Παράλληλο ποίημα για «Τα Αντικλείδια» του Παυλόπουλου

Γιάννης Ρίτσος,  Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι

Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι-κάποτε ὁλόκληρα ποιήματα-
ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν ξέρω τί σημαίνουν. Αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρω
ἀκόμη μὲ κρατάει. Κι ἐσὺ ἔχεις δίκιο νὰ ρωτᾷς.
Μὴ μὲ ρωτᾷς.
Δὲν ξέρω σοῦ λέω.
Δυὸ παράλληλα φῶτα ἀπ᾿ τὸ ἴδιο κέντρο. Ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ
ποὺ πέφτει τὸν χειμῶνα, ἀπ᾿ τὸ ξεχειλισμένο λοῦκι
ἢ ὁ ἦχος μιᾶς σταγόνας καθὼς πέφτει
ἀπό ῾να τριαντάφυλλο στὸν ποτισμένο κῆπο
ἀργὰ-ἀργὰ ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο
σὰν τὸν λυγμὸ ἑνὸς πουλιοῦ. Δὲν ξέρω
τί σημαίνει αὐτὸς ὁ ἦχος-ὡστόσο ἐγὼ τὸν παραδέχομαι.
Τ᾿ ἄλλα ποὺ ξέρω στὰ ἐξηγῶ. Δὲν τὸ ἀμελῶ.
Ὅμως κι αὐτὰ προσθέτουν στὴ ζωή μας. Κοιτοῦσα
ὅπως κοιμότανε, τὸ γόνατό της νὰ γωνιάζει τὸ σεντόνι-
Δὲν ἦταν μόνο ὁ ἔρωτας. Αὐτὴ ἡ γωνία
εἶναι ἡ κορυφογραμμὴ τῆς τρυφερότητας, καὶ τὸ ἄρωμα
τοῦ σεντονιοῦ, τοῦ λευκοῦ καὶ τῆς ἄνοιξης, συμπλήρωναν
ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο ποὺ ζήτησα, ἄσκοπα καὶ πάλι, νὰ στὸ ἐξηγήσω.

Advertisements

Γιώργης Παυλόπουλος, Τι είναι ποίηση

«Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε «.

Κυρίες και Κύριοι
Φίλες και Φίλοι
Παραλλάζοντας αυτή τη σημείωση του Πωλ Βαλερύ, η οποία παραπέμπει αμέσως στον Ποιητή και την Ποίηση, θα λέγαμε:

«Αν ένας ποιητής μπορούσε να πει με ακρίβεια τι γράφει, γιατί γράφει, και τι είναι αυτό που τον κάνει να γράφει, δεν θα έγραφε».

Κι εγώ τώρα δεν ξέρω να σας πω τι είναι Ποίηση και γιατί γράφω ποιήματα. Πολύ περισσότερο δεν ξέρω να σας πω σε τι μας βοηθάει η Ποίηση και ποιος είναι ο σκοπός της.
Το μόνο που ξέρω είναι πως ο Ποιητής ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής. Είτε τον γεμίζει χαρά, είτε τον θλίβει η Ζωή, είτε τον πάει στον Ουρανό, είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση, αυτός μένει πάντα ο αφοσιωμένος της.
Τη μυστήρια αγάπη του για τη Ζωή δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει κυρίως αυτό που κρύβει η ζωή. ‘Οπως ο έρωτας κρύβει αυτό που μας κάνει ερωτευμένους.
Η Ποίηση λοιπόν είναι πράξη ερωτική; ‘Η μήπως πράξη απόγνωσης; ‘Η μήπως και τα δύο; Πράξη ερωτική και συνάμα π ράξη απόγνωσης.
Για την ποιητική πράξη έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα. Και από τους ιδιους τους τεχνίτες και από τους θεωρητικούς. Πολλές φορές οι Ποιητές προσπάθησαν να διατυπώσουν τον ανύπαρκτο ορισμό της Ποίησης, σα να κοίταζαν σ’ έναν καθρέφτη όπου δεν έβλεπαν το πρόσωπό τους, αλλά το απόλυτο κενό.
Σταχυολογώ πρόχειρα:

Η ποίηση είναι η αναζήτηση του ανεξήγητου
ΣΤΗΒΕΝΣ

Η ποίηση αρχίζει πάντα, όταν κάποιος που πρόκειται να γίνει ποιητής, διαβάζει ένα ποίημα.
ΜΙΛΤΟΝ

