Όταν η λογοτεχνία συνομιλεί με τη ζωγραφική

Όνειρο στο κύμα (ΕΛένη Κόκκαλη - Γ2)Η μαθήτρια Ελένη Κόκκαλη (Γ2) εμπνέεται από το διήγημα του Παπαδιαμάντη «Όνειρο στο κύμα» και την απεικόνιση του Δημήτρη Μοράρου. Την ευχαριστώ πολύ.

Advertisements

Ο ερωτισμός στον Παπαδιαμάντη

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 - Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911)

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (Σκιάθος 4 Μαρτίου 1851 – Σκιάθος 3 Ιανουαρίου 1911)

Όσο αφορά τον Παπαδιαμάντη, δεν θα μπορούσε να βρεθεί μεγαλύτερη απόδειξη του αγεφύρωτου προσωπικού χάσματος απέναντι σ’ έναν κόσμο υλιστικό και συμφεροντολογικό – κι ως εκ τούτου ακατανόητο κι ανυπόφορο – από την ίδια τη ζωή του. Μεγαλωμένος στη Σκιάθο μέσα σε πολυμελή οικογένεια και μυημένος βαθιά στο μεγαλείο της φυσικής ζωής και της καθημερινής ανθρώπινης απλότητας βρίσκεται εγκλωβισμένος στην Αθήνα, σ’ έναν κόσμο που αδυνατεί να κατανοήσει, πολύ περισσότερο να ενταχθεί. Το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν ιερέας αποτέλεσε καταλύτη για τη χριστιανική του ανατροφή, τη συνυφασμένη με τη θρησκευτική παράδοση και τις εκκλησιαστικές τελετουργίες. Για τον Παπαδιαμάντη τα ξωκλήσια, η ψαλτική, η όλη θρησκευτική ατμόσφαιρα της κατάνυξης των απλών ανθρώπων δεν είναι απλό νοσταλγικό παιδικό βίωμα ενός εξιδανικευμένου εθιμοτυπικού, αλλά στάση ζωής και καίριο στοιχείο διαμόρφωσης προσωπικότητας, αφού η φυσική ζωή, στο σύνολο του έργου του, είναι αλληλένδετη με τη θρησκευτική λατρεία σε μια ενότητα αδιάσπαστη, σχεδόν αυτονόητη. Η βαθύτατη χριστιανική ηθική και η αγάπη για τις χαρές του ανόθευτου φυσικού τοπίου είναι η πηγή της προσωπικής του ιδιορρυθμίας που τον έκανε ακατανόητο, ολοκληρωτικά ξένο, όταν κατέβηκε στην Αθήνα. Η ανικανότητά του να διαχειριστεί το χρήμα δεν είναι παρά η προσωπική του άρνηση να κατανοήσει τον αστικό τρόπο ζωής. Ακόμη κι όταν η εφημερίδα «Ακρόπολη» του έδινε 200 και 250 δραχμές το μήνα – ποσό υπέρογκο για την εποχή – η οικονομική του κατάσταση παρέμεινε άθλια, αφού τα χρήματα τα ξόδευε αφειδώς σαν παιδί που δεν έχει καμία συναίσθηση. Βοηθούσε φτωχούς κι έστελνε λεφτά στην οικογένειά του στη Σκιάθο ενώ ο ίδιος παρέμενε σε καθεστώς εξαθλίωσης με ρούχα παμπάλαια, σχεδόν κουρέλια, και πρόσωπο βρώμικο και αξύριστο. Ξόδευε χωρίς ποτέ να μπορεί να υπολογίσει την επόμενη μέρα. Παροιμιώδες έχει μείνει το περιστατικό της συνεργασίας του με την εφημερίδα «Εστία» όπου του προσέφεραν 150 δραχμές το μήνα και ο ίδιος ζήτησε να του τις κάνουν 100 γιατί οι 150 ήταν πολλές. Η αποστάσεις που κρατούσε πάντα από όλες τις χαρές της κοσμικής ζωής και η οικιοθελής ολιγάρκεια, στα όρια της καλογερικής, τον έκαναν πάντα απλησίαστο και παράξενο. Πολλοί ερμήνευσαν αυτή του τη στάση ως θρησκευτική εμμονή που επέβαλλε τις στερήσεις για τη χαλύβδωση της ψυχής. Ως αντίσταση στους κίβδηλους επίγειους πειρασμούς. Άλλοι θεώρησαν ότι συνέχισε να ζει στη στέρηση, αφού είχε μάθει να ζει στερημένα. Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα δεν ήταν εύκολα. Ζούσε από τη δημοσιογραφία και κυρίως από μεταφράσεις που έκανε με πενιχρές απολαβές και δεν μπόρεσε ποτέ να τελειώσει τη Φιλοσοφική Σχολή στην οποία ήταν εγγεγραμμένος. Όπως και να ‘χει ο Παπαδιαμάντης κατάφερε να πληρώσει τα χρέη του και να αγοράσει καινούρια ρούχα το 1908, όταν από φίλους του διοργανώθηκε γιορτή στο Φιλολογικό σύλλογο «Παρνασσός» που κατάφερε να συγκεντρώσει ένα αξιόλογο χρηματικό ποσό. Μετά από αυτό έφυγε οριστικά για τη Σκιάθο (αν και η υγεία του είχε χειροτερέψει και το νοσοκομείο κρινόταν επιβεβλημένο) όπου και πέθανε τρία χρόνια αργότερα. Συνέχεια

