Σε ποίηση Μανόλη Αναγνωστάκη

Κι θελε κόμη…

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως ἐγὼ
Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω
Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.
Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους
Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία
Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα
Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.
Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,
Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο
Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω
Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω
Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.
Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

Εγγονόπουλος – Αναγνωστάκης

Η πιο εμπεριστατωμένη συγκριτική μελέτη που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό, η οποία εστιάζει στο ιστορικό κυρίως περιβάλλον των δυο ποιημάτων Ποίηση 1948 και Στο Νίκο Ε… 1949, είναι αυτή  της συμβούλου της Β/θμιας Εκπ/σης Πιερίας, κας Ευσεβίας Χασάπη, που δημοσιεύτηκε στο περ. Φιλολογική, στο τεύχος 114.

Η λογοτεχνία ως μικρο-ιστορία. Τα ποιήματα «Ποίηση 1948» του Νίκου Εγγονόπουλου και «Στον Ν. Ε… 1949» του Μανόλη Αναγνωστάκη

Παράλληλο στα ποιήματα «Ποίηση 1948» και «Στο Νίκο Ε…»

― Προδίδετε πάλι την Ποίηση, θα μου πεις,
Tην ιερότερη εκδήλωση του Aνθρώπου
Tην χρησιμοποιείτε πάλι ως μέσον, υποζύγιον
Tων σκοτεινών επιδιώξεών σας
Eν πλήρει γνώσει της ζημίας που προκαλείτε
Mε το παράδειγμά σας στους νεωτέρους.

― Tο τί δ ε ν πρόδωσες ε σ ύ να μου πεις
Eσύ κι οι όμοιοί σου, χρόνια και χρόνια,
Ένα προς ένα τα υπάρχοντά σας ξεπουλώντας
Στις διεθνείς αγορές και τα λαϊκά παζάρια
Kαι μείνατε χωρίς μάτια για να βλέπετε, χωρίς αυτιά
N’ ακούτε, με σφραγισμένα στόματα και δε μιλάτε.
Για ποια ανθρώπινα ιερά μάς εγκαλείτε;

Ξέρω: κηρύγματα και ρητορείες πάλι, θα πεις.
Έ ναι λοιπόν! Kηρύγματα και ρητορείες.

Σαν π ρ ό κ ε ς πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις

Nα μην τις παίρνει ο άνεμος.

(από το Όμως γιατί ξαναγυρίζουμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο, Eρμής 2000)

Ελισάβετ Κεφαλληνού, Νίκος Εγγονόπουλος και πολιτική ηθική, Περιοδικό Περίπλους, τεύχος 50