Η ποίηση μας δημιουργεί την εντύπωση, όχι πως ανακαλύψαμε κάτι καινούργιο, αλλά πως θυμηθήκαμε κάτι που είχαμε ξεχάσει.
ΜΠΡΑΝΤΛΕΫ

Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε.
ΚΑΡΥΩΤΑΚΗΣ

Η ποίηση είναι ένας φασιανός που χάνεται στους θάμνους
ΣΤΗΒΕΝΣ

Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.
ΣΕΦΕΡΗΣ

Η ποίηση υπαγορεύεται από ένα δαιμόνιο, αν και θα ήταν υπερβολή να το χαρακτηρίσει κανείς αγγελικό.
ΣΕΣΛΑΒ ΜΙΛΟΖ

Η ποίηση είναι έκφραση, αν ένας στίχος είναι έκφραση, αν καθένα από τα μέρη που απαρτίζουν ένα στίχο, κάθε μία λέξη, είναι εκφραστικά μόνα τους.
ΚΡΟΤΣΕ

Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.
ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ

Η ομορφιά καραδοκεί. Αν είμαστε ευαίσθητοι, θα την αισθανθούμε μέσα στην ποίηση όλων των γλωσσών.
ΜΠΟΡΧΕΣ

Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.
ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ

Η ποίηση αρχίζει με την επίγνωση εκ μέρους μας όχι της Πτώσης, αλλά του ότι πέφτουμε.
ΜΠΛΟΥΜ

‘Οταν διαβάζουμε ένα καλό ποίημα, φανταζόμαστε πως κι εμείς θα μπορούσαμε να το έχουμε γράψει, πως το ποίημα προϋπήρχε μέσα μας.
ΜΠΟΡΧΕΣ

Η ποίηση ένα πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό.
ΠΛΑΤΩΝ

Η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση. Δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα.
ΕΛΙΟΤ

Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης.
ΠΑΟΥΝΤ

Η ποιότητα ενός μεγάλου ποιητή είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση.
ΚΛΟΛΕΡΙΤΖ ‘Η ΝΤΕ ΚΟΥΪΝΣΙ

Αν κάποιος μάθει καλά ελληνικά, μπορεί να βρει σχεδόν «ολόκληρη την ποίηση» στον Όμηρο.
ΠΑΟΥΝΤ

Είναι παράξενο πως γράφει κανείς ποιήματα.
ΣΕΦΕΡΗΣ

Οι ποιητές όλων των εποχών έλαβαν μέρος στη συγγραφή ενός Μεγάλου Ποιήματος αενάως εν εξελίξει.
ΣΕΛΛΕΫ

Στην ίδια την ουσία της ποίησης υπάρχει κάτι το απρεπές: Φανερώνονται πράγματα που δεν ξέραμε πως τα κρύβαμε μέσα μας και τρομάζουμε σα να είχε ξεπηδήσει μια τίγρης και στεκόταν μπροστά μας στο φως τινάζοντας την ουρά της.
ΣΕΣΛΑΒ ΜΙΛΟΖ

Όλη η ποίηση είναι ποίηση πειραματική.
ΣΤΗΒΕΝΣ

Η ποίηση είναι η αιτία που φθείρει το κάθε τι από το μη είναι στο είναι.
ΠΛΑΤΩΝΑΣ

«Διο ευφυούς η ποιητική εστιν ή μανικού. Τούτων γαρ οι μεν εύπλαστοι οι δε εκστατικοί εισίν».
(Η τέχνη της ποίησης είναι έργο του προικισμένου μάλλον παρά του μανικού καλλιτέχνη, γιατί ο πρώτος είναι ο επιδέξιο μιμητής, ενώ ο δεύτερος κατέχεται από ενθουσιασμό και του λείπει η ψυχική ηρεμία).
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ

Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος όπως ανεξάντλητες είναι οι άπειρες αισθήσεις που μας υποβάλλει η Ποίηση. Θα σταματήσω εδώ. Και θα τον κλείσω με μια φράση του Πεσόα:

Ο άνεμος φυσάει
έτσι όπως τον άκουσε ο Όμηρος
ακόμα κι αν δεν υπήρξε ποτέ

Ανέφερα τον Πεσόα, αλλά δεν σας αποκάλυψα τα ονόματα εκείνων που έγραψαν αυτούς τους στοχασμούς για την Ποίηση. Καλύτερα έτσι.’Ισως αυτός ο τρόπος μας φέρνει πιο κοντά σε Κείνον που αποσβύνοντας ολοένα το πρόσωπό του μέσα στο έργο του, γίνεται ο άλλος, γίνεται οι άλλοι, γίνεται ο Κανένας. Θέλω να πω μας φέρνει πιο κοντά στον Ποιητή και στο Ποίημα.
Και τι είναι τελικά το Ποίημα; ‘Ισως είναι το νόμισμα που σφίγγει στα δόνιτα του ο Ποιητής για να μπει στη βάρκα του Θανάτου. Με αυτό θα πληρώσει για το μέγα θαύμα που αξιώθηκε και που δεν είναι άλλο από την ίδια τη ζωή.
Έχω γράψει τούτο το χαϊ-κου:

‘Ολοι χωράμε
οι ζωντανοί κι οι νεκροί
σ’ ένα ποίημα

Αλλά και όλη η μνήμη του κόσμου χωράει μέσα στην Ποίηση. ‘Η τουλάχιστον αυτή τη μαγική εντύπωση μας δίνει η τέχνη της Ποίησης. Πως όσα έχουν χαθεί και κείνα που θα έρθουν και θα περάσουν και θα χαθούν θα μείνουν για πάντα μέσα στην Ποίηση.
Θα μείνουν για πάντα μέσα στην Ποίηση «όσα κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούντα» όπως θα έλεγε ο Αλεξανδρινός.

Γ. Παυλόπουλος, περιοδικό  Γράμματα και Τέχνες, τεύχ. 83, Φεβρουάριος – Μάρτιος 1998

Ποιήματα παράλληλα στα Αντικλείδια του Παυλόπουλου

Α. Δικταίος, Η Ποίηση

… … … … … … … … … … … …

Μα εσύ ποίηση,

                           που δεν μπορείς να κλειστείς μέσα σε σχήματα,

Μα εσύ, Ποίηση,

                            που δε μπορούμε να σ’ αγγίξουμε με το λόγο,

Εσύ,

           το στερνό ίχνος της παρουσίας του Θεού ανάμεσά μας,

σώσε την τελευταία ώρα τούτη του ανθρώπου,

την πιο στυγνή και την πιο απεγνωσμένη,

που ο Θάνατος,

                          που η Μοναξιά,                                        

                          που η Σιωπή,

τον καρτερούνε μια στιγμή μελλούμενη.

 

Γιάννης Κουβαράς,  Ποιητής

Ακροβατεί
χωρίς δίχτυ
στο κενό
γράφει
γαντζωμένος σαν τον εργάτη
που ισορροπεί
στο μαδέρι
με το μυστρί και το πηλοφόρι

Όμως η πτώσις του είναι βεβαία

Ποιήματα για την ποίηση

Τα ποιήματα που εντάσσονται στην ενότητα  «ποιήματα για την ποίηση»  ονομάζονται αλλιώς  ποιήματα ποιητικής ή ποιήματα αυτοαναφορικά.

Μέσα από τα  ποιήματα αυτά μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τον πολυφωνικό διάλογο των ποιητών με την τέχνη τους. Είναι ποιήματα που μας βοηθούν να κατανοήσουμε τις αισθητικές αρχές που καθοδηγούν ένα συγγραφέα στο έργο του, τις απόψεις του για τη δύναμη της ποίησης, το ρόλο και τη σκοπιμότητα του ποιητικού έργου, τη φιλοσοφική θεώρηση της ποιητικής τέχνης.

Συγκεκριμένα:

Καβάφης, Μελαγχολία τοῦ Ἰάσωνος Κλεάνδρου    Ποιητοῦ   ἐν Κομμαγηνῆ· 595 μ.Χ.

Η ποίηση ως φάρμακο κατά της φθοράς του χρόνου.

Στο ποίημα αυτό ο Καβάφης εκθέτει την άποψη του για τη δύναμη της ποίησης, για τη λειτουργία της ως νηπενθούς φαρμάκου, αφού με φαντασία και λόγο υπερβαίνει την καθημερινότητα και πλάθει μορφές του κάλλους.

Πολυδούρη, Μόνο γιατί μ’ αγάπησες

Ένα τυπικό δείγμα ενός ακραιφνούς λυρισμού· η ποίηση υπάρχει σε αναφορά με τον άλλο.

Το ποίημα πραγματεύεται το θέμα της ποίησης ως αποτελέσματος του έρωτα κι ως  μέσου εξωτερίκευσης ερωτικών συναισθημάτων.  Η ποίηση υπάρχει εξαιτίας του έρωτα, αλλά και για τον έρωτα.

