Ποιήματα παράλληλα στο «Σημείο Αναγνωρίσεως»

greek statue01

Κική Δημουλά, Βρετανικό μουσείο

(Ελγίνου μάρμαρα)

 

Στην ψυχρή του Μουσείου αίθουσα

την κλεμμένη, ωραία, κοιτώ

μοναχή Καρυάτιδα.

Το σκοτεινό γλυκύ της βλέμμα

επίμονα εστραμμένο έχει

στο σφριγηλό του Διονύσου σώμα

(σε στάση ηδυπαθείας σμιλευμένο)

που δυο βήματα μόνον απέχει.

Το βλέμμα το δικό του έχει πέσει

στη δυνατή της κόρης μέση.

Πολυετές ειδύλλιον υποπτεύομαι|

τους δυο αυτούς να ‘χει ενώσει.

Κι έτσι, όταν το βράδυ η αίθουσα αδειάζει

απ’ τους πολλούς, τους θορυβώδεις επισκέπτες,

τον Διόνυσο φαντάζομαι

προσεκτικά απ’ τη θέση του να εγείρεται

των διπλανών γλυπτών και αγαλμάτων

την υποψία μην κινήσει,

κι όλος παλμό να σύρεται

τη συστολή της Καρυάτιδας

με οίνον και με χάδια να λυγίσει.

 

Δεν αποκλείεται όμως έξω να ‘χω πέσει.

Μιαν άλλη σχέση ίσως να τους δένει

πιο δυνατή, πιο πονεμένη:

Τις χειμωνιάτικες βραδιές

και τις εξαίσιες του Αυγούστου νύχτες

τους βλέπω,

απ’ τα ψηλά να κατεβαίνουν βάθρα τους,

της μέρας αποβάλλοντας το τυπικό τους ύφος,

με νοσταλγίας στεναγμούς και δάκρυα

τους Παρθενώνες και τα Ερεχθεία που στερήθηκαν

στη μνήμη τους με πάθος ν’ ανεγείρουν.

[Κική Δημουλά , Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 2005 , σ. 36-37]

 

Κ. Δημουλά, Υπό Φθινόπωρον…

(Σκηνή σε πάρκο με άγαλμα)

Γυναίκα μαρμάρινη
Πλαγιασμένη κι εξέχουσα
Λίγο του βάθρου σου
κατά μία υποψία φυγής
στον ίσκιο της ανίας σου
στην άπλα του μεσημεριού
παιδί εργατικό κοιμάται.
Η σκισμένη του μπλούζα
αυτοβιογραφία του.
Τη διαβάζουμε, εγώ κι εσύ
επί τη ευκαιρία
παίρνεις μιαν ιδέα
των φθειρομένων πραγμάτων
του προς στιγμήν εφήβου
και κάτι από το απίθανο της ποιήσεως
όταν συμπίπτει
να στέκουν τα φθινόπωρα
στα δένδρα
προς εποπτείαν των διαθέσεων.

[Κική Δημουλά , Ποιήματα, Ίκαρος, Αθήνα 2005 , σ. 82]

Συνέχεια

Βαρβάρα Ρούσσου, «Κ. Δημουλά, Σημείο αναγνωρίσεως: το σημείο ενός στερεότυπου φεμινισμού»

