Η άποψη του Ν. Δήμου για το Βιζυηνό: η σχέση του με τον Schopenhauer

Η φιλοσοφική μελαγχολία του Βιζυηνού

Δοκίμιο

Ξεχνάμε συνήθως, όταν μιλάμε για τον Βιζυηνό, ότι ήταν ‘επαγγελματίας φιλόσοφος’. Δηλαδή ότι δουλειά του ήταν η μελέτη και διδασκαλία της φιλοσοφίας. Άλλο αν οι συνθήκες δεν του επέτρεψαν να την εξασκήσει όπως και όσο θα ήθελε.

Για τον φιλόσοφο Βιζυηνό ελάχιστα έχουν γραφτεί. (Αλλά μήπως – ας μου επιτραπεί η παρένθεση – έχουν γραφτεί αρκετά για τον λογοτέχνη; Μια ματιά στις έγκυρες ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι αρκετή για να καταδείξει την υποβάθμιση. Ιδιαίτερα ο Δημαράς, που δυσκολεύεται να αξιολογήσει σωστά τους σημαντικούς καθαρευουσιάνους πεζογράφους μας – Ροΐδη, Παπαδιαμάντη, Βιζυηνό – του αφιερώνει μια μικρή, σχεδόν περιφρονητική παράγραφο. Μόνο τα τελευταία χρόνια χάρη σε μερικούς μελετητές – Μουλλά, Αθανασόπουλο – αρχίζει, με εκατό χρόνια καθυστέρηση, η εποχή της αναγνώρισης).

Μπορούμε να αποκαλέσουμε τον Βιζυηνό φιλόσοφο; Ο προσδιορισμός αυτός θα μπορούσε να σημαίνει τρία πράγματα. Πρώτα τον δημιουργικό στοχαστή που επινόησε καινούργιες σκέψεις-κλειδιά για την ερμηνεία των πραγμάτων, που – ενδεχομένως – επεξεργάστηκε ένα καινούργιο κοσμοείδωλο. Με αυτή την έννοια, ο Βιζυηνός δεν ήταν φιλόσοφος. Δεν μας άφησε κάτι το πρωτότυπο στον χώρο των ιδεών, που να δικαιολογεί έναν παρόμοιο χαρακτηρισμό. Πράγμα φυσικό αν σκεφθεί κανένας το ιδεολογικό τοπίο του ελληνικού 19ου αιώνα – που δεν έχει να επιδείξει κανένα πραγματικό φιλόσοφο.

Όπως παρατηρεί ο Ε. Π. Παπανούτσος (Βασ. Βιβλιοθήκη, τ. 36, “Νεοελληνική Φιλοσοφία Β’” 1956, σελ. 10): “…ήταν αναπόφευκτο, τόσο στη φιλοσοφία, όσο και στις άλλες επιστήμες και τέχνες, να γίνουμε εδώ στην Ελλάδα (την πρώτη εκατονταετία της πολιτικής μας ελευθερίας) επαρχία της Δυτικής και της Κεντρικής Ευρώπης, περιοχή δηλαδή πνευματικά ετερόφωτη και συνειδητά μαθητεύουσα στα ξένα πρότυπα. [] …η γενικότερα επιστημονική και ειδικότερα φιλοσοφική μας γραμματεία έχει κατά το χρονικό αυτό διάστημα περισσότερο τον διδακτικό και λιγότερο τον καθαρά ερευνητικό χαρακτήρα. Η πρωτοτυπία και η δημιουργία στην σφαίρα του πνεύματος προϋποθέτει όχι μόνο μεγαλοφυΐες (που άλλωστε παντού και πάντοτε σπανίζουν) αλλά και υψηλό επίπεδο γενικής παιδείας, όπου το κοινωνικό σύνολο φτάνει με επίπονες προσπάθειες μέσα σε ευνοϊκούς όρους οικονομικής ζωής και ύστερα από μακρούς χρόνους ελεύθερου βίου”.