Έxει διαπιστωθεί από αρκετούς μελετητές ότι η μεταπολεμική γενιά και ιδιαίτερα η πρώτη, είχε αποσιωπηθεί για ολόκληρες δεκαετίες μέχρι το 1974. Τα αίτια αφορούσαν τα ίδια τα έργα των συγγραφέων, λόγω του ιδεολογικού τους προσανατολισμού και του πολιτικού τους περιεχομένου. Την απουσία μιας συγκροτημένης γραμματολογικής-αισθητικής θεωρίας για τη λογοτεχνία της Αντίστασης από την πρώτη μεταπολεμική γενιά είχε ήδη επισημάνει ο Γιώργος Βελουδής. ο οποίος δηλώνει χαρακτηριστικά:
Οι λόγοι της ελληνικής αυτής θεωρητικής έλλειψης πρέπει να ζητηθούν στη σχετική παράδοση της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ειδικότερα στη θεωρητική ένδεια της λεγόμενης Γενιάς του ’30, στη θεωρητική ανωριμότητα του ελληνικού προοδευτικού-εργατικού κινήματος, στην αποπνικτική επενέργεια της Δικτατορίας του Μεταξά εναντίον κάθε κριτικής-θεωρητικής διάθεσης, ίσως όμως και στον αυθόρμητο χαρακτήρα των πρώτων εκδηλώσεων της Αντίστασης. Αρκετά καθυστερημένα από το 1943 και ύστερα, παρουσιάζεται και η θεωρητική οργάνωση της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής έκφρασης της Αντίστασης. (Γ. Βελουδής: 1992).
Είναι γεγονός ότι μέσα στην Κατοχή και τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση το θέμα για το ρόλο της τέχνης και της Λογοτεχνίας είχε τεθεί δυναμικά από του πνευματικούς, νέους κυρίως ανθρώπους. Ως κύριοι εκπρόσωποι της λογοτεχνική ς θεωρίας της Αντίστασης προβάλλονται ο Μ. Αυγέρης, ο Κ. Βάρναλης και ο Ν. Καρβούνης, πιθανότατοι δάσκαλοι των οποίων ήταν ο Μarx, ο Lenin, ο Plechanov και o Belinskij. Το θέμα αυτό ερευνά η Δώρα Μέντη, η οποία επικέντρωσε την έρευνά της στα λογοτεχνικά περιοδικά και κατέγραψε το κλίμα και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής. Στη μελέτη της διαφαίνεται καθαρά ο αγώνας που διεξάγεται μεταξύ των λογοτεχνών για την αναγνώριση της ποιητικής τους συνεισφοράς, αλλά και οι διισταμένες απόψεις τους. Η Δώρα Μέντη διατυπώνει: «Η διαχωριστική γραμμή στη μεταπολεμική λογοτεχνική παραγωγή αναφέρεται στην ύπαρξη δύο πόλων, α) της πολιτικής ένταξης, που αφορμάται από το ιστορικό γεγονός της αντίστασης και λειτουργεί επικαιρικά προς τις ιδεολογικές κατευθύνσεις της αντιστασιακής λογοτεχνίας και β) της δόκιμης λογοτεχνικής ανασύνθεσης της αντίστασης που ωριμάζει με την πάροδο του χρόνου για να δώσει την καλλιτεχνική της έκφραση» (Δ. Μέντη: 1995). Την ίδια στιγμή η «αστική » κριτική θεωρεί τη λογοτεχνική παραγωγή που αναφέρεται στην Αντίσταση, παραγωγή, «χρονογραφημάτων» και «προπαγάνδα της κακιάς ώρας». Είναι εύκολο να αντιληφτεί κανείς ότι οι συζητήσεις για τη λογοτεχνία αυτή την εποχή διεξάγονται μέσα από συγκεκριμένες ιδεολογικές οπτικές γωνίες ενώ δεν τίθενται σχεδόν καθόλου θέμα διαλεκτικής αντιμετώπισης του ζητήματος, υπό την έννοια βέβαια των σφαιρικών συσχετισμών.
Άλλες μελέτες για τη μεταπολεμική ποίηση επισημαίνουν τον έντονο πνευματικό διαχωρισμό της γενιάς αυτής από τη γενιά του ’30. Είναι ολοφάνερο ότι μετά το πόλεμο συντίθενται ένα εντελώς νέο και διαφορετικό λογοτεχνικό «παράδειγμα» από τη μεταπολεμική γενιά, το οποίο χαρακτηρίζεται από νέες εκφράσεις και αντιλήψεις και εκφράζεται με μια ανανεωμένη ποιητική γλώσσα, αποκομμένη από το λυρισμό της προηγούμενης. Η μεταπολεμική γενιά εξέφρασε την πνευματική της ενδοχώρα αποδίδοντας την ατμόσφαιρα της δικής της εποχής: «εκφράστηκε με το πνεύμα μιας γενιάς που είχε τη δική της υπόσταση» λέει χαρακτηριστικά ο Δ. Μαρωνίτης (Δ. Μαρωνίτης: 1976). Οι μεταπολεμικοί ποιητές είχαν εμπλακεί, οι περισσότεροι, στην πολιτική του τόπου και είχαν συμμετάσχει στις περιπέτειες της εποχής. αναγκάσθηκαν, λοιπόν, εκ των πραγμάτων να συσχετίσουν την προσωπική, πολιτική ευαισθησία τους με την ιδεολογική συνοχή και κομματική ορθοδοξία του χώρου που υπερασπίζονταν. Μέσα σε αυτό το συνειδησιακό συσχετισμό, ο Δ. Μαρωνίτης αναγνωρίζει, ωστόσο, ένα βαθύτερο και ουσιαστικότερο στοιχείο στη μεταπολεμική ποίηση: «την ιδιάζουσα, όπως λέει, ποιητική και πολιτική ηθική της». Το στοιχείο αυτό της πολιτικής ηθικής στην ποίηση των μεταπολεμικών ποιητών μπορεί να τεθεί σύμφωνα με άλλους μελετητές όπως ο Ερατοσθένης Καψωμένος ως απάντηση, «στην ιστορική πρόκληση της παγκόσμιας και εμφύλιας σύρραξης, στην ιδεολογική πρόκληση της κοινωνική ς κρίσης, στην αισθητική πρόκληση του παραδοσιακού λυρισμού, αλλά και στη γενιά του ’30» (Ε. Καψωμένος: 1990). Είναι βέβαια φανερό ότι αρκετοί μείζονες ποιητές της γενιάς του ’30 δεν συμφωνούσαν με την ποίηση που αναφερόταν στην επίκαιρη θεματολογία, ούτε με τον τρόπο που οι νέοι ποιητές κατέγραφαν τις προσωπικές κοινωνικοπολιτικές εμπειρίες τους. Ο Kώστας Παπάς στην πρόσφατη μελέτη του για την ποίηση του Τίτου Πατρίκιου, αναφέρει πως, οι μεταπολεμικοί ποιητές βρήκαν πολλά εμπόδια στον καθαρά ποιητικό τους δρόμο και «αντιμετωπίστηκαν από τους πρεσβύτερους ποιητές και κριτικούς, κυρίως, της γενιάς του ’30 με μια στάση που πήγαινε από την αδιαφορία ως την ανοιχτή εχθρότητα» (Κ. Παπάς: 1990). Η απουσία, εξάλλου, του Οδυσσέα Ελύτη από την Ελλάδα και η διαμονή του στο εξωτερικό, ίσως, να δηλώνει αυτή ακριβώς την αποδοκιμασία για την κατάσταση που διαδραματιζόταν στον ελληνικό πνευματικό χώρο αυτή την εποχή. Μια κατάσταση που εκφράζεται υπαινικτικά στην ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη:
Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου με τα ποιήματα
που ταξιδεύουν σ’ ασήμαντα νησιά για να ξυπνήσουν την ευαισθησία μας
Τα κορίτσια που ερωτεύονται την ίδια τους μορφή στον καθρέφτη
και προσμένουν να λικνίσουν τ’ αβρά όνειρά τους.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, η διαφορετική φωνή και φυσιογνωμία του Νίκου Εγγονόπουλου ταράζει ποικιλότροπα το χώρο με τη ρηξικέλευθη υπερρεαλιστική ποιητική υφή της. Για έναν άνθρωπο, του οποίου το πνεύμα της καθολικής εποπτείας, γύρω από τα κοινωνικά, πνευματικά, ιστορικά και λογοτεχνικά δρώμενα ήταν στάση και αντίληψη ζωής, η αναφορά και η γνώμη του για τα εκτυλισσόμενα γεγονότα γύρω του αποκτούσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Είναι γεγονός ότι η μεγάλη μεταβατική περίοδος, που διήνυε η ανθρωπότητα σταθερά από τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, είχε ήδη αρχίσει να πραγματοποιείται σταδιακά πριν το πόλεμο, στοιχείο που διαφαίνεται καθαρά στην ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου, από τις πρώτες ποιητικές του συλλογές, όπου το ανατρεπτικό πνεύμα και το απαράμιλλο ύφος διακατέχει το έργο του μέσα στην εποχή της μεταξικής δικτατορίας. Το ποίημα «Μπολιβάρ», γράφεται υπό διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες και αντιπροσωπεύει ως σήμερα την πεμπτουσία της ποιητικής του γραφής. Ο Εγγονόπουλος διαπλάθει εκεί έναν νέο ύμνο για την ελευθερία όπου με επικολυρικό κυρίως ύφος υμνεί το πνεύμα της συνειδησιακής ελευθερίας και της αντίστασης, ενώ θέτει ερωτήματα για την καθολικότερη μοίρα της ανθρωπότητας. Μετά το «Μπολιβάρ» ο ποιητής συνέχισε το έργο του με το ίδιο πνεύμα ανατρεπτικότητας, η οποία διαποτιζόταν, ωστόσο, από το όραμα ενός ευαίσθητου στοχασμού που εκφράστηκε στη γλώσσα του υπερρεαλισμού. Η γλώσσα του υπερρεαλισμού είναι από τη φύση της ανατρεπτική και επαναστατική, δηλώνει την αέναη επανάσταση και ενεργεί ώστε να επιφέρει μια «κρίση συνείδησης». Έτσι την εποχή αυτή η υπερρεαλιστική γραφή του Εγγονόπουλου δίνει έκφραση στον αγώνα εναντίον της επιβολής κάθε καταπίεσης και επιστρέφει, μετά τον «Μπολιβάρ», στο πρώιμο υπερρεαλιστικό του ύφος με σκοπό να δηλώσει με τρόπο κωδικοποιημένο για τα πολιτικά τεκταινόμενα της εποχής. Η γραφή αυτή θεωρήθηκε απαραίτητη τη μεταπολεμική και μετεμφυλιακή εποχή, όχι μόνο για να σκιαγραφήσει το περιβάλλον, τις ιστορικές συνθήκες και την κοινωνική, τραγική πραγματικότητα, αλλά για να δηλώσει το χάος και τον κατακερματισμό των συνειδήσεων, όπως αυτές διαμορφώθηκαν τη συγκεκριμένη αυτή εποχή.
Το υπερρεαλιστικό ύφος, ωστόσο, οικειοποιήθηκαν και οι ποιητές της μεταπολεμικής περιόδου για να εκφράσουν, κάτω από το βάρος των ειδικών περιστάσεων, καλυμμένα, τα γεγονότα της ιστορική ς συγκυρίας. Ο αναθεωρημένος υπερρεαλισμός η «νεοϋπερρεαλισμός», όπως ονομάσθηκε αργότερα χαρακτηρίζεται από «περισσότερη ευκρίνεια» διευκολύνοντας τις περιπλανήσεις του αναγνώστη στο λαβύρινθο του ασυνείδητου (Μ. Μερακλής: 1974). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι ο αναβιωμένος υπερρεαλισμός συνέπιπτε με τα σκληρά κατοχικά χρόνια της βίας, της καταδίωξης, της λογοκρισίας και του φόβου. Η κατάσταση αυτή προωθούσε μια «κρυπτική και υπαινικτική ενδοστρέφεια» η οποία συνυφασμένη με την υπερρεαλιστική ανατροπή και απόκλιση του λόγου από τις καθιερωμένες λογοτεχνικές συμβάσεις συντελούσε στη δημιουργία ποίησης η οποία χαρακτηριζόταν από την αίγλη της πολιτικής ηθικής, όπως προαναφέραμε. Η ποίηση του Νίκου Εγγονόπουλου, μετά τον «Μπολιβάρ», έρχεται να ενταχτεί μέσα στο κλίμα της μεταπολεμικής ποίησης και να χαρακτηριστεί από την ίδια πολιτική ηθική, παρ’ όλο που δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ανήκει στη στρατευμένη τέχνη. Η ποίηση του Εγγονόπουλου, όμως, μετά το 1944, συγγενεύει σαφώς ως προς τη θεματολογία, τους εκφραστικούς λογότυπους και την εικονοπλασία με εκείνη των ποιητών της μεταπολεμικής γενιάς.
Ο Εγγονόπουλους, είναι γνωστό πλέον, υπήρξε αντισυμβατικός τόσο στη ζωή, όσο και στην τέχνη εφόσον τον χαρακτήριζε μια έντονη αντίθεση προς τους αποδεκτούς και συμβατικούς κανόνες, η οποία εκδηλώθηκε και εκφράστηκε πειστικά σε όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής του σταδιοδρομίας, τόσο ως ποιητή όσο και ως ζωγράφου. Βέβαια δεν συμμετείχε ενεργά στη διεξαγωγή του ένοπλου αντιστασιακού αγώνα, αλλά η στάση του απέναντι στις πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις μπορεί να θεωρηθεί, μέσω της τέχνης, ως μαρτυρία μιας παθητικής αντίστασης στην οποία αναγνωρίζεται ο έμμεσος αντίκτυπος της ιστορικής στιγμής. Ο Νίκος Εγγονόπουλος, εξάλλου, σύμφωνα με μαρτυρία της Λένας Εγγονοπούλου, ήταν ο πρώτος που υιοθέτησε και καθιέρωσε στη λογοτεχνία τη λέξη «εμφύλιος» για τον ένοπλο αγώνα μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων ομάδων, την ίδια στιγμή που όλοι γύρω του μιλούσαν για «ανταρτοπόλεμο» και «συμμοριτοπόλεμο», στοιχείο, βέβαια, που σηματοδοτεί και την πολιτική του θέση.
Η πρόθεση του ποιητή να μιλήσει με μια νέα γλώσσα, μετά τον «Μπολιβάρ» γνωστοποιείται με το πρώτο ποίημα της συλλογής «Επιστροφή των Πουλιών», (1946) «Φωνές», στο οποίο παρατηρείται η ανατροπή της συμβατικής έννοιας των λέξεων. Ενώ όμως μας διαβεβαιώνει ότι οι φωνές «λεν το κάθε τι με τ’ όνομά του», στην ουσία ανατρέπει την καθιερωμένη σημασία τους και ονομάζει, του λιμανιού τα μαύρα τα νερά, λυχνάρι», το «θάνατο, μουσική μέσ’ τα μηνίγγια», και τα «κλαμένα μάτια, φίλη», ενώ παράλληλα υιοθετεί το προσωπείο του Κωνσταντινοπολίτη ποιητή Αλέξανδρου Κάλφογλου.

