928, όταν η Μαρία Πολυδούρη έχει επιστρέψει από το Παρίσι και συνεχίζει τη νοσηλεία της, από το νοσοκομείο Charité στο νοσοκομείο «Σωτηρία» της Αθήνας.

Η συλλογή αποτελείται από τέσσερις ενότητες ποιημάτων: «Χαμόγελα», «Ξεφάντωμα», «Ο μοιραίος δρόμος», «Οι τρίλιες που σβήνουν».

Το «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες» ανήκει στην ενότητα, που χάρισε και τον τίτλο σ’ όλη τη συλλογή, «Οι τρίλιες που σβήνουν».

«Τρίλια» στη μουσική σημαίνει την πολύ γρήγορή επανάληψη δύο συνεχόμενων φθόγγων που βρίσκονται σε απόσταση τόνου ή ημίτονου. Σημαίνει ακόμα τον τρόπο κελαηδήματος, που μοιάζει με τη μουσική τρίλια. Άρα και ο τίτλος προϊδεάζει για την ποιητική που δημιούργησε η Μαρία Πολυδούρη. Μία ποιητική, που διακρίνονταν από τους ελάσσονες τόνους, την ατμοσφαιρικότητα, την υποβλητική μουσικότητα, στοιχεία που εξέφραζαν τη θλίψη, τη μελαγχολία, τη νοσταλγία, την απόγνωση.

Το ποίημα πραγματεύεται το θέμα της ποίησης ως αποτελέσματος του έρωτα κι ως  μέσου εξωτερίκευσης ερωτικών συναισθημάτων.

Μορφή: Το ποίημα είναι χωρισμένο σε πέντε πεντάστιχες στροφές (στην ολοκληρωμένη του μορφή οι στροφές είναι εννιά). Ο στίχος είναι ιαμβικός δωδεκασύλλαβος, που εναλλάσσεται με ιαμβικούς εντεκασύλλαβους (στ. 7, 9) και ιαμβικούς εφτασύλλαβους  (ο  δεύτερος κι ο τέταρτος στίχος κάθε στροφής). Ομοιοκαταληκτεί ο δεύτερος με τον τέταρτο στίχο κάθε στροφής. Ο πρώτος στίχος κάθε στροφής είναι ο ίδιος με τον τελευταίο.

Τίτλος: Μια δευτερεύουσα αιτιολογική πρόταση, που εδώ μένει ασυμπλήρωτη και επανέρχεται συχνά στο ποίημα. Με τον τίτλο, όπως και με ολόκληρο το ποίημα, το ποιητικό εγώ απευθύνεται σε ένα δεύτερο πρόσωπο. Τι οφείλει, άραγε, σ’ αυτό το πρόσωπο; Ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτής της αγάπης που δέχτηκε; Η ύπαρξη, κυριαρχική και βαρύνουσα, του «μόνο» (μοναδική αιτία του διαλόγου η αγάπη) επιβεβαιώνει ότι το ποίημα έχει άξονα αναφοράς τον Έρωτα.  Έγραψε το παρακάτω ποίημα, έγινε για ακόμη μια φορά ποιήτρια, εξαιτίας του έρωτα και για τον έρωτα.

Α’  στροφή: Συμπληρώνεται η αιτιολογική πρόταση του τίτλου.  Η ποιήτρια «τραγουδά», γράφει δηλαδή ποιήματα, επειδή έχει ζήσει μια αγάπη δυνατή. Δύο ρήματα : «τραγουδώ», ενεστώτας, παρόν και «αγάπησες», αόριστος, παρελθόν, που υπογραμμίζεται κι από τον χρονικό προσδιορισμό «στα περασμένα χρόνια». Το τώρα ένα τραγούδι αποτέλεσμα της αγάπης του τότε. Το ποιητικό εγώ εξομολογείται ότι τώρα γράφει ένα τραγούδι γιατί κάποτε στο παρελθόν αγαπήθηκε. Η αγάπη ως συναίσθημα που βιώθηκε τότε, βιώνεται και τώρα πολύ έντονα αλλά και ως κίνητρο με αποτέλεσμα το τραγούδι.  Στη στροφή αυτή εντοπίζεται χρονικά το ερωτικό της βίωμα (στα περασμένα χρόνια) και οι συνθήκες στις οποίες έζησε την αγάπη (σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα, σε βροχή, σε χιόνια), μια αγάπη «παντός καιρού». Η στροφή θα κλείσει με την επανάληψη του 1ου στίχου. Επωδός που δίδει τη βεβαιότητα των συναισθημάτων της ποιήτριας καθώς αφαιρείται το κόμμα που υπάρχει στον πρώτο στίχο. Στον α’ στίχο το κόμμα, μικρό σημείο παύσης πριν την αιτιολόγηση, αφήνει ένα περιθώριο έστω και μικρό, δισταγμού Στον τελευταίο στίχο η αφαίρεσή του προσθέτει την απόλυτη βεβαιότητα.