Καλά Χριστούγεννα με ένα διήγημα για τα κάλαντα άλλων εποχών

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Της Κοκκώνας το σπίτι

           Δεν ήτον δρόμος πλέον περαστικός εις όλον το χωρίον. Αδύνατον να μην επερνούσε κανείς απ’ εκεί όστις θα ανέβαινεν εις την επάνω ενορίαν ή όστις θα κατέβαινεν εις την κάτω. Λιθόστρωτον ανηφορικόν, από κάτω απ’ της Σταματρίζαινας το σπίτι έως επάνω εις τον ναόν της Παναγίας της Σαλονικιάς. Χίλια βήματα, κάθε βήμα και άσθμα. Εφούσκωνεν, εκοντανάσαινε κανείς διά ν’ αναβεί, εγλιστρούσε διά να καταβεί.

          Αμα επάτει τις εις το λιθόστρωτον, αφού άφηνεν οπίσω του το μαγαζί του Καψοσπύρου, το σπίτι του Καφτάνη και το παλιόσπιτον του γερο-Παγούρη με την τοιχογυρισμένην αυλήν, ευρίσκετο απέναντι εις το σπίτι του Χατζή Παντελή, με τον αυλόγυρον σύρριζα εις τον βράχον. Κάτω έχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλών σκοτοδίνην, σημειούμενος από ολίγους έρποντας θάμνους εδώ κι εκεί, οι οποίοι θα εφαίνοντο εις το σκότος της νυκτός εκείνης ως να ήσαν κακοποιοί ψηλαφώντες και αναρριχώμενοι ή και σκαλικάντζαροι ελλοχεύοντες και καραδοκούντες ως να έλθει η ώρα να εισβάλουν εις τας οικίας διά των καπνοδόχων. Το κύμα υποκώφως εφλοίσβιζεν εις τα κράσπεδα του κρημνού, και ακούραστος βορράς φυσών από προχθές, μαλακώσας την εσπέραν ταύτην, εξήπλωνε τες αποθαλασσιές του έως τον μεσημβρινόν τούτον μικρόν λιμένα, ο παγκρατής χιονόμαλλος βασιλεύς του χειμώνος.