Γιατί ο μέγας ποιητής Κάλφογλου δεν εχρησιμοποίησε πραγματικά εδώ παρά σαν πρόσχημα, ένα απλό πρόσχημα. Καθότι κι ο ποιητής και το άγαλμα και το μικρό παιδί και η αγχόνη που είπα, δεν ήταν παρά εγώ, μόνο εγώ, ο ίδιος, ίσως σε παλαιούς, ίσως ακόμα και σε πρόσφατους, σε πολύ πρόσφατους καιρούς.

Στην ίδια συλλογή τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν μετά τον πόλεμο. αλλά στη διάρκεια του εμφυλίου το στοιχείο που επικρατεί είναι το αίμα σε στενή σχέση και συνάρτηση με τη φύση. Μια φύση όμως άγρια, τραχιά και απειλητική συνυφασμένη με την τραγική πραγματικότητα των ανθρώπινων συνειδήσεων.

Τα πουλιά φώναζαν τρομαγμένα. Λαμαρίνες σφύριζαν στον αγέρα, καθώς τις επαράσερνε ο σφοδρός τούτος άνεμος πάνω από τις στέγες των αποθηκών. Κάθε τι εσαρώνετο σ’ αυτήνα τη φοβερή οργή Κυρίου: από τα υπερήφανα παλάτια με τις καμάρες ίσαμε την πιο ταπεινή προσευχή του σκαφτιά.

Οι εικόνες αυτές της αγριότητας και της συνεχούς απειλής, οι οποίες ταυτίζονται με τον κίνδυνο και την καταστροφή που είναι δυνατόν να επιφέρουν τα στοιχεία της φύσης στη φοβερότερη μορφή τους, ήταν κοινός τόπος έκφρασης αρκετών μεταπολεμικών ποιητών, και παρατηρείται έντονα στην ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου, του Γιώργου Λίκου, Τίτου Πατρίκιου, έχει δε ήδη επισημανθεί από τον Ερατοσθένη Καψωμένο. Το αίμα, επίσης, εκδηλώνεται είτε ως θυσία υποχρεωμένη εκ των πραγμάτων να συμβεί για να επιφέρει αναδημιουργία και αναθεωρημένη ελπίδα είτε ως αρχετυπικές αναφορές ανακύκλωσης. του θανάτου και της ζωής. ωστόσο είναι φανερό ότι το αίμα υποδηλώνει ειδικά αυτή την εποχή, την άδικη αιματοχυσία του αδελφικού σπαραγμού. Το ίδιο παρατηρούμε και στην ποίηση των μεταπολεμικών ποιητών, Έκτορος ο Κακναβάτου, Μίλτου Σαχτούρη καθώς και των Γιάννη Ρίτσου και Αγγέλου Σικελιανού.
Το αποκορύφωμα της ευαισθησίας, της αποδοκιμασίας, και της αυτοσυνειδησίας, στοιχεία που δηλώνουν ακόμα μια φορά τη πολιτική ηθική του Νίκου Εγγονόπουλου, αποτελεί το ποίημα «Ποίηση 1948», όπου σημειώνει την αδυναμία του να εκφράσει με λόγια την τραγωδία που ξετυλίγεται γύρω του και έτσι παραβολικά εξομοιώνει τη διαδικασία της ποιητικής γραφής με τη διαδικασία γραφής αγγελτηρίων θανάτου.
Τούτη εποχή
του εμφύλιου σπαραγμού
δεν είναι εποχή
για ποίηση
και άλλα παρόμοια:
σαν πάει κάτι
να
γραφή
είναι
ως να
γραφόταν
από την άλλη μεριά
αγγελτηρίων
θανάτου
γι’ αυτό και
τα ποιήματά μου
είν’ τόσο πικραμένα
(και πότε — άλλοτε — δεν ήταν)
κι είναι
— προ πάντων —
και τόσο
λίγα.