Δεύτερη έννοια της λέξης φιλόσοφος: μελετητής της φιλοσοφίας, ακαδημαϊκός δάσκαλος, καθηγητής της ιστορίας της και των υποδιαιρέσεών της (ηθική, αισθητική και – τότε – ψυχολογία). Με αυτή την έννοια ο Βιζυηνός υπήρξε φιλόσοφος και σίγουρα από τους καλύτερους της εποχής του, στην χώρα του. Τα συγγράμματά του το πιστοποιούν. “Οι σύντομες πραγματείες που μας άφησε” γράφει ο Παπανούτσος (ο.π. σελ. 17) “απάνω σε φιλοσοφικά θέματα, δείχνουν στέρεο θεωρητικόν οπλισμό και οξύ ερευνητικό νου.” Και πιο πάνω: “Πραγματικά υπήρξε μεγάλο ατύχημα για την κίνηση των φιλοσοφικών ιδεών στην νέαν Ελλάδα το γεγονός ότι ο Γ. Βιζυηνός δεν εσταδιοδρόμησε στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και, για λόγους κυρίως υγείας, εγκατέλειψε τις εργασίες του τις ψυχολογικές και αισθητικές”.

Υπάρχει όμως και μια τρίτη, λιγότερο κυριολεκτική σημασία της λέξης φιλόσοφος. Υπονοεί τον άνθρωπο που χωρίς να είναι συστηματικός στοχαστής έχει μια συγκροτημένη άποψη για τον κόσμο – και ιδιαίτερα για την ανθρώπινη ύπαρξη. Συνήθως στην περίπτωση αυτή μιλάμε όχι για φιλόσοφο αλλά για `φιλοσοφημένο’ (π.χ. συγγραφέα), και αναφερόμαστε σε βιοθεωρία (σε αντίθεση με την συστηματική κοσμοθεωρία). Η θεωρία αυτή υπάρχει σε κάθε σημαντικό δημιουργό και, τις περισσότερες φορές, δεν διατυπώνεται άμεσα αλλά προκύπτει έμμεσα από την ανάλυση του έργου του.

Όταν αντιμετωπίζει κανείς έναν συγγραφέα που υπήρξε φιλόσοφος με την δεύτερη έννοια είναι σίγουρα ερεθιστικό να ερευνήσει αν υπήρξε και με την τρίτη – αν δηλαδή από το έργο του προκύπτει μια συνεκτική βιοθεωρία – και να αντιπαραβάλλει τις δύο ιδεολογικές παρουσίες του. Πόσο ο μελετητής και δάσκαλος της φιλοσοφίας επηρεάζει τον συγγραφέα – και που;

Η πρώτη εντύπωση που προκύπτει από την μελέτη των φιλοσοφικών κειμένων του Βιζυηνού είναι πως δεν έχουν την παραμικρή σχέση με το λογοτεχνικό έργο του. Αυτό οδηγεί την Ελένη Ποταμιάνου-Παλλαντίου, σε σχετική μελέτη της (“Διαβάζω” τ. 278, 8.1.92) να μιλήσει όχι μόνο για “απόσταση ασφαλείας” αλλά και για “σχέση ασφάλειας” και για “τρόπο διαφυγής”.

Αφού αναλύσει τις διαφορετικές σχέσεις υποκειμένου- αντικειμένου στην τέχνη και την επιστήμη, και διευκρινίσει πως στην τελευταία (και στην φιλοσοφία) η απόσταση γίνεται μεγαλύτερη κάτω από την επιδίωξη της αντικειμενικότητας, η μελετήτρια τονίζει: “Αν επιχειρήσει κανείς να δει κάτω από αυτό το πρίσμα τις διαφορετικές σχέσεις του Βιζυηνού με τις τρείς δραστηριότητές του – την ποίηση δηλαδή, την διηγηματογραφία και την φιλοσοφία, θα διαπιστώσει πως τηρούνται σε αυτές οι αποστασιακές αναλογίες που αναφέρθηκαν παραπάνω – τουλάχιστον η σχέση του με την τελευταία (την φιλοσοφία) που θα μας απασχολήσει εδώ, ήταν όχι μόνο μια σχέση απόστασης ασφαλείας του επιστήμονα από τα αντικείμενα έρευνάς του, αλλά και μια σχέση ασφάλειας”.(Σελ. 53)