shmeio

  Το ποίημα «Σημείο αναγνωρίσεως» ανήκει στη συλλογή Το λίγο του κόσμου . Η συλλογή αυτή αποκρυσταλλώνει σε μεγάλο βαθμό την ιδιοπροσωπία της ποίησης της Δημουλά. Καθιερώνονται ως βασικά σχήματα η μεταφορά, η μετωνυμία και οι ανατροπές της συντακτικής δομής δηλαδή η απομάκρυνση από τη συμβατική γλώσσα, πυκνώνει η τολμηρή χρήση των επιθέτων, η ουσιαστικοποίησή τους και το αντίστροφο, εγκαθιδρύεται ο μελαγχολικός τόνος ως μόνιμο υπόβαθρο της ψυχικής διάθεσης, συχνά προερχόμενος από την άγονη καθημερινότητα, συνεχίζεται η πικρά ειρωνική έως και (αυτό)σαρκαστική οπτική  που διαποτίζει κάθε στοχασμό. Μορφολογικά η Δημουλά συνεχίζει τη φόρμα των σχετικά σύντομων στίχων αν και δοκιμάζει και πολυσύλλαβους στίχους. Τέλος, διατηρούνται τα σημεία στίξης που αργότερα θα περιοριστούν. Το λίγο του κόσμου αποτελεί επομένως σημείο αιχμής για την ποιητική πορεία της Δημουλά. Ο τίτλος της συλλογής αντλείται από ομώνυμο ποίημα  (όπου το Λίγο με κεφαλαίο) και  σε συσχετισμό με το όλο κλίμα στο έργο της ποιήτριας μπορεί να προσληφθεί ως έλλειμμα ζωής δηλαδή η κλειστή και περιορισμένη κλίμακα του κόσμου έναντι των ατομικών προσδοκιών από αυτόν και έναντι των ονείρων, των επιθυμιών που μένουν απραγματοποίητες ή πραγματώνονται με έκπτωση από το αρχικό και γίνονται έτσι πηγή θλίψης. Ο κόσμος είναι λίγος και για τα πάθη –υπό τις δύο σημασίες τους-όπως είναι λίγος και για να χωρέσει τη διαρκή φθορά. Κόσμος είναι, τέλος, και το σύνολο των ανθρώπων με τους οποίους η επικοινωνία είναι ελλιπής.

  Στη συλλογή,  του ποιήματος «Σημείο αναγνωρίσεως» προηγείται το «Ασυγκινησία Ζωγραφιά γυναίκας σε καφενείο στην Εύβοια», δηλαδή ποίημα συναφούς τίτλου και σχεδόν κοινής θεματικής με υπόρρητη όμως την έννοια της γυναικείας καταπίεσης. Εδώ κυριαρχεί το βλέμμα των αντρών και αντίθετα με την κινητικότητα των εποχών η ακινησία της γυναίκας του κάδρου που υποτάσσεται σε κάθε εξωτερικό παράγοντα.

   Επιστρέφοντας στο «Σημείο αναγνωρίσεως» : Ο τίτλος του ποιήματος είναι συνήθης στο έργο της Δημουλά. Γενικότητα δύο ουσιαστικών εκ των οποίων το ένα σε γενική, όλα άναρθρα όπως συνηθίζει η ποιήτρια. Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι παραπέμπει στις αναγνωρίσεις των δημοτικών τραγουδιών που ανάγονται με τη σειρά τους στην αρχαία ποίηση, αναγνωρίσεις που γίνονται με τη χρήση «σημείων», σημαδιών. Έπεται ένας υπότιτλος που προσδιορίζει και τρόπον τινά υποψιάζει για το θέμα. Παρόμοιος τίτλος το «Υπό φθινόπωρον» σκηνή σε πάρκο με άγαλμα, αλλά υπάρχουν και άλλοι τίτλοι με υπότιτλο. Συνέχεια

Κ. Δημουλά, Σημείο Αναγνωρίσεως, Μίλτος Σαχτούρης, Ο ελεγκτής: Μια παρουσίαση από την Αγάθη Γεωργιάδου

<div style=»margin-bottom:5px»> <strong> <a href=»https://www.slideshare.net/geoagathi/ss-31086110″ title=»Κ. ΔΗΜΟΥΛΑ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ» target=»_blank»>Κ. ΔΗΜΟΥΛΑ ΣΗΜΕΙΟ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΕΩΣ</a> </strong> from <strong><a href=»http://www.slideshare.net/geoagathi» target=»_blank»>Agathi Georgiadou</a></strong> </div>