Ν. Εγγονόπουλος, Ποίηση 1948 – Μανόλης Αναγνωστάκης,   Στον Νίκο Ε…  1949

Ένας ποιητικός διάλογος γύρω από τη σχέση της ποίησης με την ιστορική πραγματικότητα.

Ο Εγγονόπουλος εκφράζει την αδυναμία του να ανταποκριθεί στο χρέος του απέναντι στην εποχή και την τέχνη του λόγω των τραγικών συνθηκών της εμφύλιας διαμάχης. Τελικά η πρότασή του είναι η ποιητική παραίτηση σε μια εποχή  τόσο τραγική, όπου η ποίηση αδυνατεί να αρθρώσει λόγο.

Ο Αναγνωστάκης πραγματεύεται το θέμα  της στάσης του ποιητή απέναντι στις επιταγές της ιστορικής  πραγματικότητας. Χρέος του ποιητή η καταγραφή της εποχής του.

Γ. Παυλόπουλος, Τα Αντικλείδια.

Είναι μια απόπειρα να παραβιασθεί η ανοικτή πόρτα της ποίησης.

Ο Παυλόπουλος πραγματεύεται την απόπειρα του ποιητή να αλώσει την πόρτα της ποίησης με τα αντικλείδια, την απεγνωσμένη του προσπάθεια  να ανοίξει την ανοικτή πόρτα της ποίησης.

Ποίημα παράλληλο στα Αντικλείδια

Γιώργης Παυλόπουλος, Το ποίημα

Φεύγει νύχτα μ’ ένα παλιό αμάξι
γέρος πια φοράει μαύρα.
Ποιος είναι και που πηγαίνει
κανείς δεν ξέρει.
Μέσα στη σκέψη του υπάρχει το ποίημα
που ποτέ δεν θα γράψει.
Τόσο αόριστο σαν τη ζωή του.
Μέσα στο κούφιο μπαστούνι του
υπάρχει ένα φίδι χρυσό.
Καθώς θα το τυλίγει απόψε στο λαιμό της
σε κάποιο ελεεινό ξενοδοχείο
θα τον κοιτάζει στον καθρέφτη
χλωμός ο άλλος εαυτός του.
Αυτός που χρόνια φτιάχνει το ποίημα
καλπάζοντας τώρα στο πλάι του
και ανάβοντας ολοένα τ’ άλογα που έχουν μεθύσει
απ’ το σκοτάδι και τη λάσπη.

Ο Γ. Παυλόπουλος μιλάει για τα Αντικλείδια

Τα πράγματα που ορίζουν σε βάθος τη ζωή μας, όπως η Ποίηση, μπορεί να ειπωθούν μονάχα μέσα από τις προσωπικές εμπειρίες μας. Δεν ορίζονται μέσα από θεωρίες κι αφηρημένες έννοιες. Νομίζω ότι δεν υπάρχει κανένας ορισμός για την Ποίηση. Ωστόσο ας μου επιτραπεί να τη φαντάζομαι και να την ονειρεύομαι σαν πόρτα ανοιχτή

(Ο Γιώργης Παυλόπουλος μιλάει για την ποίηση και το έργο  του)

Η ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή ως τη στιγμή που θα κοιτάξεις μέσα  και πηγαίνεις να μπεις. Την ίδια ακριβώς στιγμή η πόρτα κλείνει. Έκτοτε αυτό που είδες και δεν είδες, αυτό που μόλις πρόφτασες να δεις και χάθηκε απ’ τα μάτια σου, θα σε προκαλεί για κάτι απροσδιόριστο και μαγικό. Θέλεις ν’ ανοίξεις πάλι την πόρτα και μαθαίνεις την τέχνη του κλειδαρά. Φτιάχνοντας αντικλείδια ελπίζεις ότι βρίσκεσαι όλο και πιο κοντά στο ποιητικό σου όραμα. Και δεν ξέρεις αν το κυνηγάς εσύ ή αν σε κυνηγάει εκείνο. Ώσπου κάποτε διαπιστώνεις πως τα αντικλείδια σου είναι τα ποιήματα που φτιάχνεις για ν’ αποκαλύψεις κάτι που παραμένει πάντα απατηλό και φευγαλέο. Όπως μέσα στα όνειρα.

Έτσι θέλω να πιστεύω για τον εαυτό μου, ότι ανήκω και στη Συντεχνία των Κλειδαράδων και στην Εταιρία Συγγραφέων.

Εντούτοις κάποιοι έχουν την ψευδαίσθηση ότι η ποίηση είναι μια πόρτα συνεχώς ανοιχτή, όπου μπορούν να μπαίνουν και να βγαίνουν άνετα. Μα αυτοί είναι οι μόνοι από τους οποίους δεν κινδυνεύει να εκλείψει η τέχνη των κλειδαράδων.