Η κ. Ποταμιανου-Παλλαντίου προσφέρει και μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία αυτής της “σχέσης ασφάλειας”. Γράφει: “Η φιλοσοφία έδωσε στην ταραγμένη ψυχή του Βιζυηνού, όχι μόνον ένα τρόπο σκέψης αλλά και ένα τρόπο διαφυγής από την οδύνη της καλλιτεχνικής πρακτικής της δημιουργίας μέσα από την λογοτεχνική έκφραση: ακόμα περισσότερο που στην περίπτωσή του, το ποιητικό και το πεζογραφικό έργο του, συνεστηθη άμεσα από τα βιώματα και τα πρόσωπα της ζωής του, έτσι ώστε τα διηγήματά του – που διαμορφώθηκαν στην προοπτική της επεξεργασίας των βιωματικών καταστάσεων και των “συνειδητών προσωπικών μύθων” του – να καθίστανται αποκλειστικός παράγοντας αλληλοπροσδιορισμού της ζωής και του έργου του. Το γεγονός, λοιπόν, ότι ο ποιητής και διηγηματογράφος Βιζυηνός ανταποκρίθηκε ως προς την ενασχόλησή του με την φιλοσοφία απόλυτα, όπως θα δούμε, στον θετικιστικό προσανατολισμό της εποχής του αλλά και σε ένα αυστηρά ακαδημαϊκό ύφος, ενισχύει τη άποψη περί της εξισορρόπησης της δημιουργικής δύναμής του ανάμεσα στην δεσμευτικά προσωπική γραφή του λογοτεχνικού του κειμένου και στην συστηματικότητα του φιλοσοφικού του κειμένου”. (ο.π.)

Πραγματικά, η διάσταση είναι έντονη: από την μια πλευρά η πιο συγκινησιακά φορτισμένη λογοτεχνική γραφή κι από την άλλη στεγνός “θετικιστικός προσανατολισμός” και “αυστηρά ακαδημαϊκό ύφος”. Αναλογίζομαι όλες τις περιπτώσεις φιλόσοφων-λογοτεχνών που μου έρχονται στο νου (από τον Ξενοφάνη και τον Εμπεδοκλή ώς τον Nietzsche, τον Alain, τον J.P.Sartre και την Iris Murdoch) αλλά πουθενά δεν διαπιστώνω τέτοια απόσταση. Βέβαια αυτοί ήταν δημιουργικοί φιλόσοφοι – με την πρώτη σημασία που δώσαμε στην λέξη. Αλλά και πάλι – η φιλοσοφία δεν μετατρέπεται εύκολα σε γραφειοκρατική διαδικασία για να την διεκπεραιώνεις απρόσωπα, σαν δημόσιος υπάλληλος, και να επιστρέφεις μετά στην προσωπική σου ζωή και δημιουργία.

Στην περίπτωση του Βιζυηνού νομίζεις πως έχεις να κάνεις με δύο ξεχωριστά άτομα. Που ταιριάζει ο τρυφερός και σοφός αφηγητής της ιστορίας του παππού (“Το μόνον της ζωής του ταξίδιον”) με τον στεγνό δάσκαλο του εγχειριδίου “Ψυχολογικαί μελέται επί του Καλού” που αναφέρεται σε έργα τέχνης όχι εκ των ένδον – με τον τρόπο του δημιουργού – αλλά με την ψυχρή αδιαφορία του ανατόμου και καταλογογράφου.

Μια άλλη εξήγηση, εκτός από την ψυχολογική, είναι πως ο Βιζυηνός έβλεπε την φιλοσοφία σαν αντικείμενο σταδιοδρομίας και μόνο. Προσπαθούσε λοιπόν να μιμηθεί το τρέχον ακαδημαϊκό ύφος για να προσαρμοσθεί στα κρατούντα και να αρέσει στους πανεπιστημιακούς κριτές. (Το ίδιο δεν είχε κάνει άλλωστε στα νιάτα του με τους ποιητικούς διαγωνισμούς;) Είναι πολύ πιθανό, στην ανάγκη του για αναγνώριση και οικονομική εξασφάλιση, να υποδύθηκε ένα πρόσωπο που του ήταν εντελώς ξένο. Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του καλόν ηθοποιό, κι ίσως εδώ να το απέδειξε.

Στην βασική αυτή διχοτόμηση, θα επανέλθουμε αργότερα. Τώρα θα ήθελα να ερευνήσουμε την βιοθεωρία του Βιζυηνού, την προσωπική του φιλοσοφία, όπως αυτή προκύπτει από το έργο του. Η οποία ταιριάζει απόλυτα με ένα φιλοσοφικό σύστημα που κυριαρχούσε στην Γερμανία την εποχή που σπούδαζε εκεί ο Βιζυηνός – ένα σύστημα στο οποίο ούτε ο ίδιος αναφέρεται, ούτε (απ’ ότι ξέρω) άλλος κανείς το έχει συνδέσει μαζί του.