<div style=»margin-bottom:5px»> <strong> <a href=»https://www.slideshare.net/geoagathi/2-31086101″ title=»Μ. Σαχτούρης, Ο Ελεγκτής» target=»_blank»>Μ. Σαχτούρης, Ο Ελεγκτής</a> </strong> from <strong><a href=»http://www.slideshare.net/geoagathi» target=»_blank»>Agathi Georgiadou</a></strong> </div>

Η Κική Δημουλά μιλά για την ποίηση

ΚΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΑ «Οι μακροχρόνιες κρίσεις δίνουν μεγάλη εξουσία στην ελπίδα»

Μετά τη βράβευσή της με το Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας, η ποιήτρια μιλάει για τη σημασία (ή όχι) μιας τέτοιας τιμής, για τον ρόλο της ποίησης σε περίοδο κρίσης και κατάθλιψης, για τους λόγους που εξακολουθεί να γράφει η ίδια και για τα πράγματα στα οποία αξίζει να ελπίζουμε

Ακόμη ένα βραβείο για την πολυβραβευμένη ακαδημαϊκό Κική Δημουλά πιθανόν να μη σημαίνει πολλά για την ίδια. Ισως όμως να σημαίνει κάτι παραπάνω για την ποίηση και τους αναγνώστες της. Πάντα μελαγχολική αλλά όχι απαισιόδοξη, σε αυτή τη συζήτηση η ποιήτρια μας ξεναγεί στη σχέση της με την ποίηση και τον κόσμο σήμερα. Χαρακτηρίζει την ποίηση «ένα άτοκο δάνειο για τους χρεοκοπημένους» και «μια ελπίδα για όσους δεν έχουν καμία ελπίδα». Αν έχει να μας δώσει μια συμβουλή, αυτή είναι ότι οι μακροχρόνιες κρίσεις μάς κάνουν ανθεκτικούς, μας δοκιμάζουν. Και συστήνει, το λιγότερο, σεβασμό προς όσους υποφέρουν περισσότερο. Τέλος, πιστεύει ότι η ποίηση μπορεί να μας κάνει πιο επινοητικούς, πιο καχύποπτους, να ξαναδούμε τις σχέσεις μας και τις ανασφαλείς εκδηλώσεις μας, να γίνουμε πιο απελπισμένα πιστοί στην αγάπη.

– Κυρία Δημουλά,βραβευθήκατε για το σύνολο του έργου σας.Είναι μια τιμή για εσάς; Επηρεάζει άραγε το έργο σας;

«Ασφαλώς είναι μια μεγάλη τιμή για μένα, αλλά συγκρατώ τον πανηγυρισμό μου με την προειδοποιητική σκέψη ότι από αυτόν που βραβεύεται ως ο καλύτερος υπάρχει σίγουρα ο καλύτερός του. Και αυτό είναι το ξόρκι μου εναντίον πάσης επάρσεως και παντός εφησυχασμού. Προσπαθώ εν τω μεταξύ να μη σκέπτομαι ότι αυτή η μεγάλη διάκριση που μου δίνει η χώρα ίσως χαράζει κλειστά πια σύνορα μεταξύ της γόνιμης περιόδου και της άγονης ίσως ετούτης υπερήλικης που διανύω. Αντίθετα, προσπαθώ να ελπίζω ότι αυτή η αναγνώριση, που απονέμεται έστω στην αγάπη μου για την ποίηση, ίσως ενθαρρύνει τις προσπάθειές μου να γράψω κάποιο ακόμη γηραιό ποίημα, μακιγιαρισμένο με τη μαγική δύναμη της αναθρώσκουσας νεότητας».

