Κυριακή Δόλια, Το «εγώ» και το «έτερον» στον Δαρείο του Κ. Καβάφη, Φιλολογική, τ. 81

DariusIOfPersia1

«Δαρείος»-Φιλολογική τ. 81

Advertisements

Δ. Ν. Μαρωνίτης, Υπεροψία και μέθη

Μιθριδάτης

Δ.Ν. Μαρωνίτης, Υπεροψία και μέθη (1)

 Οι ποιητές και η ποίηση δεν τα πάνε και τόσο καλά με την τρέχουσα πολιτική και με τους τρέχοντες πολέμους

 

Μιλώντας τις προάλλες για την ακατάσχετη απορρύθμιση που συνεπιφέρει τις μέρες αυτές ο πόλεμος στο Ιράκ, την εντόπισα πρώτα στο ζεύγος «σκέψη – αίσθηση», για να καταλήξω στο άλλο, πρακτικότερο, ζεύγος «έργα – λόγια». Ελεγα λοιπόν ότι ο καταιγισμός γεγονότων και πληροφοριών, έντυπων και ηλεκτρονικών, για το ανήκουστο αυτό μακελειό, παραλύει το μυαλό και παροξύνει μέχρι υπερβολής τις αισθήσεις, υπονομεύοντας έτσι τη στοχαστική και πολιτικά υπεύθυνη κρίση μας. Χειρότερη όμως φαίνεται να είναι η απορρυθμιστική επίδραση του πολέμου στους όρους του δεύτερου ζεύγους, καθιστώντας τώρα χαοτικό το κενό ανάμεσα στα λόγια και στα έργα. Σύνδρομο εύκολα αναγνωρίσιμο τον τελευταίο καιρό τόσο στη συλλογική όσο και στην ατομική συμπεριφορά, ελέγξιμο σε εθνικό αλλά και σε ευρωπαϊκό και διηπειρωτικό επίπεδο.

Στη σχιζοφρενική πάντως αυτή ασυνέχεια και ασυνέπεια ανάμεσα σε έργα και λόγια για τα δρώμενα στο Ιράκ εμπλέκονται, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο: οι εμπόλεμοι αντίπαλοι· οι πολιτικοί όλων των βαθμίδων, από τις τοπικές έως τις ευρωπαϊκές και διεθνείς· οι δημοσιογράφοι κάθε κατηγορίας· οι επιστήμονες, κυρίως των ανθρωπιστικών σπουδών· τέλος, οι συγγραφείς, συμβολικά δηλωμένοι ως ποιητές. Η εμπλοκή διαφέρει κατά περίπτωση, ποσοτικά και ποιοτικά· άλλοτε και αλλού είναι προφανής, άλλοτε και αλλού λανθάνει. Για ευνόητους λόγους θα επιμείνω στους ποιητές, οι οποίοι συχνά πυκνά εγκαλούνται, είτε επειδή στρατεύονται στα πολιτικά και πολεμικά δρώμενα του καιρού τους είτε γιατί, αποφασισμένοι ή αναποφάσιστοι, απέχουν από αυτά.

Πρόσφατα στον Τύπο εμφανίστηκαν κατακριτικά κείμενα και για τις δύο περιπτώσεις, διατυπωμένα μάλιστα με τρόπο προκλητικό και δογματικό. Η αλήθεια είναι ότι οι ποιητές και η ποίηση δεν τα πάνε και τόσο καλά με την τρέχουσα πολιτική και με τους τρέχοντες πολέμους: η τριβή της στράτευσης αφενός και η επιλογή της αποχής αφετέρου δημιουργούν διλήμματα, για τα οποία δεν υπάρχουν μονόδρομες λύσεις. Κάποιοι εξάλλου φαίνεται να πιστεύουν ότι το σόι των ποιητών είναι από τη φύση του αντιπολεμικό ή απόλεμο, και μόνο αυτή η διαχωριστική γραμμή μεταξύ τους αναγνωρίζεται ως ισχύουσα και νόμιμη. Τα υπόλοιπα, λένε, είναι εκ του πονηρού.