Δεν θα πρωτοτυπήσω άν πω πως στο έργο του Βιζυηνού κυριαρχεί μια τραγική, σκοτεινή μοίρα. Κανένα κείμενό του δεν έχει happy end, κανένας ήρωάς του δεν είναι ευτυχισμένος. Ο Βαγγέλης Αθανασόπουλος γράφει: “O Βιζυηνός είναι ένας θλιμμένος ή πικραμένος πεζογράφος”. (“Οι μύθοι της ζωής και του έργου του Γ. Βιζυηνού”, 1992, σελ. 155). “Υπάρχει ακόμη ένα αίσθημα θανάτου, συγκρατημένης απελπισίας και πικρής διάψευσης…” (ο.π. 156). Την παρουσία του θανάτου, “βίαιου και άδικου”, σημειώνει σαν leit-motiv του έργου και ο Μουλλάς: “..ό,τι σημαδεύει ανεξίτηλα τα διηγήματα του Βιζυηνού είναι μια μνήμη ώριμη να συνθέσει την ‘Νέκυϊά’ της, επιστρέφοντας διαρκώς σ’ ένα παρελθόν σφραγισμένο με την παρουσία του θανάτου”. Και παρακάτω: “Αυτή την παρουσία του θανάτου θα την βρούμε ακόμα και στους τίτλους των τριών από τα έξη διηγήματα του Βιζυηνού”. (Εισαγωγή στην έκδοση “Γ.Μ. Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα” 1980, σελ. πε’). Τα ίδια (ίσως και χειρότερα) ισχύουν για τον Βιζυηνό ποιητή.

Και αν μεν στην ποίηση, πολλά μπορούν να αποδοθούν σε ρομαντικές επιδράσεις, στο διήγημα, όπου (με μία εξαίρεση) ο Βιζυηνός είναι ο πρώτος μας ρεαλιστής, οι ρίζες του σκότους είναι πολύ πιο βαθιές. Ο Αθανασόπουλος γράφει για τα “τέσσερα μοτίβα της απελπισίας” που πρωτοεμφανίζονται στο πρώτο (χρονολογικά) διήγημα του συγγραφέα (“Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας“) και “…θα ριζώσουν είτε στην ζωή του συγγραφέα ως έμμονη ιδέα, είτε ως αφηγηματικά μοτίβα μέσα στο έργο του.” (ο.π. σελ. 310). Σε τελευταία ανάλυση τα τέσσερα αυτά θέματα συνενώνονται σε ένα – το θέμα της “διπλής πραγματικότητας” και της ματαίωσης ή διάψευσης που αυτή επιφέρει. (σελ 174-5). Η σύγκρουση της μιας πραγματικότητας με την άλλη (και δεν ξέρω ποια θα έβαζα εντός εισαγωγικών -την επιθυμητή ή την ανεπιθύμητη) φέρνει στην καλύτερη περίπτωση απογοήτευση και πίκρα – στην χειρότερη καταστροφή και εκμηδένιση.

Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της βιοθεωρίας του Βιζυηνού – ο βαθύς πεσιμισμός και η διπλή πραγματικότητα – μου θύμισαν την φιλοσοφία του Arthur Schopenhauer. Το βασικό του σύγγραμμα (“Ο κόσμος σαν βούληση και σαν παράσταση”) πρωτοκυκλοφόρησε το 1819. Όμως ο κόσμος, σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει τις θεωρίες του συγγραφέα, το αγνόησε εντελώς. Η δεύτερη, επηυξημένη και βελτιωμένη έκδοση βγήκε το 1844 – και πάλι χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Μόνο μετά το 1850, χάρη στα δοκίμια με τον ελληνικό τίτλο “Πάρεργα και παραλειπόμενα” αρχίζει το κοινό να προσέχει τον Schopenhauer. Μετά τον θάνατό του, το 1860, και για αρκετά χρόνια η φιλοσοφία του κυριαρχεί στην Ευρώπη – ιδιαίτερα στους χώρους των καλλιτεχνών και των συγγραφέων.