– Είστε λίγο απαισιόδοξη,αν και πιστεύω ότι οι φίλοι της ποίησής σας περιμένουν πολλά ακόμη από εσάς.Αραγε σημαίνει κάτι για την ελληνική κοινωνία αυτό το βραβείο σας;

«Για το πώς η κοινωνία προσλαμβάνει τα θέματα της τέχνης γενικά, αυτό εξαρτάται από το πόσο ζυμωμένη είναι η ψυχή της με την πίστη ότι η τέχνη, και η ποίηση εν προκειμένω, δεν πρόκειται να επιβάλει περικοπές στη φυγή που μας παρέχει. Οτι δίνει δάνειο, άτοκο μάλιστα, σε κάθε χρεοκοπημένο θάρρος. Δεν ξέρω, αλήθεια, τι ποσοστό της κοινωνίας έχει ανάγκη από αυτό το ζωτικό δάνειο. Συναντώ πάντως αρκετούς ανθρώπους, συγκινημένους και ευγνώμονες προς την ποίηση ότι τους αλλάζει τη ζωή. Και δεν δυσκολεύομαι να τους απογοητεύσω λέγοντάς τους πως, περίεργο, η δική μου η ζωή δεν αλλάζει παρά μόνο τις ώρες που κόβω εξαντλητικές βόλτες έξω από την ποίηση, μήπως και βγει».

– Δηλαδή σε αυτή την εποχή της περιρρέουσας μελαγχολίας και της προϊούσας κατάθλιψης η ποίηση έχει,τελικά,κάτι να πει εκεί έξω στον κόσμο; «Βέβαια. Εχει να αντιπροσφέρει τη δική της κατάθλιψη, που, καθώς ανήκει σε ένα τέταρτο, ανάερο γένος ανακουφιστικής αοριστίας, ίσως προσλαμβάνεται από τον κόσμο ως λυτρωτική ομοιότητά του, κάτι σαν κοντινή θερμή συγγενής των προβλημάτων του· τέλος πάντων, σαν φευγαλέος σύμμαχος της μελαγχολίας του αλλά και εμπνευστής της γενναιότητας που απαιτεί αυτή η τάχα ηττοπαθής μελαγχολική διάθεση. Δεν είναι ηττοπαθής, είναι ερευνήτρια». – Εχετε πει πως «η νίκη ανήκει στους ηττημένους».Είναι αυτό μια παρηγοριά προς όσους υποφέρουν από τη σημερινή κρίση,με το μνημόνιο, τις μειώσεις μισθών,την καλπάζουσα ανεργία κτλ.;

«Ναι, το έχω πει, επειδή θεωρώ ότι αποτελεί ζωτική νίκη το να αντέξεις την ήττα, χωρίς να συντριβείς πηδώντας κάτω, στην παραίτησή σου. Και μπορεί αυτό το πιστεύω μου να λειτουργήσει και ως εκγύμναση της αντοχής για παν απειλητικό απρόοπτο και για κάθε αναμενόμενη εξόντωση της βεβαιότητάς μας από το επιθετικό αβέβαιο. Οσο και αν δεν έχω πληγεί υπέρμετρα από την πραγματικότητα των περικοπών, ο σεβασμός μου μνημονεύει συχνά το κουράγιο των βαρέως πληγέντων. Αλλά ξέρω ότι αυτό περισσότερο αποτελεί μεγάλα λόγια παρά συνδρομή».

– Αν θυμάμαι καλά,έχετε πει επίσης «αρνούμαι να γίνω οδηγός έστω κι ενός ανθρώπου,όταν δεν ξέρω πού πάω».Και όμως σας ακολουθούν χιλιάδες ενθουσιασμένοι από την ποίησή σας.

«Μάλλον προσπαθώ να ανακόψω τον ενθουσιασμό των ανθρώπων που ίσως βλέπουν σε μένα έναν λυτρωτή των ανησυχιών τους. Αλλά μπορεί και να μην περιμένουν από μένα τίποτε άλλο παρά μόνο τον ελευθερωτή της δυσκολίας που έχουν να διατυπώσουν τα βάσανά τους, έτσι φυλακισμένα που μένουν σε μια άφωνη ζωή. Να τα ελευθερώσω, έστω φυλακίζοντάς τα πάλι, αλλά μέσα στην οικειότητα που νιώθουν για τη δική μου φωνή. Το προτιμούν. Αλλά ξέρω ότι δεν ζητάνε ακριβώς αλλαγή. Μια φυγή θέλουν, να φύγουν από αυτό που τους συμβαίνει και να πάνε σε αυτό που συμβαίνει σε μένα- και ας είναι ίδιο με αυτό από το οποίο θέλουν να διαφύγουν. Το ξέρουν, όπως μάλλον γνωρίζουν και το μάταιο της μετατόπισής τους, χωρίς ίσως να έχουν διαβάσει αυτούς τους προειδοποιητικούς στίχους του Καβάφη: “Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ/ στην κώχη τούτη την μικρή, σ΄ όλην τη γη την χάλασες”».