(συνομιλία με τον ποιητή Γ. Παυλόπουλο, περιοδικό Ελίτροχος)

Διαβάζοντας τα «Αντικλείδια» του Παυλόπουλου συλλογιζόμαστε: τι κρύβει αυτή η πόρτα που μοιάζει ανοιχτή αλλά δεν αφήνει κανένα να δρασκελίσει; Τι υπάρχει πίσω της, που ασκεί τόση γοητεία; Τι είναι αυτό που οι ποιητές από καταβολής του κόσμου αναζητούν και, σύμφωνα με τον ποιητή, δε θα το βρουν ποτέ; Και τα αντικλείδια; Τι καταφέρνουν; Τι ξεκλειδώνουν αυτά;

Αν κι οι ερμηνείες αποτελούν, όπως κι ο ίδιος ο Παυλόπουλος δέχεται, προσωπικές προσεγγί­σεις που δεν μπορούν να διεκδικούν την απόλυτη αλήθεια, ας διαβάσουμε τι δήλωνε σε μια συνέ­ντευξή του στη Λ.Σ. Αρμυριώτη, δυο χρόνια πριν ( περ. Ύφος, 7.1.08). Μέσα από τις απαντήσεις του θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πολύ καλύτερα τη σκέψη του σε σχέση με τις έννοιες και τα θέματα τα οποία τον απασχολούν στο ποίημά του «Αντικλείδια». Ας δούμε, λοιπόν, κάποια αποσπάσματα:

Στην εισήγηση σας κατά την έναρξη της προς τιμήν σας ποιητικής βραδιάς, αναφερθήκατε μεταξύ άλλων και σε ορισμένα λόγια -εν είδη αποφθέγματος- μεγάλων ποιητών, όπως στο «η Ποίηση είναι ταυτόσημη με την Αλήθεια «. Είπατε πως η Αλήθεια είναι το ζητούμενο, σε κάθε περίπτωση. Αυτό λοιπόν ψάχνει κανείς να βρει; την κρυμμένη αλήθεια;
—Σίγουρα, πέρα απ’ τη γοητεία της ποίησης, είναι η Αλήθεια -δηλαδή δεν τελειώνει η ποίηση με το να μας μαγέψει απλώς.

Να μας μαγέψει σαν λεκτικό κατασκεύασμα, σαν εικόνα;
—Σαν αισθητική έκφραση. Πέρα απ’ αυτό η Ποίηση αναζητά την Αλήθεια. Αυτό κυρίως θέλει να εκφράσει.

Φαίνεται καθαρά στο ποίημα σας «τα Αντικλείδια». Εκεί λοιπόν λέτε -απ’ ό,τι καταλαβαίνω- ότι δεν υπάρχουν αντικλείδια, οι πόρτες είναι ανοιχτές. Όμως υπαινίσσεσθε στο ποίημα, ότι ο ποιητής λειτουργεί σαν ένα αντικλείδι, διότι βλέπει την κρυμμένη αλήθεια στα πράγματα.
—Είναι κι αυτό μια εκδοχή για την πρόσληψη του ποιήματος. Το ποίημα αυτό προσφέρεται για πολλές εκδοχές και όσες περισσότερες είναι αυτές, τόσο πιο καλό είναι το ποίημα. Εγώ ποτέ δεν αναλύω. Αφήνω την περαιτέρω έρευνα για τον αναγνώστη.

Επιδέχονται περαιτέρω έρευνα;
—Πρέπει να φτάσεις σ’ ένα σημείο και να σταματήσεις γιατί από κει και πέρα μπορεί και να το χαλάσεις,. οι δυνατότητες σου δεν πάνε πιο πέρα, Αλλά έχεις την αίσθηση ότι δεν τέλειωσε ποτέ κι ούτε τελειώνει ποτέ. Εσύ όμως δεν μπορείς να πας παραπέρα.
Το παραδίδεις όμως στον αναγνώστη σκοπεύοντας ότι θα βρει περισσότερα νοήματα.
Οι εκδοχές αφορούν στον αναγνώστη. Κάθε ένας, μπορεί να έχει τη δική του εκδοχή, να το προσεγγίσει με τη δική του συγκίνηση, γι αυτό οι αναλύσεις των ποιημάτων δεν ευστοχούν πάντοτε, δεν μπορείς να πεις, αυτό λέει αυτό το ποίημα.