Από το άλλο μέρος του δρόμου, αριστερά εις τον ανερχόμενον, δίπλα εις το σπίτι τού γερο-Παγούρη, και αντικρύζουσα με το του Χατζή Παντελή, υψούτο ατελείωτος οικοδομή, με τέσσαρας τοίχους ορθούς μέχρι του πατώματος, με τας ξυλώσεις χασκούσας έως της οροφής, με την στέγην καταρρέουσαν, με φαιούς και φθειρομένους τους τοίχους, την οποίαν η εγκατάλειψις, ο άνεμος και η βροχή είχον καταστήσει ερείπιον και χάλασμα. Τα παιδία, όσα κατήρχοντο την μεσημβρίαν από το έν σχολείον και όσα ανήρχοντο την εσπέραν από το άλλο, διά να αφήσωσι τα βιβλία εις την οικίαν, κλέψωσι τεμάχιον άρτου από το ερμάριον και τρέξωσιν ακράτητα διά να παίξωσιν εις τον αιγιαλόν, της έρριπτον αφθόνους πέτρας, διά να την εκδικηθώσι την ημέραν δι’ όσον τρόμον τούς επροξένει την νύκτα, όταν ετύχαινε να περάσωσιν. Οι παπάδες, όταν επέστρεφαν την παραμονήν των Φώτων εν σώματι από την οικία του δημάρχου, με τους σταυρούς και τας φωτιστήρας των, αγιάζοντες οικίας, δρόμους και μαγαζιά, και διώκοντες τους σκαλικαντζάρους, ελησμόνουν να ρίψωσι μικράν σταγόνα αγιασμού και εις την άτυχην εγκαταλελειμμένην οικίαν, την οποίαν δεν είχε χαρεί ο οικοκύρης όστις την έκτισε, και ήτις δεν είχεν αξιωθεί ν’ απολαύσει την οικοκυράν της. Τοιαύτη οικία επόμενον ήτο να γίνει κατοικητήριον των φαντασμάτων, άσυλον ίσως των βρυκολάκων, και ίσως ορμητήριον και τόπος συγκεντρώσεως των τυράννων της ώρας ταύτης, των σκαλικαντζάρων.

*** Συνέχεια

Aside

Το διήγημα

Image

Το διήγημα

 Ο όρος “διήγημα” προσδιορίζει ένα ιδιαίτερο   είδος του αφηγηματικού πεζού λόγου. Είναι  μια σύντομη αφήγηση γεγονότων  με αρχή μέση και τέλος, συνήθως μιας ιστορίας πρωτότυπης, αλλά πραγματικής. Πόσο όμως ή έκταση αποτελεί κριτήριο; Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως διήγημα κάθε αφήγηση που είναι συντομότερη από το μυθιστόρημα; Πρέπει να έχει συντομία, αλλά είναι ανώφελο να το περιορίσουμε σε συγκεκριμένες διαστάσεις. Επειδή δεν μπορεί να υπάρξει σαφής ορισμός, μπορούμε να  δούμε τα χαρακτηριστικά του σε αντίθεση προς το μυθιστόρημα:

Α). Σμίκρυνση: στον κόσμο του διηγήματος υπάρχει σμίκρυνση πραγμάτων, γενικότερα όλων των στοιχείων της αφηγηματικής γλώσσας. Λίγο στο διήγημα / πολύ στο μυθιστόρημα. Η σμίκρυνση δεν αφορά βέβαια μόνο την έκταση, αλλά κυρίως το εσωτερικό του διηγήματος. Το διήγημα περιστρέφεται συνήθως γύρω από ένα πρόσωπο ή επεισόδιο, ενώ το μυθιστόρημα γύρω από πολλά. Το διήγημα είναι το απλό, ενώ το μυθιστόρημα το σύνθετο.

Β). Το αυτοβιογραφικό στοιχείο εμφανίζεται πολύ περισσότερο στο διήγημα και λιγότερο στο μυθιστόρημα. Το φανταστικό στοιχείο συνήθως απουσιάζει από το διήγημα

Γενικότερα, το (κλασικό τουλάχιστον) διήγημα οφείλει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά, τα οποία και πρέπει να τα επισημαίνουμε διαβάζοντάς το:

  1.   Ένα κυρίαρχο στοιχείο πλαίσιο (τόπο και χρόνο)
  2. Τους κύριους χαρακτήρες. Ο διηγηματογράφος, σε αντίθεση με το μυθιστοριογράφο, δε διαθέτει ούτε το χώρο ούτε το χρόνο, για να επιχειρήσει λεπτομερειακή ανάπτυξη του χαρακτήρα ή να δείξει μια σταδιακή αλλαγή του. Αποκαλύπτει μόνο τη φύση του όπως αυτή  εκδηλώνεται μέσα από τα περιστατικά που εκτυλίσσονται στο διήγημα. Ακόμα και η ακμή του διηγήματος με δυσκολία φτάνει τα μεγάλα μυθιστορήματα, όσον αφορά την απεικόνιση της πολυπλοκότητας και ευρύτητας πολλών ανθρωπίνων εμπειριών. Η σπουδαιότητα όμως δε συνδέεται με τον όγκο.
  3. Μια αλληλουχία περιστατικών που διαμορφώνουν την πλοκή.
  4. Αφήνει μια ενιαία εντύπωση. Συνεπώς κάθε λεπτομέρεια πρέπει να συμβάλλει στην εντύπωση που σκοπεύει να δώσει ο συγγραφέας με την ιστορία του  Τα ολισθήματα και οι χαλαρότητες μπορεί να αποδειχτούν καταστροφικά για ένα μικρό και σφιχτοδεμένο κείμενο.  Αυτή η εντύπωση πρέπει να δημιουργείται στην αρχική πρόταση και να αναπτύσσεται σε όλη την ιστορία. Ο συγγραφέας αρχίζοντας να γράφει ένα διήγημα συνήθως γνωρίζει και την τελευταία του φράση. Ο αναγνώστης για να συλλάβει την ενιαία αυτή εντύπωση πρέπει να διαβάσει το διήγημα μονοκόμματα, κάτι που δεν μπορεί να κάνει με το μυθιστόρημα.
  5. Μια αισθητή κλιμάκωση. Όλα τα συμβάντα στο διήγημα πρέπει να οδηγούν  σταδιακά στην κορύφωση, στο ανώτατο  σημείο  ενδιαφέροντος  και συγκίνησης. Συνήθως η στιγμή της κορύφωσης, της κρίσης, συμπίπτει με το τέλος του διηγήματος, γι’ αυτό και από πολλά διηγήματα λείπει ο επίλογος

Καλό Πάσχα με Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη

Κ. Κουτούμπας, Ο αλιβάνιστος

Ο ΑΛΙΒΑΝΙΣΤΟΣ

Ἀφοῦ ἐβάδισαν ἐπί τινα ὥραν, ἀνὰ τὴν βαθεῖαν σύνδενδρον κοιλάδα, ἡ θεια-Μολώτα, κ᾽ ἡ Φωλιὼ τῆς Πέρδικας, κ᾽ ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζαινας, τέλος ἔφθασαν εἰς τὸ Δασκαλειό. Αἱ τελευταῖαι ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἐχρύσωναν ἀκόμη τὰς δύο ράχεις, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Κάτω, εἰς τὸ δάσος τὸ πυκνόν, βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Κορμοὶ κισσοστεφεῖς καὶ κλῶνες χιαστοὶ ἐσχημάτιζον ἀνήλια συμπλέγματα, ὅπου μεταξὺ τῶν φύλλων ἠκούοντο ἀτελείωτοι ψιθυρισμοὶ ἐρώτων. Εὐτυχῶς τὸ δάσος ἐνομίζετο κοινῶς ὡς στοιχειωμένον, ἄλλως θὰ τὸ εἶχε καταστρέψει κι αὐτὸ πρὸ πολλοῦ ὁ πέλεκυς τοῦ ὑλοτόμου. Αἱ τρεῖς γυναῖκες ἐπάτουν πότε ἐπὶ βρύων μαλακῶν, πότε ἐπὶ λίθων καὶ χαλίκων τοῦ ἀνωμάλου ἐδάφους. Ἡ ψυχὴ κ᾽ ἡ καρδούλα των ἐδροσίσθη, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν βρύσιν τοῦ Δασκαλειοῦ.

Τὸ δροσερὸν νᾶμα ἐξέρχεται ἀπὸ μίαν σπηλιάν, περνᾷ ἀπὸ μίαν κουφάλαν χιλιετοῦς δένδρου, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ ὁποίου βαθεῖα γούρνα σχηματίζεται. Ὅλος ὁ βράχος ἄνωθεν στάζει ὡσὰν ἀπὸ ρευστοὺς μαργαρίτας καὶ τὸ γλυκὺ κελάρυσμα τοῦ νεροῦ ἀναμειγνύεται μὲ τὸ λάλον μινύρισμα τῶν κοσσύφων. Ἡ θεια-Μολώτα, ἀφοῦ ἔπιεν ἄφθονον νερόν, ἀφήσασα εὐφρόσυνον στεναγμὸν ἀναψυχῆς, ἐκάθισεν ἐπὶ χθαμαλοῦ βράχου διὰ νὰ ξαποστάσῃ. Αἱ δύο ἄλλαι ἔβαλαν εἰς τὴν βρύσιν, παρὰ τὴν ρίζαν τοῦ δένδρου, τὶς στάμνες καὶ τὰ κανάτια, τὰ ὁποῖα ἔφεραν μαζί των, διὰ νὰ τὰ γεμίσουν. Εἶτα ἀφοῦ ἔπιαν καὶ αὐταὶ νερόν, ἐκάθισαν ἡ μία παραπλεύρως τῆς γραίας, ἡ ἄλλη κατέναντι, κι ἄρχισαν νὰ ὁμιλοῦν. Συνέχεια