Η μείωση της ποιητικής παραγωγής σε ώρες κρίσιμες και τραγικές για τον ελληνισμό, υπήρξε αντίληψη ζωής για τον Νίκο Εγγονόπουλο. Η επόμενη φάση που διαδέχεται ιστορικά τον εμφύλιο χαρακτηρίζεται από την απογοήτευση και τον προβληματισμό, εκδηλώνεται δε με κείμενα στα οποία αναγνωρίζονται τα βιώματα και οι περιπέτειες των εξορισθέντων και εκδιωχθέντων στα νησιά ή στο εξωτερικό, πολιτικών κρατουμένων, αργότερα δε δόθηκε από τους κριτικούς ο τίτλος «ποίηση της ήττας». Η Μέντη υποστηρίζει ότι η «ετικέτα» της ήττας καθώς και η διαμάχη που σημειώθηκε στη συνέχεια στο χώρο της κριτικής αποτέλεσε την αφετηρία μιας θεωρητικής αντίθεσης που εξελίχθηκε σε πολιτική αντιπαράθεση. Αποτέλεσμα αυτής της αντιπαράθεσης υπήρξε η διαχώριση της μεταπολεμικής λογοτεχνίας σε επίσημη και «θετική» από τη μια μεριά και «μεμψιμοιρούσα» από την άλλη. Έτσι η ποίηση της μεταπολεμικής αυτής περιόδου επικαλύφθηκε, η ουσία της οποίας υποβαθμίστηκε στο χαμηλό επίπεδο της «ηττοπαθούς» αντίδρασης και συμπεριφοράς. Ο Νίκος Εγγονόπουλος την ίδια εποχή αντιδρά με τον μοναδικό τρόπο της σιωπηρής απομάκρυνσης από τα πνευματικά τεκταινόμενα και εμφανίζεται μόνο με το ποίημα «Ατλαντικός». Το ποίημα «Ατλαντικός» μπορεί να ερμηνευθεί ως μια δήλωση σχετικά με τη μεγάλη μεταναστευτική κίνηση του ελληνικού, πληθυσμού που άρχισε μετά τον πόλεμο, με προορισμό τη μόνιμη εγκατάσταση σε διάφορες υπερπόντιες ή και ευρωπαϊκές χώρες. Ακόμη μπορούμε να υποθέσουμε τη συμβολική αναπαράσταση της Ελλάδος ως απροσανατόλιστο καράβι που ταξιδεύει στο άγνωστο.
[…]
κι όμως για λίγο
— πολύ λυπάμαι —
συλλογιστήτε
τι θα γίνουμε
αν δεν υπάρχει
η ξένη γη
τώρα βρισκόμαστε στον Ωκεανό (δηλώνει ο ποιητής).

Την αλληγορία του καραβιού για την Ελλάδα και τον λαό της χρησιμοποιεί, επίσης, και ο Τίτος Πατρίκιος.
Ταξιδεύουμε όλοι μαζί
Καράβι
κατασκευής 1909.

Το 1957 ο Εγγονόπουλος επανέρχεται δριμύτερος στο ποιητικό προσκήνιο με τη συλλογή «Εν ανθηρώ Έλληνι λόγω», βασικός θεματικός άξονας της οποίας είναι η απάντηση στα κρίσιμα ερωτήματα της ποιητικής και της τέχνης έτσι όπως τα έθετε η ελληνική διανόηση. Ο Εγγονόπουλος θα δώσει την απάντησή μέσω ενός λογγίνειου ανθηρού ποιητικού ύφους το οποίο συστοιχεί με το ιδανικό της ελληνικής τέχνης, καθώς ο ίδιος είχε διακηρύξει μιλώντας για τα σημεία επαφής της μοντέρνας τέχνης με το ιδεώδες της ελληνικής. Χωρίς να απαρνηθεί τις αρχές του υπερρεαλισμού, οι οποίες εμφανίζονται ανανεωμένες μετά τον πόλεμο, ο Εγγονόπουλος επιστρέφει στις απαρχές της τέχνης και αναφέρεται στην εξέλιξή της, όπως σημειώνεται στον ώριμο πια και ελεγχόμενο υπερρεαλισμό. Έτσι γνωρίζουμε ότι ο Εγγονόπουλος συνεχίζει να υιοθετεί την υπερρεαλιστική τεχνοτροπία ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί, ως ποιητικό υλικό, τα αιτήματα της ιστορικής συγκυρίας, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι συμβαδίζει απόλυτα με τους μεταπολεμικούς ποιητές. Οι περισσότεροι από τους μεταπολεμικούς ποιητές πέρασαν τη δοκιμασία της εξορίας και δήλωναν με την ποίησή τους την εμπειρία αυτής της δοκιμασίας, δίνοντας βαρύτητα στο κοινωνικοπολιτικό αποτέλεσμα και απευθυνόμενοι στο ιδεολογικά προσκείμενο στην αριστερά κοινό. Ο Εγγονόπουλος από την άλλη μεριά συμμετέχει την ίδια εποχή με τον γνωστό αντισυμβατικό του τρόπο. Ο θάνατος του ποιητή Λόρκα και η κριτική του για τις συνθήκες του θανάτου του, είναι η έμμεση, πλην σαφής, απάντησή του για την ποίηση, τους ποιητές και την τύχη τους. μια απάντηση που δηλώνει ταυτόχρονα και την ηθική της πολιτικής του θέσης για τα διαδραματιζόμενα γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο.
[…]
η τέχνη και η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:
η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε να πεθάνουμε…
μα επιτέλους! πια ο καθείς γνωρίζει
πως
από καιρό τώρα
— και προ παντός στα χρόνια τα δικά μας τα σακάτικα —
είθισται
να δολοφονούν
τους ποιητές.