– Με την επίκληση του Καβάφη με βάζετε στον πειρασμό να σας ρωτήσω τι είναι τελικά η ζωή μας; Μια παγίδα,μια απάτη ή τι άλλο;

«Τι είναι η ζωή μας; Ισως μια αποτυχούσα εκδικήτρια του θανάτου. Σίγουρα όμως είναι μια φιλόδοξη παγίδα, στην οποία δυστυχώς δεν πέφτει η αθανασία. Τι άλλο να είναι η ζωή μας; Εκτός από αυτό που μας δόθηκε προσωρινά και εκτός από το εντελώς ασυλλόγιστο ανεξήγητο, να ξεχνάμε δηλαδή ότι με σύμβαση αορίστου χρόνου μάς προσλαμβάνει η ζωή στα μάγια της, καθηλώνοντάς μας να την αγαπάμε με παράφρονα ένταση. Αλλά φαίνεται ότι κάθε μεγάλη αγάπη τη θρεπτική τροφή της την αντλεί κρεμασμένη στον άδειο μαστό της προσωρινότητας. Τι άλλο λοιπόν είναι η ζωή μας εκτός από μια ανταρσία κατά του θανάτου και τι άλλο από τη σχιζοφρενική ανυπομονησία του θανάτου να πατάξει αυτή τη ανταρσία; Ξέρω, είστε έτοιμος, κύριε Μπασκόζο, να μου φωνάξετε ότι τα είπαν άλλοι».

– Ο καθένας τα λέει με τον δικό του τρόπο και τους δίνει το δικό του βάρος.Τελικά,πιστεύετε ότι η ποίηση μπορεί να μας κάνει καλύτερους; Να γίνει,π.χ.,η φιλοσοφία της καθημερινής μας ζωής;

«Οχι βέβαια καλύτερους. Ισως λίγο πιο επινοητικούς, πιο καχύποπτους, πιο τσιμπούρια επάνω στις σχέσεις μας και πιο τσιγκούνηδες στις εκδηλώσεις μας από ανασφάλεια, και πάλι από ανασφάλεια πιο εφευρετικούς στις ποικιλίες του μίσους, και πιο απελπισμένα πιστούς στο ύστατο θείο ξεγέλασμα: την αγάπη. Αν η ποίηση είχε τη δύναμη να μας κάνει καλύτερους, θα το είχε πετύχει εδώ και αιώνες. Η επιρροή της όμως περιορίστηκε στο να εμπλουτίζει τους έμμετρους μονολόγους. Και αν μας προκαλεί κάθε τόσο μια έκσταση, αυτή είναι τόσο στιγμιαία όσο εκστατικούς μάς αφήνει για λίγο ένα μόνον άστρο που επιζεί σε ολόκληρο σκοτεινό ουρανό».