Β’ στροφή: Κυριαρχεί η επανάληψη «μόνο… μόνο…», που σε συνδυασμό με τη χρήση του αορίστου χρόνου, υπογραμμίζει τη μοναδικότητα των ερωτικών στιγμών, που βίωσε η ποιήτρια στο παρελθόν, γεγονός που ολοκλήρωσε την ύπαρξή της. Το αποτέλεσμα αυτού του αισθησιακού – ερωτικού, μοναδικού βιώματος είναι διπλό και αναφέρεται στο παρόν. Αναλύεται το «αγάπησες» της προηγούμενης στροφής και δίνονται δυο εκφάνσεις του: η  αγκαλιά και το ερωτικό φιλί, καθώς και τα αποτελέσματά τους: η μεταμόρφωση της ποιήτριας σε ολάνοιχτο κρίνο (εξωτερική ακτινοβολία: ο έρωτας δρα εξαγνιστικά και δίδει ομορφιά στην ποιήτρια) και η βίωση ενός ερωτικού σκιρτήματος που  είναι χαραγμένο στην ψυχή της ακόμα (εσωτερική μεταμόρφωση: τρέμει το ποιητικό εγώ μπροστά στο μεγαλείο και στη δύναμη του έρωτα ή μήπως το ρίγος γεννιέται από το φόβο ενός πιθανού θανάτου αυτού του ίδιου του έρωτα;)

Γ’ στροφή: Η αιτία τώρα είναι το ερωτικό και απόλυτα ειλικρινές βλέμμα (με την ψυχή στο βλέμμα) και το αποτέλεσμα η υπέρτατη χαρά, η ολοκλήρωση, το νόημα της ύπαρξης. Η ποιήτρια επικεντρώνει την προσοχή της στα μάτια του προσώπου που την αγάπησε. Τα μάτια εκφράζουν την ψυχή, εξομολογούνται βαθύτερα συναισθήματα. Τα μάτια του «εσύ», μάτια ερωτευμένου, αισθητοποίησαν τον έρωτα στο βλέμμα του και η ποιήτρια μέσα από το ερωτικό βλέμμα ένιωσε τη δικαίωση της ύπαρξής της. Η ύπαρξη της ως γυναίκας και ανθρώπου ταυτίζεται με αυτόν τον Έρωτα.

Δ’  στροφή: Επαναλαμβάνεται η αιτία του τίτλου (γιατί μ’ αγάπησες) και το αποτέλεσμα της είναι η ζωή. Αρχίζει με μια υπερβολή, που στηρίζεται και πάλι στο σχήμα αιτία – αποτέλεσμα. «Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα…»: υπερβολή που οδηγεί στην κορύφωση του Έρωτα, καθώς αποκτάει μια άλλη διάσταση με την ομολογία της ποιήτριας ότι η αγάπη την γέννησε ουσιαστικά. Η ζωή της «εδόθη» χάρη σ’ αυτή την αγάπη. Το εσύ με την αγάπη του έδωσε ζωή από τη ζωή του στην ποιήτρια και έτσι η ζωή της απέκτησε περιεχόμενο και σκοπό.

Με την αγάπη αυτή η ποιήτρια γεννήθηκε, καλύτερα, ξαναγεννήθηκε,   έδωσε νόημα  ( η ζωή πληρώθη) στην άχαρη και ανεκπλήρωτη ζωή της. Η τριπλή επανάληψη «ζωή… ζωή… ζωή…» ολοκληρώνει την ομολογία υπογραμμίζοντας : Ζωή χωρίς αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει κι αν υπάρχει δεν είναι αληθινή.

Ε’ στροφή: Στη στροφή αυτή τονίζεται η ποιότητα αυτής της αγάπης ή ίσως κι ο τρόπος εκδήλωσής της από τον παλιό  ερωτικό της σύντροφο (τόσο ωραία). Η αγάπη-αιτία και το αποτέλεσμα διπλό: ζωή και γλυκός θάνατος. Έζησε πραγματικά μέσα από την αγάπη, που πλούσια της χάρισε το «εσύ» και με το οξύμωρο «γλυκά πεθαίνω», επισημαίνει τη γλύκα, που αποκτά ο θάνατος για δύο λόγους : και γιατί αξιώθηκε να ζήσει την αληθινή ζωή, που προσφέρει η αγάπη αλλά και γιατί τώρα ο θάνατός της θα τη φέρει κοντά στο «εσύ» που «βασίλεψε».  Το «εσύ» που βασίλεψε, δίνεται εδώ με την προσφώνηση «ωραίε». Η απώλεια του αγαπημένου προσώπου είναι γεγονός και έτσι δικαιολογείται και ο αόριστος χρόνος «μ’αγάπησες» που συνέχει ως αιτία όλο το κείμενο.