Σ’ αυτή την υπόθεση, όπως προηγουμένως την απλοποίησα, υπάρχει κάτι σοβαρό, κάτι σοβαροφανές, αλλά και κάτι ευτράπελο. Και τα τρία προκύπτουν κατά τη γνώμη μου από την αφύσικα απορρυθμισμένη σχέση λόγων και έργων σε περίοδο και περίπτωση πολέμου. Γεγονός που ιδιοφυώς το συνέλαβε και το αποτύπωσε σε ένα ποίημά του ο Κωνσταντίνος Καβάφης. Ο λόγος για τον απαστράπτοντα ειρωνικώς «Δαρείο», το πολιτικότερο ίσως πόνημα του αλεξανδρινού και ένα από τα αρτιότερα κατορθώματα της ώριμης δημιουργικής φάσης του.

Θυμίζω πρώτα τα αναφαίρετα στοιχεία ταυτότητας του ποιήματος. Ο καβαφικός «Δαρείος» συντίθεται το 1917 και δημοσιεύεται το 1920. Αποτελεί επομένως στοχαστικό απόσταγμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, στην εμπειρία του οποίου, λοξά έστω, παραπέμπει. Ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα του ποιήματος επιτρέπουν, πιστεύω, να το επιγράψουμε με τους επόμενους, εναλλακτικούς και συμπληρωματικούς, τίτλους: ποίημα εν πολέμω· ποιητής εν πολέμω· πόλεμος εναντίον ποιήσεως· ποίησις εναντίον πολέμου. Πλήρης λοιπόν η σκηνοθεσία της ανταγωνιστικής συνύπαρξης των δύο όρων που μας ενδιαφέρουν.

Σκηνοθεσία μάλιστα πονηρά διπλασιασμένη ως προς τα παραστατικά της στοιχεία. Γιατί πίσω από τον επώνυμο ποιητή Φερνάζη, που εμφανίζεται στο προσκήνιο του ποιήματος, υποκρύπτεται ως υποβολέας ο ποιητής Καβάφης. Κάτω από το ασυντέλεστο, λόγω πολέμου, ποίημα του Φερνάζη, συντελείται, εις βάρος του και προς έλεγχό του, το ποίημα του Καβάφη. Ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο παράλληλα κάτοπτρα πολλαπλασιάζεται το επίμαχο θέμα, με εξέχουσες δύο γνωμικές αιχμές: η μία (υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος) κολλάει καλά στον μεγαλομανή πλανητάρχη του καιρού μας· η άλλη (Μέσα σε πόλεμο – φαντάσου ελληνικά ποιήματα) συμπάσχει ειρωνικά με την κακή τύχη των ποιημάτων και των ποιητών σε ώρα πολέμου. Το πράγμα αξίζει περισσότερο ψάξιμο.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:  http://www.tovima.gr/06/04/2003

 

Υπεροψία και μέθη (2)

 

Το έπος (και ο νεότερος απόγονός του: το μυθιστόρημα) συχνά πυκνά υποδέχεται ως θέμα του τον πόλεμο

 

Αν δεχτούμε ότι η ποίηση συστήνει τον λόγο στην πυκνότερη θετική εκδοχή του και ο πόλεμος το έργο στην πυκνότερη αρνητική του έκφραση, τότε εξηγείται η ακραία αντιπαθητική σχέση ποίησης και πολέμου, με αποτέλεσμα ο ένας όρος να αντιστρέφει και να αντιμάχεται τον άλλο. Τούτο δεν αποκλείει ωστόσο τη γραμματολογική κυρίως διασταύρωσή τους. Απόδειξη: το έπος (και ο νεότερος απόγονός του: το μυθιστόρημα) συχνά πυκνά υποδέχεται ως θέμα του τον πόλεμο· αλλά και οι κατά καιρούς αρχηγικοί πολεμιστές επιζητούν και απολαμβάνουν την ποιητική καταξίωση των πολεμικών κατορθωμάτων τους. Αυτή η διπλή (αντιφατική και συνάμα συμφατική) πλοκή ποίησης και πολέμου προβάλλεται με ειρωνικό τρόπο στον καβαφικό «Δαρείο», τον οποίο επέλεξα την περασμένη Κυριακή ως καταλυτικό παράδειγμα απορρύθμισης της συνάφειας ανάμεσα στα λόγια και στα έργα εξαιτίας του αποτρόπαιου πολέμου στο Ιράκ.