– Γιατί γράφετε; Για να ξορκίσετε ίσως τον θάνατο;

«Γιατί γράφω… Γιατί άπαξ και συνέβη θέλει να ξανασυμβεί, μετά ξανασυνέβη και ξανά και πάλι, είτε σαν προγραμματισμένο να επικρατήσει, είτε σαν εθισμός στην πιο ηδυπαθή δυνατότητά μου, ίσως και την πιο άοπλη από όλες. Γράφω γιατί δεν συνέβη να το διακόψει κάτι βασανιστικότερα αστάθμητο. Οχι, δεν ξορκίζω τον θάνατο. Προσαρτώ την αποστροφή μου γι΄ αυτόν στην αποστροφή που νιώθει γι΄ αυτόν η ποίηση, αλλά και καθετί που τιμωρήθηκε να είναι αβέβαιο, σύντομο, μηδέ του συναρπαστικού εξαιρουμένου- και ας του άξιζε διαφορετική μοίρα. Τον ξορκίζω βέβαια τον θάνατο, αλλά με την έννοια ότι γράφοντας προσπαθώ να διατηρήσω άλιωτα όσα περιγράφω, σαν να μην έχουν πεθάνει, σαν να έχουν πάει ένα μακρινό ταξίδι, στην αναλλοίωτη μορφή τους».

– Κάτι τελευταίο.Εχουν κατά καιρούς ακουστεί πολλά σχόλια για τα κρατικά βραβεία.Εχετε κάποια πα ρατήρηση για την καλυτέρευση του θεσμού;

«Δεν μπορώ να φανταστώ την καλυτέρευση του όποιου θεσμού, αφού λειτουργός του είναι ο απείθαρχος ανθρώπινος παράγοντας. Ετσι, σχετικά με τα βραβεία έχω περιοριστεί στη στασιμότητα του ερωτήματός μου. Γιατί άραγε πρέπει να ξαναβραβεύεται ένας δημιουργός- τι βλάσφημη κλεμμένη εξουσία-, αφού έλαβε το μέγιστο βραβείο από τη φύση να μπορεί να μαστορεύει αναπαυτική τη διαφορετικότητά του ώστε να κάθεται επάνω της και να ξεκουράζεται η περιπλανώμενη αγωνία της ύπαρξης; Ναι, σύμφωνοι, τα είπαν και άλλοι».

– Ζείτε μέσα στη συνάφεια των ανθρώπων,στην πολιτική,στα ψέματα,στα κουτσομπολιά,στην κρίση. Τι από αυτά σας αγγίζει,σας εμπνέει ή σας απωθεί;

«Ολα αυτά που απαριθμείτε με ωθούν να ψάξω μέσα, βάθος βάθος μου, να δω αν τα φιλοξενώ όλα αυτά ή μερικά. Να βρω αν, από πρόθυμη συγγένεια μαζί τους, τα φιλοξενώ ή από υπακοή στη φύση που μου επέβαλε να τα εμπεριέχω. Οτι τα καταπνίγω όσο γίνεται, ναι, αυτό μπορεί να λέγεται και πολιτισμός, είναι πάντως κάτι που, αν μη τι άλλο, αποτρέπει τον εμφύλιο αλληλοφαγωμό».

– Τι θα λέγατε σε αυτούς που μας κυβερνούν,σε αυτούς που εξουσιάζουν την ελληνική κοινωνία; Εχετε να τους δώσετε μια σοφή ποιητική συμβουλή;

«Σοφή συμβουλή, όχι. Ανεφάρμοστη, ναι. Γι΄ αυτό και δεν έχω καν μπει στον κόπο να την αποστηθίσω».

– Βαδίζουμε σε μια μακρόχρονη κρίση.Ελπίζετε σε κάτι;

«Μα πιστεύω ότι οι μακροχρόνιες κρίσεις δίνουν μεγάλη εξουσία στην ελπίδα. Και δεν χρειάζεται να ξέρουμε σε τι ελπίζουμε. Η αοριστία είναι που μας βοηθάει να υπομείνουμε. Αν μας έλεγαν ότι θα στενάζουμε επί πέντε ημέρες, αυτός ο προσδιορισμός θα έκανε αβίωτο και αυτό το μικρό διάστημα. Η υπομονή παίρνει κουράγιο μη γνωρίζοντας πόσα χιλιόμετρα δοκιμασίας τής μέλλονται».

συνεντευξη στον ΓΙΑΝΝΗ Ν.ΜΠΑΣΚΟΖΟ

ΤΟ ΒΗΜΑ 20-2-2011