Αιτία  (παρελθόν) Αποτέλεσμα (παρελθόν, παρόν και μέλλον)
μ’ αγάπησες τραγουδώ
με κράτησες στα χέρια σου μια νύχτα και

με φίλησες στο στόμα

είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο κι έχω ένα

ρίγος στην ψυχή μου ακόμα

τα μάτια σου με κύτταξαν με την ψυχή στο

βλέμμα

περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο της

ύπαρξής  μου στέμμα

μ΄αγάπησες Γεννήθηκα – η ζωή μου εδόθη- η ζωή πληρώθη
τόσο ωραία μ’ αγάπησες Έζησα-γλυκά πεθαίνω

Μόνο γιατί μ΄ αγάπησες

Τρεις συνθέτες  καταπιάστηκαν με το τραγούδι της Μ. Πολυδούρη και το μελοποίησαν. Εξαιρετικές και οι τρεις εκδοχές, υπέροχες οι γυναικείες φωνές που το ερμηνεύουν. Τις παραθέτω σε χρονολογική σειρά:

Μουσική: Γιάννης Σπανός

Ερμηνεύει η Πόπη Αστεριάδη

Μουσική: Δημήτρης Παπαδημητρίου

Ερμηνεύει η Ελευθερία Αρβανιτάκη

Μουσική:  Βασίλης Δημητρίου

Ερμηνεύει η Μάγδα Πένσου

Μ. Πολυδούρη – Βιογραφία

Ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής από την Καλαμάτα. Γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1902 και ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές ανησυχίες. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα, αφού προηγουμένως είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών.

Στα γράμματα εμφανίζεται σε ηλικία 14 ετών, με το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας». Αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού, τον οποίον ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μανιάτικα μοιρολόγια που άκουγε στο Γύθειο. Σε ηλικία 16 ετών διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας, κατόπιν διαγωνισμού και παράλληλα εκδηλώνει ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920 χάνει, σε διάστημα σαράντα ημερών, τον πατέρα και τη μητέρα της.

Το 1921 μετατίθεται στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της θα γνωρίσει τον συνάδελφο και ομότεχνό της Κώστα Καρυωτάκη και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ένας σφοδρός έρωτας, που θα κρατήσει λίγο, αλλά θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το έργο της.

Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922, όταν η Πολυδούρη ήταν 20 χρονών και ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, εκείνος είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων» (1919) και τα «Νηπενθή» (1921), και είχε ήδη κατακτήσει την εκτίμηση ορισμένων κριτικών και ομοτέχνων του.

Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, νόσημα τότε ανίατο και κοινωνικά στιγματισμένο. Το ανακοινώνει πρώτα στην αγαπημένη του και της ζητά να χωρίσουν. Εκείνη, του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, αλλά ο Καρυωτάκης είναι πολύ περήφανος για να δεχθεί τη θυσία της. Εκείνη πάλι αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του, νομίζει ότι η αρρώστια του είναι πρόφαση για να την απομακρύνει από κοντά του.

Στη διάρκεια του 1924 μπαίνει στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, άρτι αφιχθείς εκ Παρισίων. Είναι νεαρός, ωραίος και πλούσιος. Θα τον αρραβωνιαστεί στις αρχές του 1925, αν και στην καρδιά της σιγοκαίει ο έρωτάς της για τον Καρυωτάκη.

Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Μαρία Πολυδούρη δείχνει να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμιά δραστηριότητα. Χάνει τη δουλειά της στο Δημόσιο από τις αλλεπάλληλες απουσίες της κι εγκαταλείπει τη Νομική. Φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, προλαβαίνει μάλιστα να εμφανισθεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.

Το καλοκαίρι του 1926 διαλύει τον αρραβώνα της και φεύγει στο Παρίσι. Σπουδάζει ραπτική, αλλά δεν κατορθώνει να εργαστεί, επειδή προσβάλλεται από φυματίωση. Επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου μαθαίνει για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 τη δεύτερη, με τίτλο «Ηχώ στο Χάος». Η φυματίωση τελικά θα την καταβάλει και θα αφήσει την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930.

Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη λογοτεχνική γενιά του ’20, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς τις επιδράσεις από τον Καρυωτάκη και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν κάποιες φορές τις τεχνικές αδυναμίες και της στιχουργικές ευκολίες της ποίησής της. Η Μαρία Πολυδούρη άφησε και δύο πεζά έργα: Το «Ημερολόγιο» της και μια ατιτλοφόρητη νουβέλα, με την οποία ανελέητα σαρκάζει το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της.

Τα «Άπαντα» της Μαρίας Πολυδούρη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αστάρτη», σε επιμέλεια Τάκη Μενδράκου. Ο συγγραφέας και ποιητής Κωστής Γκιμοσούλης έγραψε μία μυθιστορηματική βιογραφία της Μαρίας Πολυδούρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» με τον τίτλο «Βρέχει Φως». Ποιήματά της έχουν μελοποιήσει έλληνες συνθέτες «κλασικοί», «έντεχνοι» και «ροκ». Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Μενέλαο Παλλάντιο, Κωστή Κριτσωτάκη, Νίκο Μαμαγκάκη, Γιάννη Σπανό, Νότη Μαυρουδή, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Μιχάλη Κουμπιό, Στέλιο Μποτωνάκη και το συγκρότημα «Πληνθέτες».

πηγή wikipedia