Δεν έχω καμία ένδειξη ότι ο Βιζυηνός είχε διαβάσει Schopenhauer. (Ίσως οι μελετητές του να γνωρίζουν κάτι παραπάνω). Το θεωρώ όμως πολύ πιθανό – μια και βρέθηκε στην Γερμανία ακριβώς την ίδια χρονιά που κυκλοφορούσε το περίφημο δοκίμιο του Nietzsche: “Ο Schopenhauer ως παιδαγωγός”. Όπου ομολογούσε ότι: “Ανήκω στους αναγνώστες του Schopenhauer, που, αφού διάβσαν την πρώτη του σελίδα, γνώριζαν με ακρίβεια ότι θα διαβάσουν όλες τις σελίδες και θα αφουγκραστούν κάθε μία λέξη που έχει αρθρώσει. Η εμπιστοσύνη μου σε αυτόν δημιουργήθηκε αμέσως και παραμένει και τώρα η ίδια όπως πριν εννέα χρόνια.” (Werke, Ι σελ. 346) Λίγα χρόνια πριν ο Nietszche έγραφε στον Paul Deussen: “‘Εναν φιλόσοφο πρέπει να διαβάσεις, αυτόν τον ίδιο, κάθε αράδα του, αλλά τίποτα για αυτόν, ούτε μια αράδα για αυτόν – το όνομά του Arthur Schopenhauer!”

Όμως, η επίδραση του Schopenhauer υπήρξε σημαντικότερη στην τέχνη παρά στην φιλοσοφία. Ιδιαίτερα στους ρεαλιστές πεζογράφους. Σε όλη την Ευρώπη, οι ομότεχνοι του Βιζυηνού τον λάτρεψαν: “μεγάλο, άγιο Schopenhauer” τον αποκαλεί ο Emile Zola (“La joie de vivre, 1883″) και ο Guy de Maupassant γράφει: “Είτε διαμαρτύρεται κανείς, είτε θυμώνει, είτε εξάπτεται είτε αναστατώνεται – ο Schopenhauer έχει σημαδέψει την ανθρωπότητα με την σφραγίδα της περιφρόνησης και της απογοήτευσής του.” Στο ίδιο διήγημα (Αupres d’un mort, 30.1.1883) o Maupassant μιλάει για “την αθάνατη σκέψη του μεγαλύτερου εξολοθρευτή ονείρων που πέρασε από την γη.” Ανάλογες ενθουσιώδεις κρίσεις βρίσκει κανένας στα γραπτά των: Strindberg, Huysmans, Tolstoi (“ο μεγαλοφυέστερος άνθρωπος”), Flaubert, Fontane, Raabe, Anatole France, Hamsun, Shaw – για να αναφέρω μόνο μερικούς σύγχρονους και ομότεχνους του Βιζυηνού. Και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε την επιρροή του σε άλλες τέχνες (π.χ. Wagner).

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι στις τέχνες το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, σφραγίστηκε από την σκέψη του Schopenhauer. Και βέβαια η επίδρασή του συνεχίστηκε. Ο Proust τον μελετούσε συστηματικά, ο Thomas Mann του αφιέρωσε ένα θαυμάσιο δοκίμιο, o Gide γράφει στις 20. 12. 1924 στο ημερολόγιό του: “Όταν διάβασα τον “Κόσμο σαν Βούληση και σαν Παράσταση” του Schopenhauer, αμέσως σκέφθηκα: λοιπόν, αυτό είναι όλο!” Ο Borges λέει ότι έμαθε την γερμανική γλώσσα μόνο και μόνο για να διαβάσει Schopenhauer στο πρωτότυπο: “Για μένα υπάρχει ένας γερμανός συγγραφέας τον οποίο προτιμώ από όλους τους άλλους: o Schopenhauer” εξομολογήθηκε.

Ο θαυμασμός των συγγραφέων, πέρα από τις ιδέες, ίσως να οφείλεται και στην αξιόλογη γραφή. Ο Κafka σε μια συζήτηση με τον G. Janouch είχε πει: “O Schopenhauer είναι ένας τεχνίτης της γλώσσας. Από εκεί πηγάζει η σκέψη του. Και μόνο για την γλώσσα πρέπει οπωσδήποτε να τον διαβάζει κανείς.”