Με τους όρους αυτούς πρότεινα να τιτλοφορηθεί ο «Δαρείος» του Κ. Π. Καβάφη (ένα από τα ωριμότερα κατορθώματα του αλεξανδρινού και μάλλον το πολιτικότερο) εναλλακτικώς ως: ποίημα εν πολέμω· ποίησις εναντίον πολέμου· πόλεμος εναντίον ποιήσεως· ποιητής εν πολέμω. Πρόκειται για συμπληρωματικά ζεύγη, που συμπλέκονται σταυρωτά μεταξύ τους, καθώς εξελίσσεται και περατώνεται το διφορούμενο αυτό ποίημα. Ο διφορούμενος εξάλλου τρόπος της προκείμενης διαπλοκής ενισχύεται, όπως έγραφα, και με τον αναδιπλασιασμό προσώπων και θεμάτων: πλασματικός ποιητής ο Φερνάζης, πραγματικός ποιητής ο Καβάφης, που υποδύεται τον υποβολέα του Φερνάζη· ανεκτέλεστο λόγω της ρωμαϊκής εισβολής το έπος που επιχειρεί ο Φερνάζης, συντελεσμένος ο καβαφικός «Δαρείος», ως, αλληγορικό έστω, σχόλιο και του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Αλλά και η διασημότερη απόφαση του ποιήματος υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος τελικώς διαχέεται από τον Δαρείο εντός και εκτός του ποιήματος, για να επιστρέψει στον ίδιο τον Φερνάζη, υπογραμμίζοντας την ποιητική του ιδεοληψία, από την οποία δεν μπορεί, και δεν θέλει, να απαλλαγεί, όσο και αν γύρω του μαίνεται η συλλογική ταραχή και κυριαρχεί το ακατάσχετο πια κακό του πολέμου.

Διφορούμενος εξάλλου ελέγχεται γενικότερα ο Φερνάζης, καθώς η ποιητική του εμμονή και η αντιπολεμική του αντίδραση υποβάλλονται μέσα στο ποίημα από τον Καβάφη με μείγμα συγκαταβατικής συμπάθειας και υπομονομευτικού σαρκασμού. Καθώς έγραφα άλλοτε και αλλού (στα δίσεχτα χρόνια της χούντας, προτείνοντας το ποίημα ως υπόδειγμα ποιητικού και πολιτικού ρεαλισμού), ο Φερνάζης εύκολα διαβάλλεται για διπλοπροσωπία. Τρία αποδεικτικά παραδείγματα:

α) Αυλικός ποιητής (έλληνας ή ελληνομαθής) βρίσκεται στην υπηρεσία του Μιθριδάτη. Πρόκειται για αξιοπρεπή ποιητή ή για αυλοκόλακα; β) Ο Φερνάζης το παίζει φιλοσοφημένος και φιλόσοφος ποιητής, που ψάχνει τα εναλλακτικά αισθήματα και κίνητρα του Δαρείου, όταν παρέλαβε τη βασιλεία των Περσών. Είναι όμως αυτή η στοχαστική του εμβρίθεια πράγματι σοβαρή ή σοβαροφανής; γ) Με την εισβολή του πολέμου μέσα στο ποίημα, ο Φερνάζης ταλαντεύεται ανάμεσα στην αποστολή του ως ποιητή και στο καθήκον του ως πολίτη. Μένει ενεός, αδημονεί, σαρκάζει και σαρκάζεται, εξισώνοντας την ποιητική του ανασφάλεια με την πολεμική ανασφάλεια της χώρας του. Πρόκειται για συμμετοχική αγωνία ή για ιδιοτελή πανικό;