Οι στίχοι αυτοί έρχονται ως απάντηση στο ποίημα του Μανόλη Αναγνωστάκη «Εκεί», και στην ερώτηση-απορία που θέτει για τον σκοπό και το τέλος της ποίησης, ο οποίος το 1956 έγραφε ότι «η ποίηση δεν είναι πια ο τρόπος να μιλήσουμε», αλλά «ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας». Ο Αναγνωστάκης αμφισβητεί την ικανότητα της ποίησης να εκφράσει μεγάλα ιδανικά και με την ποίησή του υπονοεί μια εκ των ένδον ανατροπή της ιδεολογικής αυτής ποίησης.
Σε τι βοηθά λοιπόν η ποίηση
(αυτή εδώ η ποίηση λέω)
Στα υψηλά σου ιδανικά, στη συνείδηση του χρέους…

Ο Τίτος Πατρίκιος την ίδια στιγμή διατυπώνει με τους στίχους του τη διάσταση μεταξύ λόγου και πράξης, εφόσον «κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα», και «κανένας στίχος σήμερα δεν κινητοποιεί τις μάζες». Το ποίημα του Άρη Αλεξάνδρου «Εισήγηση» μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια σαρκαστική παρωδία μιας φανταστικής κομματικής εισήγησης του Zhdanov, όταν παραδέχεται ότι «η ποίηση είναι μια υπόθεση αντικοινωνική», η οποία «πιστεύει σε λέξεις και ιδεογράμματα, εξομοιώνοντας τα πάντα». Η ποίηση υποστηρίζει, ειρωνικά, ο ποιητής εάν δεν συμβαδίζει με την κοινωνικοπολιτική κατάσταση και αγνοεί τα κομματικά συμφέροντα τότε μετατρέπεται σε κωδικά σχήματα.
Η ποίηση του Εγγονόπουλου την ίδια στιγμή μπορεί να εναρμονίζεται με τη θεματολογία των μεταπολεμικών ποιητών, αλλά ακολουθεί τη μοναδική ιδιάζουσα πολιτική ηθική του, ενώ δεν χαρακτηρίζεται καθόλου από την αίσθηση της «ηττοπάθειας» που είχαν διαγνώσει οι κριτικοί και η οποία είχε γίνει αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Η ποίηση εξακολουθεί να διατηρεί όλη τη συνειδησιακή επαναστατικότητα που εμπεριέχει ο υπερρεαλισμός. Το παρατηρούμε στο ποίημα «Μαρσινέλ», όπου ο ποιητής παροτρύνει τον εργάτη του λόγου, αλλά και τον κάθε είδους εργάτη, να λειάνει το μαχαίρι του — τον λόγο του — και να το στρέψει στο κάθε μορφής καταπιεστή του.
[…] πάρε το μαχαίρι να κόψης ψωμί
παρ’ το μαχαίρι
παρ’ το μαχαίρι σου λέω εργάτη:
Ο Εγγονόπουλος χρησιμοποιώντας τολμηρή εικονοπλασία και ρηξικέλευθη συνειρμική γραφή, παραμένει πιστός στον εαυτό του και στο όραμα της Τέχνης ως επαναστατικής τομής. Ως συνειδητοποιημένος καλλιτέχνης επίσης που έχει κατασταλαγμένες απόψεις για τον ρόλο της τέχνης, αποσαφηνίζει τη θέση των ποιητών και της ποίησης εκείνη την εποχή, που χαρακτηρίζεται από «σακάτικα» χρόνια. ο λόγος του δεν χαρακτηρίζεται από ηττοπάθεια αλλά προβάλλεται κοφτερός σαν τη λεπίδα του μαχαιριού. Το μαχαίρι ως μεταφορά χρησιμοποιεί και ο Άρης Αλεξάνδρου για να εκφράσει την οξύτητα του ποιητικού λόγου. εκφράζει και αυτός, όπως και ο Εγγονόπουλος, τη βιοθεωρητική του στάση η οποία αφορμώμενη από τον ιδεολογικό του προσανατολισμό, συνδέεται με το αίτημα της οργανικής ένταξης του ποιητικού του λόγου στην κοινωνικοπολιτική ζωή.
Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο
[…] σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι ο Εγγονόπουλος συμμετείχε με το έργο του όχι μόνο μέσα στον πόλεμο και τον εμφύλιο, αλλά σε όλη τη διάρκεια της ταραγμένης μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής εποχής, συνεισφέροντας στη λύση των προβλημάτων της εποχής και εκφράζοντας τη δική του πολιτική ηθική. Η φωνή του Νίκου Εγγονόπουλου ωστόσο ενώθηκε ως επανάσταση και διαμαρτυρία, με διαφορετικό ίσως τρόπο, μ’ εκείνες των υπόλοιπων μεταπολεμικών ποιητών όπως του Τίτου Πατρίκιου, του Μανόλη Αναγνωστάκη, του Μίλτου Σαχτούρη, του Έκτορα Κακναβάτου για να εκφράσει με τη γλώσσα του υπερρεαλισμού τον φόβο και την επιθυμία της ανθρώπινης συνείδησης.

Ποίηση 1948 – Στο Νίκο Ε… 1949

Για να καταλάβει κανείς το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα δυο αυτά ποιήματα, είναι απαραίτητο να γνωρίζει για το εμφύλιο πόλεμο.

Το άθρο το Γ. Μαργαρίτη:  ΕΜΦΥΛΙΟΣ: Τι προκάλεσε τη σύγκρουσηπου δημοσιεύτηκε στην εφ. Η Καθημερινή στις 8-3-2009, είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικό:

Σε σύγκριση με τους «κλασικούς» πολέμους, εκείνους δηλαδή που συμβαίνουν μεταξύ κρατών, οι εμφύλιοι πόλεμοι παρουσιάζουν μία σειρά από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Οι «κλασικοί» πόλεμοι, για παράδειγμα, έχουν συνήθως σαφέστατα χρονικά όρια όπου τοποθετούμε την έναρξη και τη λήξη τους, ενώ για τους εμφυλίους αυτά τα στοιχειώδη συνήθως απουσιάζουν. Θα ήταν αυθαίρετο να επιλέξουμε μία συγκεκριμένη ημερομηνία για να τοποθετήσουμε την έναρξη του ελληνικού εμφυλίου, να βρούμε δηλαδή μία αντίστοιχη 28η Οκτωβρίου που, χωρίς αμφισβήτηση, προσδιορίζει την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου στα 1940. Αντίστοιχα προβλήματα έχουμε στον προσδιορισμό της αρχής και του τέλους των περισσότερων από τους εμφυλίους της σύγχρονης εποχής: του ρωσικού, του ισπανικού ή ακόμα του αμερικανικού.