Αφιέρωσα λίγη έκταση στην γενικότερη επίδραση του Schopenhauer για να δείξω μέσα σε ποιό κλίμα κινήθηκε ο Βιζυηνός. Σπουδάζει φιλοσοφία, από το 1877 ως το 1882 στην Γερμανία. Γράφει τα διηγήματά του στο εξωτερικό, και πρωτοδημοσιεύει το “Αμάρτημα” στα γαλλικά, στο Παρίσι, την ίδια χρονιά (τι σύμπτωση!) που ο Zola, o Maupassant και ο Huysmans εκθειάζουν δημόσια τον Schopenhauer. Ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος μας πληροφορεί (Βασ. Βιβλιοθήκη, τ. 18, 1954, σελ. 15) ότι στην Γερμανία ο Βιζυηνός: “Προσπαθεί να συλλάβει την ουσία του έργου του Wagner. Βυθίζεται στα βιβλία του Nietzsche.” Αλλά ο Nietzsche, εκείνα τα χρόνια, βρίσκεται ακόμα κάτω από την επίδραση του Schopenhauer – το ίδιο και ο Wagner. Η πιθανότητα μιας επιρροής είναι λοιπόν πολύ υψηλή.

Αν δεν την τεκμηριώνουν τα στοιχεία, την επιβεβαιώνει το έργο. Είναι γεγονός πως κυρίως τα διηγήματα του Βιζυηνού αποτελούν σε πολλά σημεία πιστή αποτύπωση των ιδεών του Schopenhauer στην λογοτεχνία. Αξίζει λοιπόν να δώσουμε μια εικόνα της μίας και της άλλης κοσμοθεωρίας και να διαπιστώσουμε τις συγγένειες. Έστω τελικά κι αν δεν αποδειχθεί ποτέ η επίδραση, έστω κι αν πρόκειται για παράλληλη πορεία, σύμπτωση, ή έμμεση επιρροή – το φαινόμενο είναι ενδιαφέρον και ζητάει να το ερευνήσουμε πιο συστηματικά.

Ο κόσμος του Schopenhauer είναι ο κατ’ εξοχήν κόσμος της διπλής πραγματικότητας. Ήδη ο τίτλος του βιβλίου του μιλάει για τον κόσμο με δύο μορφές: σαν βούληση και σαν παράσταση. Η Γερμανική λέξη Vorstellung σημαίνει παράσταση και με τις δύο έννοιες – όχι μόνο εικόνα του νου αλλά και παράσταση θεάτρου. Μια παράσταση που, όπως θα δούμε, λοιδορεί τους θεατές.

Ξεκινώντας από τον Κant και την διαπίστωσή του ότι “ο κόσμος είναι παράστασή μου” ο Schopenhauer δίνει στην κλασική Καντιανή διάκριση ανάμεσα στα φαινόμενα και τα νοούμενα ένα νέο νόημα. Δέχεται ως παράσταση τον κόσμο των φαινομένων, τον υποκείμενο στις κατηγορίες της νόησής μας (που για τον S. συνοψίζονται στο νόμο της αιτιότητας). Όμως το ανεξερεύνητο νοούμενον, τα ‘πράγμα καθ’αυτό’ (Ding an sich) του Kant, εδώ δεν μένει απροσπέλαστο, αρνητικά μόνο καθορισμένο. Καθορίζεται θετικά, χαρακτηρίζεται ως βούληση και αποτελεί την πραγματική όψη του όντος. Είναι το τμήμα του εαυτού μας που δεν αντικειμενοποιείται, βιώνεται άμεσα, και δρα τυφλά, παρορμητικά και ασυνείδητα. (Ο Freud έχει παραδεχθεί την οφειλή του!)

Ο νους λοιπόν κατασκευάζει μια πραγματικότητα (παράσταση) που είναι μόνο πρόσοψη, χωριό του Ποτέμκιν, φενάκη, παγίδα. Πρόκειται για απλές αντικειμενοποιήσεις της βούλησης. Πίσω τους βράζει η βουβή, παντοδύναμη βούληση, που ορίζει τα πάντα. Σαν πράγμα καθ’ αυτό είναι ενιαία και αδιαίρετη, όμως έχει πολλές επί μέρους εκφάνσεις στην φύση (εξέλιξη, μαγνητισμός, έλξη, ένστικτο).

Η βούληση είναι κάτι σαν την αρχαία μοίρα. Μια τυφλή, βίαιη παρορμητική δύναμη που δεν ξέρει καλό μήτε κακό. Ακολουθεί τους δικούς της σκοπούς, αγνοεί την μεμονωμένη ύπαρξη – άνθρωπο ή μυρμήγκι. Στα χέρια της είμαστε όλοι αθύρματα. Αλέθει ελπίδες και όνειρα, συντρίβει σκοπούς και στόχους. Να θυμίσω πως ο μισογύνης S. εξηγεί την ομορφιά των γυναικών σαν παγίδα – που την μετέρχεται η φύση για να προωθήσει τους σκοπούς της, την διαιώνιση του είδους.

