Μ. Αναγνωστάκης, Στο Νίκο Ε…

Το ποίημα ανήκει στη συλλογή Παρενθέσεις (1949) και γράφτηκε όταν ο ποιητής ήταν φυλακισμένος στο Γεντί Κουλέ

Πραγματεύεται το θέμα  της στάσης του ποιητή απέναντι στις επιταγές της ιστορικής πραγματικότητας

Τίτλος: Δίνεται η χρονολογία γραφής και υπαινικτικά το ποίημα στο οποίο, σύμφωνα με τον Κώστα Μπαλάσκα,  απαντά ο Αναγνωστάκης, το Ποίηση 1948 του Νίκου Εγγονόπουλου.

Α’ ενότητα: (στ. 1-10): εικόνες που συνθέτουν το σκηνικό της Ελλάδας την περίοδο του εμφυλίου: οι νεκροί, οι φυλακισμένοι, οι δυστυχισμένοι άμαχοι, οι υλικές καταστροφές, η κατάρρευση των ιδανικών.

Φίλοι: άνθρωποι που χάνονται καθημερινά, σκοτώνονται, δολοφονούνται ή εκτελούνται.

Φωνές: Μάνες που έχουν χάσει τα παιδιά τους, φυλακισμένα ή σκοτωμένα, γυρίζουν αλλόφρονες  στους άδειους δρόμους, με σαλεμένο νου από τον πόνο και την απόγνωση,  αναζητώντας τα μάταια. Τα παιδιά κλαίνε με παράπονο αλλά το κλάμα τους δεν μπορεί να ακούσει η τρελή μάνα.

Ερείπια: Τα γκρεμισμένα σπίτια μοιάζουν με τις τρυπημένες σάπιες σημαίες, τα ιδανικά έχουν καταρρεύσει όπως και τα κτίρια.

Β’ ενότητα (στ. 11-14): Ο χώρος πιο συγκεκριμένος: η φυλακή, τα κελιά, τα σιδερένια κρεβάτια. Ο ποιητής φαίνεται να μιλά για κάτι που βιώνουν καθημερινά ο ίδιος κι οι συγκρατούμενοί του: τους εφιάλτες, που γίνονται περισσότερο ανυπόφοροι την ώρα των εκτελέσεων, τα ξημερώματα, όταν το φως της ζωής λιγοστεύει.

Γ’ ενότητα (στ. 15): το ποίημα κλείνει με ένα ερώτημα κλεισμένο σε παρένθεση (προσφιλής συνήθεια του Αναγνωστάκη) και αναπάντητο. Ποιος θα μιλήσει για όλα αυτά, ποιος θα αποτυπώσει ποιητικά μιαν ολόκληρη εποχή, ποιος θα ενσταλάξει τον πόνο στο λόγο του; Μα αυτός που ήδη το έχει κάνει: ο ποιητής.

Συγκριτική ανάγνωση των δύο ποιημάτων (Ποίηση 1948 και Στον Νίκο Ε… 1949).