Ετούτη η απλή διαφορά υποκρύπτει άλλες σοβαρότερες. Στους «κλασικούς» πολέμους συναντούμε κάποιους κανόνες ή έστω κάποια εθιμική τελετουργία, καταστάσεις που απουσιάζουν στους εμφύλιους. Οι διπλωματικές και άρα νομικές πράξεις της «κήρυξης πολέμου» ή της «ανακωχής» και της «συνθήκης ειρήνης», μπορούν να εφαρμοστούν σε πολέμους μεταξύ εθνών και συνασπισμών όχι όμως μεταξύ τμημάτων της ίδιας και της αυτής κοινωνίας. Το ζητούμενο σε αυτή τη δεύτερη περίπτωση είναι καίριο και απόλυτο. Ενώ δηλαδή μετά το τέλος ενός κλασικού πολέμου τα έθνη εξακολουθούν να υπάρχουν –ακόμα και αυτό που έχει ηττηθεί και που ίσως κατέχεται στρατιωτικά και κυβερνιέται πολιτικά από τον νικητή του πολέμου– στην εμφύλια σύγκρουση ο στόχος είναι η εκμηδένιση του νικημένου: η επανενοποίηση δηλαδή μιας κοινωνίας που έχει διαρραγεί χωρίς την παρουσία του ηττημένου, χωρίς να υπάρχει χώρος γι’ αυτόν. Με αυτή την έννοια οι εμφύλιοι είναι συνήθως πόλεμοι ολοκληρωτικοί και ως εκ τούτου πολύ πιο σκληροί και αδυσώπητοι από τους «κλασικούς» αντίστοιχους. Δεν μπορούν να αρχίσουν «επίσημα» –άρα με κανόνες– και δεν μπορούν να λήξουν παρά μόνο με την απόλυτη υποταγή του ηττημένου μέρους της κοινωνίας σε εκείνο το οποίο επικράτησε.

Κοινωνικές αιτίες

Για να φθάσουμε σε μία εμφύλια σύρραξη οι αιτίες πρέπει να είναι βαθύτατα κοινωνικές. Η ώς τότε ενιαία κοινωνική και πολιτική δομή να έχει αποδειχθεί απόλυτα ανίκανη να διαχειριστεί και να αμβλύνει τις εσωτερικές της αντιθέσεις και, κατά συνέπεια να πρέπει να καταστραφεί για να αναδομηθεί πάνω σε νέες βάσεις. Για την ελληνική κοινωνία στα μέσα του 20ού αιώνα η καίρια τομή, το ρήγμα –για να μιλήσουμε με όρους σεισμολογίας– που έδωσε τον εμφύλιο «σεισμό» του 1946-1949 βρίσκεται, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις στην κατοχική περίοδο, στα 1941-1944. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου «εκτάκτων συνθηκών» η ενότητα της ελληνικής κοινωνίας διερράγη με τρόπο απόλυτο και χωρίστηκε σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα των οποίων η ενοποίηση μόνο από την διαδικασία του εμφύλιου μπορούσε να γίνει.

Εάν η Μικρασιατική Καταστροφή και η γενικότερη ιστορική συγκυρία την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σήμαναν την σε μεγάλο ποσοστό εξαφάνιση της ελληνικής μεγαλοαστικής τάξης –που αναπτυσσόταν στα έξω από τη χώρα κέντρα– η κατοχή ήταν μία εποχή ανοικοδόμησης ισχυρών οικονομικά, και συνεπακόλουθα πολιτικά, κοινωνικών στρωμάτων. Η εντυπωσιακή συγκέντρωση πλούτου σε όσους ευνοήθηκαν από την «οικονομία του δωσιλογισμού» προκύπτει από πολλές πηγές: αποτυπώνεται, λόγου χάρη, ανάγλυφα στις προσπάθειες της κυβέρνησης Βούλγαρη και των Βρετανών να λύσουν το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας του 1945 φορολογώντας μέρος των περιουσιών που απέκτησαν οι «πλουτίσαντες επί κατοχής». Τα ποσά, τα κεφάλαια, που οι αρμόδιοι κυβερνητικοί επίτροποι εντόπισαν τότε συγκεντρωμένα σε μερικές εκατοντάδες οικογένειες, ήσαν εκθαμβωτικά, εξηγώντας ειδικές οικονομικές λειτουργίες της κατοχικής περιόδου – τη δίψα για χρυσό ή τη μαζική μεταβίβαση ακίνητων περιουσιών.

Οικονομική εξαθλίωση

Από την άλλη πλευρά εξίσου εντυπωσιακή ήταν η οικονομική εξαθλίωση και ο συνεπακόλουθος κοινωνικός και πολιτικός παραγκωνισμός ευρύτατων στρωμάτων του πληθυσμού, αστικού αλλά και αγροτικού (ο τελευταίος είχε και το σισύφειο πρόβλημά του να ανταγωνιστεί την από το εξωτερικό προερχόμενη επισιτιστική βοήθεια). Η στυγνή εκμετάλλευση της εργασίας των κάθε είδους εργαζόμενων της χώρας και η πολύμορφη αρπαγή των προϊόντων του μόχθου τους ή και των περιουσιακών τους στοιχείων αποτελούν σταθερές στην «οικονομία του δωσιλογισμού». Βρισκόμαστε ακριβώς στα χείλη του ρήγματος που «έδωσε» την ένταση του 1944-1946 και τελικά τον εμφύλιο πόλεμο.

Ολα τα υπόλοιπα ήταν θέμα συγκυριών, πολιτικών σχεδιασμών, πολιτικών και στρατιωτικών δυνατοτήτων και του κατάλληλου χρόνου.

Οι πρώτες τουφεκιές των αποκλεισμένων στα βουνά

Μιλώντας για τις πλέον κρίσιμες στιγμές στην ιστορία του ελληνικού εμφυλίου, τίποτε ίσως δεν εντυπωσιάζει περισσότερο από τη στιγμή στην οποία ξεκίνησε. Πραγματικά, το καλοκαίρι του 1945 ελάχιστοι ήσαν εκείνοι που θα θεωρούσαν πιθανή τη διολίσθηση της χώρας σε εμφύλιο πόλεμο. Κανένα από τα στοιχεία που θα επέτρεπαν σε έναν τέτοιο πόλεμο να συμβεί δεν ήσαν εκεί. Η «ομαλοποίηση» της πολιτικής ζωής, δηλαδή η επιστροφή του πολιτικού συστήματος στα 1935, είχε ολοκληρωθεί με τον πλέον ανώδυνο τρόπο για τις συντηρητικές δυνάμεις. Μετά τις εκλογές του Μαρτίου 1946 η κυβέρνηση ανήκε στους Λαϊκούς και στο πολιτικό σκηνικό είχε ολοκληρωθεί η ενσωμάτωση όλων των αντικομμουνιστικών δυνάμεων –ακόμα και εκείνων που προέρχονταν από το δωσιλογικό κράτος της κατοχής– σε ένα ενιαίο πλέγμα εξουσίας.