Οι διαφυγές είναι δύο. Ο S. τις δανείζεται την μία από τον Πλάτωνα, την άλλη από τον Βούδα. Υπάρχουν παραστάσεις (σαν τις πλατωνικές Ιδέες) που δεν υπόκεινται στον νόμο της αιτιότητας. Δεν τις προσεγγίζουμε με τις αισθήσεις και τον νου – όπως τις άλλες παραστάσεις – αλλά με θέαση, βαθύ διαλογισμό. Αποτελούν το αντικείμενο της τέχνης. Οι τέχνες μπορούν να σώσουν το αιώνιο μέσα στα φαινόμενα. Ιδιαίτερα η μουσική που για τον S. μπορεί μόνη αυτή να συλλάβει και να απεικονίσει την καθαρή βούληση.

Για όσους δεν μπορούν να λυτρωθούν με την τέχνη υπάρχει πάντα η κλασική Βουδιστική συνταγή. Αν η ζωή είναι πόνος – ακυρώστε την ζωή. Ακυρώνω την ζωή αν πάψω να επιθυμώ, να προσκολλώμαι, να ελπίζω. Αιτία του ατομικού πόνου είναι η εξατομίκευση της βούλησης. Αρνούμαι την βούληση και επιστρέφω από το είναι στο μηδέν. Ασκητισμός και συμπόνια είναι το απόσταγμα της σοφίας.

Λυπάμαι αν, με αυτή την τόσο σχηματική παρουσίαση, πρόδωσα τον Μέγα Απαισιόδοξο. Το θέμα μου όμως δεν είναι ο Schopenhauer αλλά ο Βιζυηνός, και η βιοθεωρία του, έτσι όπως προκύπτει από το έργο του. Ομολογώ ότι ξαναδιαβάζοντας τα διηγήματά του, έβλεπα ένα κόσμο καθαρά σοπεναουερικό. Διάψευση, απογοήτευση, πίκρα – το γέλιο της Μάσιγγας, ο Μοσκώβ-Σελήμ που περιμένει (και τρέμει) το ανέφικτο, ο παππούς που δεν ταξίδεψε ποτέ παρά μόνο στον άλλο κόσμο, ο Πασχάλης, ο Κιαμήλης, η μάνα Μηχαλιέσα – ένας συρφετός από ανθρώπους που μια μοίρα αδυσώπητη τους αλέθει ανάλγητα. Καμία ελπίδα πουθενά, ούτε δικαιοσύνη, πλήρης απουσία Θεού. Και η θρήσκα μάνα, που έταζε το άρρωστο παιδί στην εκκλησία (χωρίς αποτέλεσμα) στο τέλος συγχωρεί εκείνη τον Πατριάρχη, τον εκπρόσωπο του Υψίστου.

“Εκλαιον διά την άσπλαχνον της Φύσεως απανθρωπίαν…” λέει ο αφηγητής στο “Συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας”. Η φιλοσοφία του Schopenhauer σε μία φράση.

Τα ποιήματά του μας μιλάνε για “την θλίψην όπου πλημμυρεί / εις της καρδίας μου τα βάθη…” Και το χλωμό παλληκάρι που πρωταγωνιστεί στο “‘Ονειρο” (είδωλο του ποιητή) υποφέρει από την “απελπισιά… και απονιά του κόσμου”.

Ίσως ο Βιζυηνός να είναι ο πιο συνεπής στην απαισιοδοξία του λογοτέχνης μας. Οι ήρωές του συνθλίβονται ανάμεσα στις δύο πραγματικότητες – την επιθυμητή και την πραγματική – και κάθαρση δεν υπάρχει. “Με όλο το πεζογραφικό του έργο” γράφει ο Β. Αθανασσόπουλος, “περιγράφει από την θετική της άποψη μια ουτοπία.. Μέσα από μια τραγική προοπτική – ή πρόθεση – αποκαλύπτει την έλλειψη ανταπόκρισης και ακριβούς εξωτερικής ή και εσωτερικής αντιστοιχίας ανάμεσα στα γεγονότα, τις σκέψεις, τα όνειρα και φυσικά ανάμεσα στα λόγια των χαρακτήρων.” (ο.π.σελ. 173).