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΖΥΗΝΟΣ(1849 – 15 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1896)

βιζυηνος

Σ᾿ αὐτὴ τὴ πρόσκαιρη ζωή μας διατί
νὰ μὴ χαρεῖ τὸ ζωντανὸ τὸ σῶμα;
Ὡς κι οἱ μωροὶ τὸ λέν᾿ πὼς εἴμαστε θνητοί,
πὼς θὰ μᾶς βάλουν μία φορὰ στὸ χῶμα.
Μὰ οὔτ᾿ οἱ δεσποτάδες μας οἱ κορδωτοί,
οὔτε οἱ πλέον διαβασμέν᾿ ἀνθρῶποι
γνωρίζουν τί θὰ γίνουμε κατόπι,
αὐτοῦ ποὺ θὲ νὰ πᾶμε…
– Βάλτε νὰ φᾶμε!
– Βάλτε νὰ πιοῦμε!
Γιατὶ αὐτὸ κανεὶς δὲ τὸ ἀμφισβητεῖ:
Φαγεί᾿ καὶ πιεί᾿ ἀλλοῦ δὲ θὰ τὰ βροῦμε!

Ἀνέλπιστα γυρνᾷ τῆς Τύχης ὁ τροχὸς
κι ὁ Χρόνος ποὺ περνᾷ δὲ στρέφει πίσω.
Τῆς χθὲς ὁ Κροῖσος εἶναι σήμερα φτωχὸς
κι ἐγὼ ὁ νέος αὔριο θ᾿ ἀσπρίσω.
Αὐτὰ τὰ ξέρουν ὅλοι πλέον εὐτυχῶς
κι ὅμως πολλοὶ στεροῦνται καὶ νηστεύουν!
Θὰ ἐλαφρύνουν τάχα γιὰ ν᾿ ἀνέβουν
αὐτοῦ ποῦ θὲ νὰ πᾶμε;…
-Βάλτε νὰ φᾶμε!
-Βάλτε νὰ πιοῦμε!
Γιατὶ ὡς κι οἱ τρελλοὶ τὸ ξέρουν, δυστυχῶς,
Φαγεί᾿ καὶ πιεί᾿ ἀλλοῦ δὲ θὰ τὰ βροῦμε!

Κι ὅποιος μιὰ κόρη, μίαν ὡραίαν ἀγαπᾷ,
ἂς τῆς χαρεῖ τὰ πρῶτα-πρῶτα κάλλη.
Λῦπες κι ἀρρώστιες θὰ τῆς πάρουν τὰ λοιπά,
καὶ θὰ τοῦ μείνει μόν᾿ ἡ παραζάλη.
Αὐτὸ στ᾿ ἀφτὶ καλὰ βεβαίως δὲ χτυπᾷ.
Μά, πλὴν αὐτοῦ, ξάφνου προβάλλ᾿ ὁ Χάρος
κι εἰδοποιεῖ: -«Ἀφέντη, μὴ πρὸς βάρος,
κοπιάστενε νὰ πᾶμε!…»
– Βάλτε νὰ φᾶμε!
– Βάλτε νὰ πιοῦμε!
Γιατὶ φαγεί᾿ καὶ πιεί᾿ καὶ κάλλη χαρωπὰ
στοῦ Χάρου τὸ κελλὶ δὲ θὰ τὰ βροῦμε!

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΝ (ΤΗΣ ΧΘΕΣ Ο ΚΡΟΙΣΟΣ ΣΗΜΕΡΑ ΦΤΩΧΟΣ)