Η επάνοδος του βασιλιά και η αποκατάσταση της μοναρχίας ήταν θέμα χρόνου, ενώ η κρατική μηχανή, τα σώματα ασφαλείας και ο στρατός είχαν ολοκληρώσει την διαδικασία ενοποίησης με την ένταξη σημαντικών στοιχείων του κατοχικού κράτους στους νέους μηχανισμούς. Τα όπλα, οι στρατιωτικοί μηχανισμοί ανήκαν αποκλειστικά στον κυβερνητικό χώρο και, με περισσότερους των εκατό χιλιάδων ενόπλων, δεν ήσαν ασήμαντα στην ισχύ τους. Στην ύπαιθρο κυριαρχούσαν οι ίδιοι ποικιλώνυμοι παράγοντες των «αντικομμουνιστικών επιτροπών» της κατοχής και, με τις ένοπλες συμμορίες τους ή με την αποκλειστική διαχείριση της υπερπολύτιμης «ανθρωπιστικής βοήθειας» της ΟΥΝΡΑ (του ΟΗΕ) έδειχναν απόλυτοι κύριοι της κατάστασης.

Διώξεις

Το ΚΚΕ και μαζί του όλη η κληρονομιά της Αντίστασης έδειχναν να έχουν αποφασιστικά ηττηθεί. Τα μέλη και οι οπαδοί του ήταν είτε φυλακισμένοι, είτε υπόδικοι, είτε καταζητούμενοι, είτε ανυπεράσπιστα θύματα στις ορέξεις των συμμοριτών της επαρχίας. Οι οργανώσεις τους φυλλορροούσαν και αποκόπτονταν ενώ, η πολύμηνη προσπάθεια για την κατάκτηση της πλειοψηφίας στα εργατικά συνδικάτα, την ΓΣΕΕ, τα κλαδικά σωματεία και τα εργατικά κέντρα, ακυρώθηκε με απλές αποφάσεις Πρωτοδικείων που αντικατέστησαν τις εκλεγμένες διοικήσεις με άλλες, περισσότερο συμπαθείς στους νέους ισχυρούς. Το Γ΄ Ψήφισμα του Ιουνίου 1946, ταυτίζοντας, όπου το επιθυμούσε η όποια νομαρχιακή «Επιτροπή Ασφαλείας» την κομμουνιστική δραστηριότητα με «εσχάτη προδοσία» – για την «απόσπασιν μέρους εκ του όλου της Ελληνικής Επικράτειας»– μπορούσε να στείλει όποιον ήθελε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Για την ακρίβεια από τον Ιούλιο έστελνε κιόλας.

Εκπληξη για όλους

Τότε ξεκίνησε ο εμφύλιος… Οι πρώτες τουφεκιές φαίνεται πως ήταν συνάρτηση της απελπισίας των αποκομμένων –κάτω από το βάρος των διωγμών– «καταδιωκόμενων» στις ορεινές περιοχές. Επρόκειτο για δύο, ίσως, χιλιάδες άτομα σκορπισμένα στις απρόσιτα ορεινές περιοχές της χώρας. Στην πλειοψηφία τους είχαν καταφύγει στα ακατοίκητα τον χειμώνα ορεινά χωριά όπου εφοδιάζονταν από τις οργανώσεις ή τις οικογένειές τους. Το καλοκαίρι του 1946 οι οργανώσεις είχαν διαλυθεί στα μικρά χωριά ενώ τις οικογένειες τις έζωναν στενά οι συμμορίες του παρακράτους και οι Χωροφύλακες και τις διασκόρπζαν οι εξορίες και οι υποχρεωτικές «μετοικήσεις». Η δε επάνοδος των χωρικών στα καλοκαιρινά τους χωριά, κατοικίες και βοσκοτόπια έφερνε μαζί τους Χωροφύλακες και τους παρακρατικούς της «Χ» ή όλων των παραπλήσιων οργανώσεων. Οι «διωκόμενοι» αν ήθελαν να φάνε έπρεπε πλέον να συγκρουστούν, να προασπίσουν τον τελευταίο ζωτικό χώρο που τους είχε απομείνει.

Η μετατροπή των σποραδικών αψιμαχιών του Ιουλίου – Αυγούστου 1946 σε τακτικό εμφύλιο πόλεμο μέσα σε λίγες εβδομάδες αποτέλεσε μία μεγάλη έκπληξη για τους τότε παρατηρητές των ελληνικών πραγμάτων –ειδικά τους Βρετανούς– και εξακολουθεί να μας προβληματίζει στην προσπάθεια κατανόησης των τότε συμβάντων. Προφανώς οι πρώτοι αυτοί πυροβολισμοί ήχησαν ως προσκλητήριο σάλπισμα σε έναν αγροτικό χώρο όπου περίσσευαν η δυσαρέσκεια και το μίσος. Καθώς όμως οι πόλεμοι γίνονται με στρατεύματα και μηχανισμούς μας εντυπωσιάζει η ικανότητα των τότε ανθρώπων να φτιάχνουν τέτοιου είδους «εργαλεία» από το τίποτε σχεδόν. Η ελληνική κοινωνία είχε εμφανώς μία τεχνογνωσία αντίστασης και εξέγερσης που μπορούσε να αμφισβητήσει, αν όχι να ανατρέψει, τις πλέον δυσμενείς συγκυρίες.

Ο πόλεμος που ξεκίνησε τότε κράτησε περισσότερο από τρία χρόνια και ήταν ίσως ο μεγαλύτερος σε συνέπειες και σε έκταση πόλεμος που γνώρισε το ελληνικό κράτος από τον καιρό της δημιουργίας του ώς σήμερα.

Ωκεανός αίματος για τους ενόπλους

Ο πόλεμος αυτός, όπως και πολλές άλλες περιπέτειες των ανθρώπων, έχει γίνει ένα είδος καταναλώσιμου είδους στις μέρες μας – μέχρι πρόσφατα ο κόσμος μας πίστευε ακράδαντα στη μαγική αγορά και αδημονούσε να καταναλώσει ό,τι του προσφερόταν. Για να καταναλωθεί εύπεπτα χρειάζονται ειδικά «καταναλωτικά χαρακτηριστικά» τα οποία προστίθενται σε έναν εξαιρετικά θολό ιστορικό καμβά, ώστε το όλο να είναι δυνατό να πωληθεί «αγοραία». Οι απεικονίσεις ή οι περιγραφές του πολέμου επιμένουν σε εξηγήσεις του τύπου: «οι ξένοι που μας έβαλαν», το «κακό μας το κεφάλι», «η φύση του Ελληνα που χύνει την καρδάρα με το γάλα που με κόπο μάζεψε» και το ηθικό δίδαγμα του πόσο κακό είναι «αδελφός να πολεμά αδελφό». Πάνω σε αυτή την εμπορική εκδοχή του Εμφυλίου στηρίχθηκαν επιστημονικοφανείς «ερμηνείες» όπου απουσιάζει μεν η ιστορία, η οικονομία, η ιδεολογία, η πολιτική και εν γένει όλοι οι τρόποι με τους οποίους κατάφερναν ώς τώρα οι άνθρωποι να ερμηνεύουν επιστημονικά τον εαυτό τους, περισσεύει όμως η ηθικολογική μεταφυσική παρερμηνεία των γεγονότων. Σε αυτή την άγνωστου διαμονής –ως προς τον ιστορικό της περίγυρο– εποχή, θεωρίες βίας που εξαχρειώνουν τους ανθρώπους –ο κομμουνισμός δηλαδή– μετατρέπουν όλες τις προσωπικές, τοπικές, οικογενειακές διαφορές και υποθέσεις σε ατελείωτο κύκλο αίματος και θανάτου: ιδού ο εκτός ιστορίας, εκτός οικονομίας, εκτός ιδεολογίας, εκτός πολιτικής, ο εκτός πραγματικότητας Εμφύλιος. Οπου, για ανεξήγητους λόγους, ο αδελφός κυνηγά τον αδελφό.