[…]

Εσείς το θεωρείτε επιτυχία σαν γράφων, αν ταυτισθεί ο αναγνώστης και ζήσει την ίδια συγκίνηση που ζήσατε και σεις; Toυ το εύχεστε;
—Ξέρετε στην τέχνη προσπαθούμε να αποσβήσουμε τον εαυτό μας, το πρόσωπο μας, δεν πρέπει καν να φαίνεται. Να σας πω κάτι απλό. Αν καθίσω και γράψω μια προσωπική μου ιστορία -ας πούμε μια ερωτική απογοήτευση- εκατομμύρια ερωτικές απογοητεύσεις, ποιον ενδιαφέρει αυτό; Όμως αν γράψω μ’ έναν τέτοιο τρόπο που ο αναγνώστης να πει: «σα να το ‘χω ζήσει αυτό, σα να είναι δική μου υπόθεση…» το καταλάβατε; Πρέπει να σβήσουμε το πρόσωπο μας μεσ’ στο έργο μας. Μόνο τότε μπορούμε να φτιάξουμε κάτι. Αν καθίσουμε και χτυπιόμαστε και κλαίμε με τα προσωπικά μας συναισθήματα δεν πρόκειται να φτιάξουμε τίποτα.

Ποιες είναι οι παράμετροι; Τι πρέπει να έχει ένα ποίημα για να πάψει να λέγεται προσωπικό; Πως να είναι;
—Δεν μπορώ να διδάξω την ποίηση. Δεν ξέρω τι είναι η ποίηση, κι αυτό εκφράζω με «Τα αντικλείδια» κλπ. Δεν υπάρχει ορισμός της ποίησης. –Όμως είστε έτσι φτιαγμένος. Δεν το κάνετε επίτηδες. Αυτό είναι. Όταν εσείς μιλάτε για πράγματα… ας πούμε για το αέτωμα… Τι είναι, τι μπορεί να είναι αυτό που ανυψώνει σε ποίηση την απλά βιωματική εξιστόρηση;
—Σας είπα πως δεν ξέρουμε τι είναι η Ποίηση. Δεν υπάρχει ορισμός. Όμως όλοι συμφωνούμε π.χ. όταν διαβάζουμε την Ιλιάδα, ότι αυτό είναι μια μεγάλη ποίηση., Όλοι το καταλαβαίνουμε. Δεν υπάρχει τρόπος να διδάξουμε την ποίηση. Δεν διδάσκεται. Η ποίηση είναι ελεύθερη έκφραση κι ο καθένας ανάλογα με την καλλιέργεια του, με τα βιώματα του εκφράζεται όπως μπορεί. Οι αναγνώστες είναι οι αποδέκτες. Νομίζω γίνομαι σαφής μ’ αυτά που λέω.

Εν πάση περιπτώσει να χρησιμοποιήσω πάλι τη λέξη αντικλείδι. Να πω ότι η ποίηση είναι το «αντικλείδι» -για να αναφερθώ στο ποίημα σας- για την κατανόηση του κόσμου;
—Έχω ξαναπεί πως μέσα στην ποίηση υπάρχει η αυθεντική ιστορία του κόσμου, η μη παραχαραγμένη ιστορία, διότι η αυθεντική ιστορία δεν έχει γραφτεί ακόμα -αν εξαιρέσουμε τον Θουκυδίδη. Αλλά η ποίηση τα λέει όλα και οι εποχές έχουν σωθεί μέσα απ’ την ποίηση, αλλά και η ουσία των πραγμάτων, και η μνήμη των πραγμάτων, και τα πάντα υπάρχουν μέσα στην παγκόσμια ποίηση που έχει γραφτεί.

Δυστυχώς όμως η ποίηση δεν έχει την ανάλογη υποδοχή, Ιδίως στους νέους. Είναι κάπως παραγνωρισμένη, αρκετά θα έλεγα, ή πάρα πολύ θα λέγανε κάποιοι…
—Σ’ αυτό δεν φταίει η ποίηση. Φταίει το επίπεδο Είναι ζήτημα παιδείας, και σε καιρούς παρακμιακούς η ποίηση δεν έχει προσβάσεις στο αναγνωστικό κοινό. Και η εποχή μας είναι μια εποχή παρακμής…