  • Είναι φανερό πως το ποίημα του Αναγνωστάκη αποτελεί απάντηση στο ποίημα του Εγγονόπουλου. Αυτό το φανερώνει κι ο τίτλος (Στον Νίκο Ε…), η χρονολογία (1949, το έτος που κυκλοφόρησε η συλλογή του Εγγονόπουλου), η σκόπιμη μίμηση της ποιητικής γραφής του Εγγονόπουλου και –πάνω απ’ όλα- η θεματική σχέση.  [ Αυτό είναι μια βιαστική ανάγνωση του Κώστα Μπαλάσκα. Σύμφωνα με προφορική δήλωση του  ίδιου του ποιητή το ποίημα είναι αφιερωμένο στο συγκρατούμενό του Νίκο  Ευστρατιάδη. ]
  • Ο Εγγονόπουλος γράφει το ποίημα το 1948, έτος που ο εμφύλιος βρίσκεται στο κορύφωμά του. Χαρακτηριστικά της εποχής: ο σπαραγμός, ο θάνατος. Μια τέτοια εποχή θεωρείται αντιποιητική. Η ποίηση δείχνει μάταιη και εξωπραγματική πολυτέλεια. Τι νόημα μπορεί να έχει η ποίηση σε μια τόσο σκληρή εποχή; Πώς είναι δυνατό να λειτουργήσει; Καλύτερα, λοιπόν, η σιωπή· αυτή θα έδινε ίσως περισσότερο αποκαλυπτικά τη διάσταση της τραγικότητας. Ωστόσο ο Εγγονόπουλος τα επισημαίνει αυτά  γράφοντας ποίηση. Τα ποίηματά του διακρίνονται εξαιτίας όλων αυτών για την –πρόσθετη- πίκρα τους και για την ποσοτικά περιορισμένη παραγωγή (τόσο λίγα).
  • Κοιτάζοντας τη μορφή του ποιήματος σταματάμε πρώτα στον τεμαχισμένο λόγο, τρόπος γνωστός από τη θητεία του ποιητή στον υπερρεαλισμό. Σε συσχετισμό όμως με το θέμα και την εποχή, ο τεμαχισμένος λόγος παίρνει μια πρόσθετη διάσταση: Μοιάζει σα να σπαράχτηκε κι αυτός από το μακελειό. Λόγος ακρωτηριασμένος, σχεδόν μοναχικός, ένα μοναχικό ψέλλισμα.
  • Αυτόν τον ακρωτηριασμό του λόγου στην εποχή του εμφύλιου σπαραγμού ο Αναγνωστάκης τον υιοθετεί στο δικό του ποίημα, γιατί τον αναγνωρίζει. Όμως δε συμφωνεί με την άποψη της ποιητικής παραίτησης, που προτείνει ο Εγγονόπουλος. Η πολιτική συνείδηση του Αναγνωστάκη, διαμορφωμένη στο χώρο της Αριστεράς, δεν του υπαγορεύει μόνο την ποίηση αλλά και την ποιητική. Περισσότερο αγωνιστικός και περισσότερο κοντά στην ιδέα της στρατευμένης ποίησης, ο Αναγνωστάκης πιστεύει στη ρεαλιστική άποψη της τέχνης –«καθρέφτη» της ζωής και της πραγματικότητας. Πιστεύει στον κοινωνικό ρόλο του καλλιτέχνη που συνίσταται στη συμμετοχή και στην καταγραφή του καιρού του, μια καταγραφή που γίνεται ισοδύναμη με την καταγγελία. Με το σκεπτικό αυτό κάθε ιδέα ποιητικής παραίτησης θα μπορούσε να θεωρηθεί λιποταξία
  • Η εποχή, που στον Εγγονόπουλο απλώς ονομάζεται (του εμφυλίου σπαραγμού) και μόνο υπαινικτικά καθορίζεται (αγγελτήρια θανάτου) στον Αναγνωστάκη προσδιορίζεται με συγκεκριμένο περιεχόμενο: χαμός, θάνατοι, φωνές, ερημιά, ερείπια, εφιάλτες. Ποιος, αν όχι ο ποιητής, θα μιλήσει «με πόνο» γι’ αυτά; Η ευαισθησία δηλαδή του ποιητή είναι η μόνη εγγύηση για τη σωστή καταγραφή που θα κάνει εντονότερη την καταγγελία για την απανθρωποποίηση της ζωής. Η τάση του Αναγνωστάκη να λέει τα πράγματα με το όνομά τους είναι χαρακτηριστικό της ρεαλιστικής ποιητικής γραφής του
  • Μια παρατήρηση του Δ.ΜΑρωνίτη: Η ροπή του Αναγνωστάκη τείνει ακριβώς στο να καθηλώσει και να συντηρήσει μέσα στις ποιητικές του «Εποχές» και στις «Συνέχειές» τους ό,τι η πρόοδος του χρόνου ζητά να αναλώσει, να εξαγοράσει ή να ευτελίσει: δημιουργούνται έτσι συνεχή φράγματα στη ροή του χρόνου, στερεοποιώντας κρίσιμες παρωχημένες εποχές, και προβάλλονται αργότερα τα ρημαγμένα τους πια είδωλα συνεχώς και επίμονα  στο ποιητικό παρόν (Ποιητική και πολιτική ηθική, Κέδρος 1976)

(Κώστας Μπαλάσκας, Νεοελληνική Ποίηση, Κείμενα, Ερμηνεία, Θεωρία)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s