Τα θύματα

Και εδώ τα στοιχεία μπορούν να μας εντυπωσιάσουν και να μας προσγειώσουν σε πιο αληθοφανείς υποθέσεις και ερμηνείες. Ο ελληνικός Εμφύλιος είναι εξίσου σκληρός με τους εμφυλίους που προηγήθηκαν και με αυτούς που ακολούθησαν. Ηταν ένας ωκεανός αίματος. Οι επίσημες απώλειες του ελληνικού στρατού (σύμφωνα με τη Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού) ανήλθαν σε 12.300 νεκρούς στον στρατό ξηράς και σε λιγότερο σαφή αριθμό αγνοουμένων. Οσον αφορά το κυβερνητικό στρατόπεδο, στους παραπάνω θα πρέπει να προσθέσουμε 2.500 νεκρούς της Χωροφυλακής και έναν άγνωστο, αλλά οπωσδήποτε μεγάλο, αριθμό νεκρών στις παραστρατιωτικές οργανώσεις (ΜΑΥ, ΜΑΔ κ.λπ.) και στις «συμμορίες» της «Χ» και των παρόμοιων σχηματισμών. Χονδρικά μπορούμε να υπολογίσουμε τον αριθμό των όσων σκοτώθηκαν ενταγμένοι στα διάφορα ένοπλα σώματα του κυβερνητικού στρατοπέδου σε περίπου είκοσι χιλιάδες.

Από την άλλη πλευρά οι απώλειες του Δημοκρατικού Στρατού και των άλλων σχηματισμών της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης μπορούν να εκτιμηθούν σε κάτι ανάμεσα στους 20.000 και τους 25.000 νεκρούς. Συνολικά δηλαδή σκοτώθηκαν και από τις δύο πλευρές σαράντα με σαράντα πέντε χιλιάδες ένοπλοι, είτε στρατιώτες είτε εθελοντές είτε ενταγμένοι σε σχηματισμούς καταστολής. Μπροστά στους 8.000 νεκρούς των Βαλκανικών Πολέμων, στους 15.000 του πολέμου 1940 -1941, στους 37.000 νεκρούς και αγνοούμενους του ελληνο-τουρκικού πολέμου 1919 – 1922, ο Εμφύλιος οπωσδήποτε κατέχει τα σκήπτρα του στρατιωτικού θανατικού.

12.000 άμαχοι

Το σημείο όπου οι απώλειες του ελληνικού Εμφυλίου διαφέρουν ποιοτικά από τις αντίστοιχες άλλων εμφυλίων και το σημείο όπου μάλλον καταρρίπτεται ο μύθος περί τυφλού αλληλοσκοτωμού αδελφού με αδελφό, βρίσκεται στις απώλειες των αμάχων, των μη ενταγμένων σε μάχιμους σχηματισμούς δηλαδή. Οι κυβερνητικές πηγές αποδίδουν τον θάνατο 3.500 πολιτών σε ενέργειες του Δημοκρατικού Στρατού χωρίς να διευκρινίζεται πόσοι από αυτούς ήσαν μέλη ενόπλων «συμμοριών» ή άλλων παραστρατιωτικών σχηματισμών ή πόσοι εκτελέστηκαν με βάση αποφάσεις στρατοδικείων του ΔΣΕ. Από την άλλη πλευρά οι εκτελέσεις με βάση δικαστική απόφαση των κυβερνητικών δικαστηρίων και στρατοδικείων ή χωρίς αυτή, ή οι απλές δολοφονίες αριστερών ή υπόπτων από παρακρατικούς στη διάρκεια του «διωγμού» υπολογίζονται σε 7.000 ώς 8.000 περίπου στη διάρκεια του Εμφυλίου. Και εδώ επίσης είναι δύσκολο να γίνει διαχωρισμός ανάμεσα σε απλούς αμάχους και σε αιχμαλωτισμένους, λόγου χάρη, αντάρτες.

Το σύνολο μάς δίνει έναν συνολικό αριθμό 10.000 ώς 12.000 αμάχων –ή έστω «αμάχων»– που θανατώθηκαν ή πέθαναν (π.χ. από ψύξη στα βουνά) στον πόλεμο αυτό με εξαιρετικά σημαντικό ανάμεσά τους το ποσοστό εκείνων που εκτελέστηκαν στη βάση δικαστικών αποφάσεων – δικαίων ή αδίκων είναι άλλο θέμα. Στους πολέμους «τυφλής βίας» όπου οι άνθρωποι σκοτώνονται γενικώς (π.χ. στους εμφυλίους της Αφρικής ή της Ασίας μετά την αποαποικιοποίηση) δεν συναντούμε παρόμοια σχέση στρατιωτικών μη στρατιωτικών θανάτων (τέσσερα προς ένα, στον ισπανικό εμφύλιο η αναλογία πλησιάζει τό ένα προς ένα) ή ένα τόσο μεγάλο ποσοστό «οργανωμένων» –όχι τυφλών– θανατώσεων. Προφανώς στον ελληνικό Εμφύλιο βρισκόμαστε μπροστά σε σύγκρουση αυστηρά προσδιορισμένων στρατοπέδων και ως εκ τούτου η πολιτική, η ιδεολογία και το κοινωνικό υπόβαθρο πολύ δύσκολα μπορούν να εξοβελιστούν, όση καλή θέληση κι αν υπάρχει.

Οι άνθρωποι που σκοτώθηκαν στον πόλεμο αυτό ήξεραν με σαφήνεια γιατί θυσίαζαν τη ζωή τους. Γνώριζαν με κάθε λεπτομέρεια σε ποιο στρατόπεδο ανήκαν. Είναι άκρως υποτιμητικό για τη μνήμη και την ιστορία τους να τους υποβιβάζει κανείς σε αιμοσταγή άγρια θηρία.

* Ο κ. Γιώργος Μαργαρίτης είναι καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Δημοσιεύθηκε στην  εφημ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 8/3/2009