Και ποιος είναι τώρα ο ρόλος του ποιητή; Ο ποιητής πρέπει να έχει πράγματα να εμπνέεται. Σε μια τέτοια κοινωνία που δεν είναι ωραία;
—O ποιητής δεν μπορεί ν’ ανατρέψει τίποτα. Απλώς γράφει τα ποιήματα του. Δεν μπορεί να ανατρέψει τα πράγματα του κόσμου. Αυτό έχει φανεί μέσα στους αιώνες. Εάν ανέτρεπε η ποίηση αυτά που δεν είναι καλά για τον άνθρωπο, δηλ. ο πόλεμος, μετά την Ιλιάδα δεν έπρεπε να γίνεται πόλεμος. Ο Όμηρος μας είπε τη φρίκη του πολέμου, τα πάθη των ανθρώπων μέσ’ στον πόλεμο, όλα αυτά μας τα είπε, αλλά ο άνθρωπος δεν έβαλε μυαλό. -Επίσης χρειάζεται πίστη. Αν δεν πιστεύεις στον κόσμο, στο αύριο, γιατί ν’ ασχολείσαι; -O ποιητής είναι αφοσιωμένος στη ζωή. Είτε η ζωή είναι έτσι ή αλλιώς, είναι αφοσιωμένος. Διότι είναι πλάσμα αγάπης ο ποιητής. Δεν μπορεί να γράψει αν δεν αγαπήσει τη Φύση, τους Συνανθρώπους του, τη Ζωή την ίδια. Τα ποιήματα δεν γράφονται με μίσος. Μπορεί να εκφράσουν το μίσος πολλές φορές, αλλά δεν γράφονται με μίσος αλλά με αγάπη και με πίστη στον άνθρωπο.

Η οποία γίνεται εντονότερη γιατί βλέπεις μια κατάσταση που δεν είναι ωραία, και η αγάπη σε κάνει να γράψεις το ποίημα για ν’ αλλάξεις αυτήν την κατάσταση, να σώσεις;
—Δεν σώζεις τίποτα. Απλώς λες ότι αν δεν γράψω μπορεί και να πεθάνω. Είναι ανάγκη να εκφραστείς. Η ποίηση είπε κάποιος μεγάλος μας ποιητής είναι κοντά στην ανάσα του ανθρώπου. Είναι μια δεύτερη ανάσα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει αν δεν εκφραστεί. Ο Χριστός είπε δεν μπορούμε να ζήσουμε μόνο με ψωμί.

Εν αρχή ην ο λόγος…
—Αυτό πάει βαθύτερα. Τι είναι το άλλο που πρέπει να έχουμε για να ζήσουμε; Είναι νομίζω η Έκφραση και η Έκφραση είναι μια αναζήτηση, για το πως θα ζήσουμε πιο μονιασμένοι, πιο αγαπημένοι, πιο κοντά ο ένας στον άλλο…

[…]

Mπορεί η Ποίηση να γίνει ο καταλύτης που θα οδηγήσει και τον γράφοντα αλλά και τον αναγνώστη, στη Λύτρωση απ’ τις αγωνίες και τα ερωτήματα;
—Δεν ξέρω αν οι αναγνώστες μπορούν να λυτρωθούν, αλλά μπορούν να συγκινηθούν και να μαγευτούν και να προσεγγίσουν μια Αλήθεια μέσα από έναν ποιητή. Οι ποιητές είναι δυστυχισμένα πλάσματα που παλεύουν μέρα νύχτα να εκφράσουν το ανέκφραστο και το πιο δύσκολο.

(αποσπάσματα από συνέντευξη του ποιητή)

Γ. Παυλόπουλος, Τα Αντικλείδια

Ο Γ. Παυλόπουλος στο ποίημα αυτό πραγματεύεται την απόπειρα του ποιητή να αλώσει την πόρτα της ποίησης με τα αντικλείδια, την απεγνωσμένη του προσπάθεια  να ανοίξει την ανοικτή πόρτα της ποίησης.

Αφήγηση: Το ποίημα είναι αφήγηση ενός προσώπου –δεν ενδιαφέρει αν ταυτίζεται ή όχι με τον ποιητή. Η αφήγηση δεν αφορά ένα συγκεκριμένο συμβάν, αλλά μια επαναλαμβανόμενη ανά τους αιώνες διαδικασία απόπειρας να παραβιαστεί η ανοιχτή πόρτα της ποίησης. Το πρόσωπο που αφηγείται δεν εμφανίζεται στο ποίημα ως υποκείμενο ενός άμεσου πρώτου ρηματικού προσώπου· τα όσα λέγει διεκδικούν την εγκυρότητα του αντικειμενικού, αυτού που αορίστως επαναλαμβανόμενο συμβαίνει και που περιγράφεται στο ποίημα από ένα πρόσωπο που διαθέτει συνολική εποπτεία στο χώρο (κόσμος) και στο χρόνο (από τότε που υπάρχει ο κόσμος).