Μπορεί η τραγικότητα αυτή να κατάγεται από αλλού -π.χ. την αρχαία τραγωδία. Ωστόσο, σε έναν αιώνα πολύ αισιόδοξο, με τους επιστήμονές του και τους θετικιστές φιλοσόφους του (στους οποίους μαθήτευσε ο Βιζυηνός) μόνον ο Schopenhauer κήρυξε το ευαγγέλιο της απαισιοδοξίας. Είναι η πιο κοντινή πηγή. Είδαμε πως χρονικά και τοπικά θα ήταν δύσκολο για τον Βιζυηνό να μην συναντηθεί με την σκέψη του Γερμανού. Το ότι δεν αναφέρεται σε αυτόν, στα φιλοσοφικά του κείμενα, είναι απλό να εξηγηθεί. Ο Schopenhauer δεν ήταν ποτέ δημοφιλής στους ακαδημαϊκούς κύκλους – μια παραπομπή σε αυτόν δεν θα οφελούσε έναν υποψήφιο καθηγητή.

Και μια και μίλησα για υποψήφιο καθηγητή, ας επανέλθω στην αρχική διαπίστωση του εσωτερικού σχίσματος ανάμεσα στον Βιζυηνό φιλόσοφο και τον Βιζυηνό λογοτέχνη. Πρόκειται πραγματικά για δύο διαφορετικές πνευματικές προσωπικότητες. Ο ένας ευρωπαίος, ορθολογιστής, θετικιστής, αισιόδοξος, με πίστη στην επιστήμη και τα πειράματα των δασκάλων του – ο άλλος απαισιόδοξος, ανατολίτης, μελαγχολικός μοιρολάτρης, όλο πάθος και συναίσθημα. Αλλά και ο Schopenhauer υπήρξε ο πιο ανατολίτης από τους ευρωπαίους φιλοσόφους. Διότι, ενώ οι άλλοι έψαχναν την γνώση σαν συνεπείς Δυτικοί, αυτός αναζητούσε την λύτρωση – την οποία άλλωστε βρήκε στην σκέψη της ανατολής.

Σκέπτομαι πως, με κάποιον τρόπο, η διχασμένη προσωπικότητα του Βιζυηνού αντιπροσωπεύει την διπλή πραγματικότητα που περιγράφει ο Schopenhauer. Ο Βιζυηνός φιλόσοφος είναι ο κόσμος σαν παράσταση – ενώ ο λογοτέχνης αντιστοιχεί στην σκοτεινή βούληση. Την υπόγεια μοίρα που τελικά τον κέρδισε ολόκληρο.

Εδώ σταματάω τις υποθέσεις μου. Κι ας μην θεωρηθεί ότι προσπάθησα με το ζόρι να αποδείξω μια σχέση εξάρτησης ή επηρεασμού. Διαπίστωσα μια συγγένεια. Που ισχύει, είτε έγινε είτε όχι η επαφή. ‘Έστω και αν δεν υπήρξε άμεση επικοινωνία ανάμεσα στους δύο πόλους της εισήγησής μου, η παράλληλη ανάγνωση τους μπορεί να αποβεί χρήσιμη. Δεδομένου μάλιστα πως είναι αδύνατον να αποδειχθεί και η μη-επαφή. Διότι η παρουσία και η επίδραση του Schopenhauer ήταν τόσο διάχυτη στην Ευρώπη του Βιζυηνού, που είναι πολύ πιθανό να την εισέπνευσε με την “περιρρέουσαν ατμόσφαιρα” χωρίς καν να το συνειδητοποιήσει.

Ωστόσο δεν θα ήταν άστοχο οι ειδικότεροι από μένα να ερευνήσουν χαρτιά και ντοκουμέντα. Κάτι μπορεί να βρεθεί που να φωτίσει περισσότερο αυτούς τους δύο σκοτεινούς κόσμους.
Σημείωση: Η παραπομπή στον Nietzsche γίνεται στην 15τομη έκδοση Saemtliche Werke των Colli – Montinari, De Gruyter 1980. Οι γνώμες για το έργο του Schopenhauer ανθολογούνται στον 10ο τόμο της έκδοσης των έργων του, Diogenes

πηγή (με την υπόδειξη του Γιώργου!)

http://www.ndimou.gr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s