Κανένα από τα τρία προηγούμενα ερωτήματα δεν επιδέχεται κατά τη γνώμη μου μονοσήμαντη απάντηση. Η αμφιβολία είναι εδώ εμπρόθετη, σκηνοθετημένη επιδέξια από τον Καβάφη, και δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να αναιρεθεί. Ο Φερνάζης εμφανίζεται επίτηδες μετέωρος μεταξύ ποίησης και πολέμου. Η εκκρεμότητά του εξεικονίζει επακριβώς την απορρύθμιση που συνεπάγεται η εισβολή του πολέμου στην περιοχή της ποίησης, και αντιστρόφως. Σ’ αυτή την αιφνίδια απορρύθμιση ενδίδει ο ποιητής Φερνάζης, όπως εξάλλου συμβαίνει συχνά με τους περισσότερους ομοτέχνους του σε ανάλογες περιστάσεις. Πίσω ωστόσο από τον ενδοτικό Φερνάζη στέκει ειρωνικά ανένδοτος ο ίδιος ο Καβάφης. Θα συνεχίσω.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: http://www.tovima.gr/13/04/2003

 

 

Ενδεικτικές απαντήσεις στα θέματα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (2012)

Οι ενδεικτικές απαντήσεις είναι αυτές που στάλθηκαν από την Κεντρική Επιτροπή Εξετάσεων.

Α1.

Πεζολογία: καθημερινό λεξιλόγιο (κάπως ξέρεις…), ανισοσύλλαβος στίχος, ανισόστιχες στροφές, απουσία ομοιοκαταληξίας

Ιδιότυπη γλώσσα: ιδιωματισμοί (κάμνουνε), λόγιες λέξεις (εις σέ, Ποιήσεως, του άλγους, έν Φαντασία καί Λόγω, κ.ά.)

Σύμβολα: φάρμακα, μαχαίρι, πληγή, κ,ά.

Β1.

Ο μακροσκελής τίτλος σε σχέση με το ποίημα δίνει την εντύπωση κάποιας ιστορικότητας. Χωρίζεται με την άνω τελεία σε δυο άνισα μέρη: Το α’ μέρος πληροφορεί:

• για το συναίσθημα ενός προσώπου

• για το πρόσωπο: Ιάσων Κλεάνδρου

• για την ιδιότητα του προσώπου: ποιητής

• για το χώρο: Κομμαγηνή (βλέπε σχόλιο σχολικού βιβλίου)

Το Β΄ μέρος υποστηρίξει, συμπληρώνει και δίνει έμφαση στην εποχή των ανακατατάξεων

Με τον τίτλο ο ποιητής αποδίδει το συναίσθημα στον ανύπαρκτο Ιάσωνα: 1) για να μην ομολογήσει την προσωπική θλίψη, 2) για να προσδώσει διαχρονικότητα στη θλίψη από τη γήρανση και τον ιαματικό χαρακτήρα της τέχνης, 3) για να αποστασιοποιηθεί από το προσωπικό του βίωμα και να το περιγράψει αντικειμενικά, 4) για να το συγκεκριμε­νοποιήσει αποδίδοντάς το σε επώνυμο πρόσωπο και μάλιστα ομότεχνο, 5) για να σχολιάσει την εποχή του ανατρέχοντας στο παρελθόν, 6) για να απαλλάξει τη λέξη «μελαγχολία» από τις ρομαντικές και συμβολιστικές υπερβολές.

Β2

• α’ ενικό πρόσωπο: εξομολογητικός χαρακτήρας

• β’ ενικό πρόσωπο: θεατρικότητα

• μεταφορές (πληγή, μαχαίρι,  κ.ά.): υπαινικτική απόδοση του πόνου

• προσωποποίηση (Ποιήσεως, Φαντασία, Λόγω): θεοποίηση, μαγικές ιδιότητες, έμφαση

• αναστροφή και υπερβατό (νάρκης του άλγους δοκιμές): έμφαση στην νάρκωση του πόνου

• υπαλλαγή (φριχτό μαχαίρι αντί φριχτή πληγή): έμφαση στην καταλυτική δύναμη της φθοράς του χρόνου

• επανάληψη   λέξεων   (πληγή   και   μαχαίρι):   επίταση του πόνου

• επανάληψη του δεύτερου στίχου στον έβδομο για έμφαση.