(Τασούλα Καραγεωργίου, Τα αντικλείδια του Γιώργη Παυλόπουλου, μια διδακτική δοκιμή)

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή:  ο ποιητής προσπαθεί να δώσει ένα ορισμό της ποίησης, ο οποίος αποσαφηνίζεται στη συνέχεια του ποιήματος

Πολλοί: πολλοί είναι αυτού περνούν έξω από την ανοιχτή αυτή πόρτα και κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν, ρίχνουν ένα βλέμμα, αλλά δεν μπορούν να αντιληφθούν τη μαγεία αυτού του κόσμου, δεν έχουν ανοιχτά τα μάτια της ψυχής τους.

Μερικοί: λίγοι είναι οι εκλεκτοί, οι  ικανοί να δουν τι αποκαλύπτει η ανοιχτή πόρτα και να δεχτούν την πρόκληση να περιηγηθούν στο μαγικό αυτό κόσμο, να αποκαλύψουν τα μυστικά του, να γευθούν τη χαρά που μπορεί να τους προφέρει.

Η πόρτα τότε κλείνει: τότε συμβαίνει ένα παράδοξο: η πόρτα η διάπλατα ανοιχτή σε όλους κλείνει ερμητικά, κανείς δεν τους ανοίγει και το κλειδί είναι χαμένο. Οι μαγεμένοι, πλέον, εκλεκτοί που αντίκρισαν τη μαγεία της ποίησης δεν είναι διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν τις προσπάθειες.  Υπάρχει κι άλλος δρόμος: όταν δε βρίσκουμε το κλειδί (το ένα και μοναδικό) φτιάχνουμε αντικλείδια (πολλά). Έτσι και οι ποιητές που αναζητούν εναγωνίως να εισέλθουν στην Ποίηση φτιάχνουν τα δικά τους αντικλείδια, φτιάχνουν ποιήματα, που πιστεύουν ότι θα τους ανοίξουν την πόρτα.

Η πόρτα δεν ανοίγει πια: οι προσπάθειες είναι άκαρπες, δεν οδηγούν πουθενά. Η πόρτα δεν ανοίγει, δεν πρόκειται ποτέ να ανοίξει, όσα αντικλείδια και να κατασκευάσουν, όπως δεν άνοιξε ποτέ στο παρελθόν, για όσους μπόρεσαν να δουν στο βάθος. Η πόρτα δεν άνοιξε, δεν ανοίγει, ούτε θα ανοίξει ποτέ. Οι ποιητές όμως   έγραφαν αντικλείδια-ποιήματα, γράφουν και θα συνεχίσουν να γράφουν ελπίζοντας. Η πρόκληση και η περιπέτεια θα συνεχίζεται αέναα.

  • Τα Αντικλείδια του Παυλόπουλου πρέπει να ακουστούν ως δοκιμές για να οριστεί το άπιαστο είδωλο της ποίησης και το φάντασμα ενός ποιήματος.

(Δ. Ν. Μαρωνίτης, Τα αντικλείδια της ποίησης)

  • Η ποίηση, μας λέει ο ποιητής, είναι μια πόρτα ανοιχτή. Μερικοί συναντούν την πόρτα και την προσπερνούν, δεν κοιτάζουν για τίποτα, αλλά ούτε και βλέπουν τίποτα. Άλλοι, όμως, κάτι βλέπουν και συναρπάζονται από τη μαγεία του και προσπαθούν να μπουν μέσα, να δουν περισσότερα. Η πόρτα (ποίηση) τότε κλείνει και δεν υπάρχει κλειδί. Αναπόφευκτα κάποιοι χάνουν όλη τους τη ζωή ψάχνοντας για το ανύπαρκτο κλειδί που θα τους ανοίξει την πόρτα της ποίησης, που θα τους επιτρέψει να κατανοήσουν τη φύση της. Δυστυχώς ή ευτυχώς το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς είναι αντικλείδια, δηλαδή ποιήματα. Με άλλα λόγια η κατανόηση του ποιητικού κόσμου, αυτό που προσπαθούμε να αρπάξουμε με το μάτι μας όταν κοιτάμε μέσα, μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τα ποιήματα που δημιουργούμε

(Γ. Αναγνωστόπουλος, Ο ποιητής Γιώργης Παυλόπουλος–Ποιητής ολίγων λέξεων και πολλών ιδεών)