Γ1

• Απόγνωση του ποιητικού υποκειμένου

• Προσφυγή στην προσωποποιημένη τέχνη και αιτιολόγησή της

• Τα ιαματικά φάρμακα: αμφίσημη λέξη – φαρμάκια

• Τα μέσα της ποιήσεως: Φαντασία, Λόγος

• Μείωση της απολυτότητας των απόψεων.

Δ1

Ομοιότητες

• Ποιήματα για την ποίηση.

• Ο εξομολογητικός χαρακτήρας

• Η βιωματικότητα

• Η φθορά του χρόνου (τό γήρασμα του σώματος …, στην ήλικία μου χιονίζει … )

• Ο πόνος (πληγή άπό φριχτό … , τον πόνο)

• Οι ιατρικοί όροι (φάρμακα, επίδεσμοι)

• Η άμυνα απέναντι στη φθορά (εις σέ προστρέχω, σα νάθελα νά προφυλαχτώ )

• Η μοναξιά και η απόγνωση (Δέν εχω έγκαρτέρησι καμιά, ανάμεσά σας, κι ολομόναχος)

• Η επιδίωξη των δημιουργών (νεότητα και υστεροφημία, αιωνιότητα και ακατόρθωτο)

Διαφορές

• Αφηγητής: προσωπείο – αυτοβιογραφικός

• Πρόσωπα: στη «Μελαγχολία…» το ποιητικό υποκείμενο διαλέγεται με την Ποίηση, στην «Αυτοβιογραφία» με τους πολλούς

• Στη «Μελαγχολία…» προσωποποιούνται έννοιες, στην «Αυτοβιογραφία» τα πρόσωπα είναι υπαρκτά

• Το    ποιητικό    υποκείμενο    στη    «Μελαγχολία.,,» δεν παραιτείται από τη ζωή, ενώ στην «Αυτοβιογραφία»  την απαρνιέται (αναχωρητής)

• Επίσης, στη «Μελαγχολία…» η ποίηση παρουσιάζεται ως χρήσιμη, ενώ αυτό δεν συμβαίνει στην «Αυτοβιογραφία»

Τα θέματα στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (2012)

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ
Γ΄ ΤΑΞΗΣ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ Δ΄ ΤΑΞΗΣ ΕΣΠΕΡΙΝΟΥ
ΓΕΝΙΚΟΥ ΛΥΚΕΙΟΥ
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 25 ΜΑΪΟΥ 2012
ΕΞΕΤΑΖΟΜΕΝΟ ΜΑΘΗΜΑ: ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ

ΚΕΙΜΕΝΟ
Κωνσταντῖνος Καβάφης
Μελαγχολία τοῦ Ἰάσωνος Κλεάνδρου
ποιητοῦ ἐν Κομμαγηνῇ· 595 μ.Χ.
Τό γήρασμα τοῦ σώματος καί τῆς μορφῆς μου
εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαῖρι.
Δέν ἔχω ἐγκαρτέρησι καμιά.
Εἰς σέ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάπως ξέρεις ἀπό φάρμακα·
νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμές, ἐν Φαντασίᾳ καί Λόγῳ.

Εἶναι πληγή ἀπό φρικτό μαχαῖρι. ⎯
Τά φάρμακά σου φέρε Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάμνουνε ⎯ για λίγο ⎯ νά μή νοιώθεται ἡ πληγή.
(1921)

ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ
Α1. Τρία από τα βασικά γνωρίσματα της ποίησης του
Κ. Καβάφη είναι η πεζολογία, η ιδιότυπη γλώσσα και
η χρήση συμβόλων. Για το κάθε ένα από τα παραπάνω
γνωρίσματα να γράψετε ένα αντίστοιχο παράδειγμα
από το ποίημα που σας δόθηκε.
Μονάδες 15
Β1. Στο ποίημα, σύμφωνα με τον Στέφανο Διαλησμά,
«έχουμε ένα δυσανάλογα μεγάλο τίτλο (με προσεκτικά
τοποθετημένη στίξη, ώστε να προβάλλει τα μέρη από
τα οποία απαρτίζεται) που υποστηρίζει και
συμπληρώνει ποικιλοτρόπως το ποίημα».
Να τεκμηριώσετε την παραπάνω άποψη
αιτιολογώντας τη συγκεκριμένη επιλογή του τίτλου
από τον ποιητή.
Μονάδες 20
Β2. Να επισημάνετε στο ποίημα τέσσερα διαφορετικά
εκφραστικά μέσα (μονάδες 8) και να ερμηνεύσετε τη
λειτουργία τους (μονάδες 12).
Μονάδες 20
Γ1. Να σχολιάσετε τους παρακάτω στίχους σε ένα κείμενο
100-120 λέξεων:
Εἰς σέ προστρέχω Τέχνη τῆς Ποιήσεως,
πού κάπως ξέρεις ἀπό φάρμακα·
νάρκης τοῦ ἄλγους δοκιμές, ἐν Φαντασίᾳ καί Λόγῳ.
Μονάδες 25
Δ1. Να συγκρίνετε ως προς το περιεχόμενο το ποίημα του
Κ. Καβάφη Μελαγχολία τοῦ Ἰάσωνος Κλεάνδρου
ποιητοῦ ἐν Κομμαγηνῇ· 595 μ.Χ. με το παρακάτω
ποίημα του Τ. Λειβαδίτη Αυτοβιογραφία, εντοπίζοντας
(μονάδες 5) και σχολιάζοντας (μονάδες 15) τρεις
ομοιότητες και δύο διαφορές μεταξύ των δύο
ποιημάτων.
Μονάδες 20

Τάσος Λειβαδίτης,  Αυτοβιογραφία
Ἄνθρωποι ποὺ δὲ γνώρισα ποτὲ μοῦ δώσαν τὸ αἷμα μου καὶ
τ’ ὄνομά μου,
στὴν ἡλικία μου χιονίζει, χιονίζει ἀδιάκοπα
μιὰ κίνηση πάντα σὰ νἄθελα νὰ προφυλαχτῶ ἀπὄνα
χτύπημα
δίψασα γιὰ ὅλη τὴ ζωή, κι ὅμως τὴν ἄφησα
γιὰ ν’ ἁρπαχτῶ ἀπ’ τὰ πελώρια ἀγκάθια τῆς αἰωνότητας,
ἡ σάρκα μου ἕνας ἐπίδεσμος γύρω ἀπ’ τὸ αὐριανό μου
τίποτα
κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μὲ βοηθήσει στὸν πόνο μου
ἐκτὸς ἀπ’ τὸν ἴδιο μου τὸν πόνο ⎯ εἶμαι ἐδῶ, ἀνάμεσά σας,
κι ὁλομόναχος,
κ’ ἡ ποίηση σὰ μιὰ μεγάλη ἀλήθεια, ποὺ τὴν ἀνακαλύπτεις
ὕστερ’ ἀπὸ χρόνια,
ὅταν δὲν μπορεῖ να σοῦ χρησιμέψει πιὰ σὲ τίποτα.
Ἐπάγγελμά μου: τὸ ἀκατόρθωτο.
(Τάσος Λειβαδίτης, Ποίηση, τ. 1, Αθήνα, Εκδόσεις Κέδρος,
2003, σ. 429.)

Παράλληλα στο «Μελαγχολία Ιάσωνος Κλεάνδρου…»

 

 

 

 

 

 

Η ψυχές των γερόντων

Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η πτωχές
και πως βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πώς τρέμουν μην την χάσουνε και πώς την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται -κωμικοτραγικές-
μες στα παληά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης

Εκόμισα εις την τέχνη

 Κάθομαι και ρεμβάζω.     Επιθυμίες κ’ αισθήσεις

Εκόμισα εις την Τέχνην—      κάτι μισοειδωμένα,

Πρόσωπα ή γραμμές·   ερώτων ατελών

Κάτι αβέβαιες μνήμες.     Ας αφεθώ σ’ αυτήν.

Ξέρει να σχηματίσει     Μορφήν της Καλλονής·

Σχεδόν ανεπαισθήτως       τον βίον συμπληρούσα,

Συνδυάζουσα εντυπώσεις,     συνδυάζουσα τες μέρες.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης